• Αναζήτηση
  • Η ουκρανική ψυχή της Ευρώπης

    Τον Νοέμβριο θα συμπληρωθεί ένας χρόνος από την εξέγερση του «Ευρωμαϊντάν» στο Κίεβο

    Τον Νοέμβριο θα συμπληρωθεί ένας χρόνος από την εξέγερση του «Ευρωμαϊντάν» στο Κίεβο. Μεγάλο τμήμα του ουκρανικού πληθυσμού, κυρίως οι νέοι, εξεγέρθηκαν λόγω της άρνησης του τότε προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς να υπογράψει τη συμφωνία σύνδεσης της Ουκρανίας με την ΕΕ προκειμένου να προχωρήσει σε τελωνειακή ένωση με τη Ρωσία. Αυτό θα ισοδυναμούσε με στροφή προς Ανατολάς καθώς η ένταξη στην Ευρασιατική Ενωση του ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν θα απέκλειε κάθε πιθανότητα ένταξης στην ΕΕ.

    Δεδομένης της συνεχιζόμενης κρίσης στην Ουκρανία, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι σημείο έναρξης ήταν η πρώτη φιλοευρωπαϊκή επανάσταση του 21ου αιώνα που προκλήθηκε από την αντίσταση προς τη ρωσική επιρροή και τη μετασοβιετική διαφθορά και ανικανότητα.

    Πολλά έχουν συμβεί έκτοτε: η Ρωσία εξαπέλυσε έναν ακήρυχτο πόλεμο, πρώτα καταλαμβάνοντας και στη συνέχεια προσαρτώντας την Κριμαία. Στην Ανατολική Ουκρανία, το Κρεμλίνο συνέχισε τον πόλεμο στην περιοχή του Ντονμπάς.
    Στόχος της Ρωσίας δεν είναι να καταλάβει στρατιωτικά την Ουκρανία αλλά να εμποδίσει την πολιτική και οικονομική σταθεροποίησή της. Ο Πούτιν θα μεταχειριστεί όλη την γκάμα των εργαλείων που διαθέτει – περιλαμβανομένης βεβαίως την ενεργειακής τροφοδοσίας – για να πιέσει την Ουκρανία εφέτος τον χειμώνα.

    Οι Ευρωπαίοι πρέπει να προετοιμαστούν για όσα έρχονται. Ο Πούτιν πιστεύει ότι ο χρόνος είναι με το μέρος του. Είναι πεπεισμένος ότι ο ίδιος θα συνεχίσει να βρίσκεται στην εξουσία όταν όλοι οι δυτικοί αντίπαλοί του – ο Ομπάμα, ο Κάμερον, ο Ολάντ και η Μέρκελ – θα έχουν αποχωρήσει από το πολιτικό προσκήνιο.
    Είτε θα γίνει Πολωνία είτε θα παραδοθεί στο Κρεμλίνο

    Από στρατιωτικής απόψεως, η Ουκρανία ούτε είχε ούτε θα έχει ποτέ την πιθανότητα να κερδίσει τον ρωσικό στρατό. Ωστόσο η τύχη της χώρας θα αποφασιστεί όχι μόνο στο πεδίο της μάχης αλλά και στο οικονομικό, νομικό, διοικητικό και πολιτικό πεδίο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ουκρανία, υπό την τεράστια πίεση της στρατιωτικής επίθεσης από έναν πολύ μεγαλύτερο και ισχυρότερο γείτονα, μπορεί να γίνει πιο ευρωπαϊκή. Για να το πούμε ωμά: είτε η χώρα θα καταφέρει να μιμηθεί την επιτυχημένη στροφή της Πολωνίας προς την Ευρώπη είτε θα ξαναπέσει σε μακροχρόνιο επίπεδο στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας.

    Για την Ευρώπη, η τύχη της Ουκρανίας αποτελεί κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα διότι η ανεξαρτησία της υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της μεταψυχροπολεμικής ευρωπαϊκής τάξης. Αν η Ουκρανία υποταγεί στη Ρωσία μέσω της στρατιωτικής ισχύος, η τάξη αυτή θα καταρρεύσει όπως και οι αρχές της: μη βία, απαραβίαστο των συνόρων, λαϊκός αυτοπροσδιορισμός και όχι σφαίρες επιρροής.

    Αυτό θα έχει τεράστιες επιπτώσεις στην ασφάλεια όχι μόνο της Ανατολικής Ευρώπης αλλά ολόκληρης της ηπείρου. Μια ρεβανσιστική Ρωσία θα μοιράζεται και πάλι μακριά σύνορα – πέρα του Καλίνινγκραντ και των κρατών της Βαλτικής – με την ΕΕ και θα επιδιώξει ένα διαφορετικό, αναμφίβολα πιο διεκδικητικό ρόλο: εκείνο μιας επανακαθιερωμένης μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης. Για την Ευρώπη, αυτό θα αποτελέσει μια ουσιαστική διαφορά προς το χειρότερο. Η συνεργασία θα δώσει τη θέση της στην αντιπαράθεση, η εμπιστοσύνη στη δυσπιστία και ο έλεγχος των εξοπλισμών στον επανεξοπλισμό.

    Παραμένει μια δυνητικά πλούσια χώρα

    Αν η ΕΕ και τα μέλη της (με εξαίρεση την Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής) έκαναν κάποιο λάθος, δεν είναι ότι διαπραγματεύτηκαν μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Ουκρανία αλλά ότι αγνόησαν τη σημασία της Ουκρανίας στη μεταψυχροπολεμική ευρωπαϊκή τάξη.

    Η Ουκρανία παραμένει μια δυνητικά πλούσια χώρα και σήμερα βρίσκεται πιο κοντά στην Ευρώπη απ’ οποιαδήποτε στιγμή στο πρόσφατο παρελθόν. Αν κατορθώσει να σπάσει τα μετασοβιετικά δεσμά της, δεν θα υπάρχει κανένας τρόπος να εμποδιστεί η συμμετοχή της στην ΕΕ. Επιπλέον, η Δύση φαίνεται τελικά ότι καταλαβαίνει τι διακυβεύεται στην Ουκρανία: το μέλλον της ευρωπαϊκής τάξης και το πλαίσιο για την ειρήνη.

    Η επιτυχία της επανάστασης του «Ευρωμαϊντάν» θα εξαρτηθεί σε κρίσιμο βαθμό από τον ουκρανικό λαό και την ικανότητά του να απελευθερωθεί από τις δομές και τις δυνάμεις του παρελθόντος καθώς και από την υποστήριξη, τη γενναιοδωρία και την αποφασιστικότητα της Δύσης. Στον «Φάουστ» του Γκαίτε, ο Μεφιστοφελής περιγράφει τον εαυτό του ως «μέρος εκείνης της δύναμης που συνεχίζει να παράγει το καλό ενώ ραδιουργεί δολίως». Εν τέλει, το ίδιο μάλλον ισχύει και για τον Πούτιν.

    Ο κ. Γιόσκα Φίσερ ήταν υπουργός Εξωτερικών και αντικαγκελάριος της Γερμανίας το 1998-2005 και επικεφαλής του γερμανικού Κόμματος των Πρασίνων επί σχεδόν 20 χρόνια.

    HeliosPlus

    Κόσμος