Σπατάλη χρόνου

Ηταν μια απόφαση που στην εποχή της έσκασε σαν βόμβα στους καλλιτεχνικούς και αριστοκρατικούς κύκλους

Ηταν μια απόφαση που στην εποχή της έσκασε σαν βόμβα στους καλλιτεχνικούς και αριστοκρατικούς κύκλους. Στο απόγειο της καριέρας της και ήδη κάτοχος ενός Οσκαρ α’ ρόλου για τη «Χωριατοπούλα» (1955), η Γκρέις Κέλι (1929-1982) το 1956 ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει την υποκριτική για να παντρευτεί τον πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό. Η αμερικανίδα ηθοποιός, η οποία είχε υπάρξει μούσα σκηνοθετών όπως ο Τζον Φορντ και (κυρίως) ο Αλφρεντ Χίτσκοκ, εγκατέλειψε την καριέρα της για τον «γάμο του αιώνα». Μέρος αυτής της ιστορίας, η οποία κάποτε ήταν το νούμερο 1 κοσμοπολίτικο γεγονός του πλανήτη, μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Ολιβιέ Νταάν σε ένα «πάντρεμα» ευρωπαϊκής αριστοκρατίας και α λα Χόλιγουντ δόξας που ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.
Το παρασκήνιο της δημιουργίας αυτής της ταινίας όμως ενδεχομένως να προκαλεί αν όχι μεγαλύτερο, σίγουρα ανάλογο ενδιαφέρον με την ταινία: σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Liberation», ο Νταάν, γνωστός από τη «Ζωή σαν τριαντάφυλλο» με τη Μαριόν Κοτιγιάρ στον ρόλο της Εντίτ Πιαφ, σχεδόν κατηγόρησε τον αμερικανό παραγωγό και διανομέα της ταινίας στην Αμερική Χάρβεϊ Γουάινσταϊν για… εκβιασμό. «Οταν έρχεσαι αντιμέτωπος με έναν αμερικανό διανομέα, δεν μπορείς να κάνεις και πολλά» είπε ο Νταάν. «Οι πιθανότητες είναι δύο: ή του λες «βγάλε άκρη μόνος σου με τη μαλ…» ή υποκύπτεις στον εκβιασμό ελπίζοντας ότι θα είναι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνος». Στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας στις Κάννες πάντως (όπου ο υπογράφων αυτού του κειμένου ήταν παρών), ο Νταάν φάνηκε να βάζει νερό στο κρασί του μιλώντας για τη δημιουργία δύο διαφορετικών εκδοχών (μία για την Ευρώπη και μία για τις Ηνωμένες Πολιτείες), οι οποίες θα γίνονταν κατόπιν κοινής συνεννόησης με τον Γουάινσταϊν. Η εκδοχή που είδαμε στις Κάννες (και που από την περασμένη Πέμπτη προβάλλεται στις αίθουσες) δεν είναι μεν χαοτική, ούτε όμως και ιδιαίτερα ελκυστική. Το γεγονός ότι η Κίντμαν στα 46 της έπαιξε την κατά πολύ νεότερή της Γκρέις Κέλι που ήταν 27(!) όταν παντρεύτηκε τον πρίγκιπα Ρενιέ (Τιμ Ροθ) και περίπου 33 όταν ο Χίτσκοκ (Ρότζερ Αστον Γκρίφιθς) την κάλεσε για τη «Μάρνι» (η εισαγωγή της ταινίας) ανήκει σίγουρα στα μειονεκτήματα της «Γκρέις του Μονακό», παρότι η Κίντμαν, ακριβώς επειδή είναι μια μεγάλη σταρ, λάμπει στη σκηνή. Αλλά και το ίδιο το στόρι, με την Κέλι/Κίντμαν να προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν είναι η «γλάστρα» του πριγκιπάτου αλλά μια γυναίκα με άποψη και πυγμή, έτοιμη να συμβάλει στη διαμάχη του Ρενιέ με τον Σαρλ ντε Γκωλ (η Γαλλία απειλούσε με φορολόγηση και αυτό προκάλεσε ένταση στις σχέσεις των δύο κρατών), δεν είναι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε συναρπαστικό. Για την ακρίβεια, όλο αυτό το περασμένων εποχών λούσο στη μέση του οποίου βρίσκονται φορολογικά ζητήματα των πλουσίων γίνεται ως και βαρετό. Εγκλωβισμένη ως επί το πλείστον μέσα στους τοίχους του παλατιού, η ταινία, ακριβώς όπως η Γκρέις Κέλι, παλεύει να αναπνεύσει και δεν τα καταφέρνει.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk