28.000 παιδιά στο «παραπέτασμα»

«Ποιος μου δίνει εμένα τα παιδικά μου χρόνια; Ποιος; Κανένας. Μόνο η Ιστορία» αναρωτιέται μια ηλικιωμένη γυναίκα, τότε 14 χρόνων κορίτσι από το χωριό Λια, που συνόδευσε μικρότερα από εκείνη παιδιά στη αναγκαστική φυγή τους στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Η ερώτηση αυτή ίσως δεν έχει ακόμη απάντηση. Προκαλεί μόνο προβληματισμό σχετικά με την ανάγκη ή όχι, την εκμετάλλευση ή μη της μετακίνησης 28.000 περίπου παιδιών από φτωχές οικογένειες και σχεδόν έρημα χωριά προς τις χώρες του πρώην «υπαρκτού».

«Ποιος μου δίνει εμένα τα παιδικά μου χρόνια; Ποιος; Κανένας. Μόνο η Ιστορία» αναρωτιέται μια ηλικιωμένη γυναίκα, τότε 14 χρόνων κορίτσι από το χωριό Λια, που συνόδευσε μικρότερα από εκείνη παιδιά στη αναγκαστική φυγή τους στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Η ερώτηση αυτή ίσως δεν έχει ακόμη απάντηση. Προκαλεί μόνο προβληματισμό σχετικά με την ανάγκη ή όχι, την εκμετάλλευση ή μη της μετακίνησης 28.000 περίπου παιδιών από φτωχές οικογένειες και σχεδόν έρημα χωριά προς τις χώρες του πρώην «υπαρκτού».
Παιδομάζωμα ή παιδοσώσιμο; Αυτό ήταν το ερώτημα που έθεσε στο επίκεντρο το διεθνές συνέδριο που έγινε τον Οκτώβριο του 2003 στον πύργο Κάροϊ στο Φεχιρβαρτσούγκο της Ουγγαρίας με θέμα «Τα παιδιά – πρόσφυγες από την Ελλάδα στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο». Οι βασικές ομιλίες δημοσιεύθηκαν στον τόμο «Παιδομάζωμα ή παιδοσώσιμο;» (εκδ. Επίκεντρο) με την επιμέλεια των καθηγητριών Ειρήνης Λαγάνη και Μαρίας Μποντίλα.
Το θέμα έκαιγε για χρόνια – και η φωτιά δεν φαίνεται να έχει σβήσει ακόμη. Ο χρόνος έχει απαλύνει τις μεγάλες διαφωνίες, η απόσταση από τα γεγονότα έχει ξεπεράσει τον μισό αιώνα αλλά τα τότε παιδιά και οι πρώτοι απόγονοί τους φέρνουν πάνω τους τη σφραγίδα μιας τραυματικής εποχής. Το συνέδριο έγινε με την παρουσία εκείνων των παιδιών και των καθηγητών τους. Μεγάλοι πια, και παρά τις εντάσεις, διαβάζοντας τις ομιλίες τους βλέπουμε πόσο δύσκολο είναι να καλυφθούν τα προσωπικά βιώματα από την Ιστορία. Παρά τον μεικτό χαρακτήρα του συνεδρίου, μελετητές και πρωταγωνιστές κατάφεραν να συνεννοηθούν. Ο χρόνος και η ιστορική απόσταση μαλάκωσαν τις εντάσεις και διευκόλυναν τη συζήτηση.
Οι μαχητές του «τρίτου γύρου»
Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή. Μεταξύ 1946-1949 στις ορεινές και αποκλεισμένες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας το ΚΚΕ και ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) προσπαθούσαν να κρατήσουν ελεύθερη μια γεωγραφική ζώνη η οποία συνόρευε με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Αλβανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία), από τις οποίες έφθανε βοήθεια. Η περιοχή είχε στρατηγικό χαρακτήρα αφού ήταν βασικό ορμητήριο του ΔΣΕ στη μάχη εναντίον του επίσημου Στρατού, ενώ από εκεί στρατολογούσε και τους μαχητές του.
Ο πληθυσμός αυτών των περιοχών, βοσκοί και πολύ φτωχοί αγρότες, βρισκόταν κατά κάποιον τρόπο παγιδευμένος ανάμεσα στα δύο εμπόλεμα μέρη. Στις αρχές Μαρτίου 1948 η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, που σχηματίστηκε τον Δεκέμβριο του 1947, έδωσε επίσημα την εντολή μεταφοράς παιδιών σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τον Μάιο του 1948 δημιουργήθηκε στη Βουδαπέστη η Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί (ΕΒΟΠ), με επικεφαλής τον γιατρό Πέτρο Κόκκαλη, επιφορτισμένη με την οργάνωση των σπιτιών για τα παιδιά, της εκπαίδευσης και της διδασκαλίας σε συνεργασία με τις αρχές των χωρών υποδοχής. Στις αρχές του 1949 25.000 παιδιά είχαν ήδη μεταφερθεί αρχικά στη Γιουγκοσλαβία και στην Αλβανία και αργότερα σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης.
Η απόφαση μεταφοράς των παιδιών εγείρει περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Το ΚΚΕ ήθελε πιθανότατα να προστατεύσει μια νέα γενιά μαχητών έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού έναν «τρίτο γύρο». Από την άλλη πλευρά, πολλές οικογένειες, λένε οι μελετητές, συναίνεσαν στη μετακίνηση των παιδιών τους εμπιστευόμενες το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλες οικογένειες, «από αίσθημα αδυναμίας, μοιρολατρίας ή μίμησης» δεν προέβαλαν καμία ιδιαίτερη αντίσταση. Υπήρξαν και περιπτώσεις παιδιών που επιστρατεύθηκαν διά της βίας αλλά και γονέων που έστειλαν τα παιδιά τους κρυφά σε χωριά ελεγχόμενα από κυβερνητικές δυνάμεις, ώστε να μη μετακινηθούν.
Τα Σπίτια του Παιδιού
Τα προσφυγόπουλα έμεναν αρχικά στα λεγόμενα Σπίτια του Παιδιού. Η ζωή εκεί χωρίζεται σε τρεις βασικές περιόδους. Κατά την πρώτη (1948-1953) γίνεται η μαζική άφιξη των παιδιών, η υγειονομική τους εξέταση και η ένταξή τους στην καθημερινή ζωή, που χαρακτηρίζεται από την ιδεολογικοποιημένη εκπαίδευσή τους. Η δεύτερη περίοδος (1953-1956) διακρίνεται για τις προσπάθειες συνένωσης των οικογενειών. Τα παιδιά συναντούν τους γονείς τους, που κατέφυγαν και αυτοί ως πρόσφυγες στις ανατολικές χώρες, με συνέπεια την απομαζικοποίηση των Σπιτιών του Παιδιού.
Κατά την περίοδο 1956-1960 τα παιδιά έχουν μεγαλώσει και κάποια από αυτά κάνουν δικές τους οικογένειες. Γίνονται πια μεικτοί γάμοι, υπάρχει δυνατότητα απόκτησης ιθαγένειας στη χώρα υποδοχής, γίνεται ομαλά η ένταξη των νέων γενεών στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή της χώρας όπου διαμένουν. Στα Σπίτια του Παιδιού οργανώθηκε η εκπαίδευση των παιδιών με φροντίδα – όπως φαίνεται από τα στοιχεία που παραθέτουν οι μελετητές. Δόθηκε έμφαση στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και ταυτότητας, έγινε προσπάθεια να γνωρίσουν την ελληνική Ιστορία και παράδοση. Μόνο που, ειδικά το τελευταίο, υπάκουσε στον κομμουνιστικό κανόνα: στην Ιστορία έτσι όπως τη «διάβαζε» το ΚΚΕ.
Ιδιαίτερο πρόβλημα ανέκυψε με τα σλαβόφωνα παιδιά. Το ΚΚΕ προτίμησε να διαχωρίσει τα παιδιά σε τάξεις ανάλογα με την ελληνική ή σλαβομακεδονική ταυτότητά τους. Κάτι που οδήγησε αρκετά από αυτά, μεγαλώνοντας, να διεκδικήσουν για τους ίδιους και για τους απογόνους τους τη «μακεδονική ιθαγένεια».
Η αντίδραση της κυβέρνησης
Η ελληνική κυβέρνηση έδωσε μεγάλη έκταση στο κατ’ αυτήν «παιδομάζωμα» ταυτίζοντάς το με τον αφελληνισμό των ελληνόπουλων επί Τουρκοκρατίας και τη μετατροπή τους σε γενίτσαρους. Κατήγγειλε στον ΟΗΕ και στη Δύση τη «συστηματική πλύση εγκεφάλου» που υφίσταντο αυτά τα παιδιά, τα οποία «θα γίνουν πράκτορες, τελικά, ξένων κρατών και συμφερόντων». Το θέμα διεθνοποιείται, έρχεται στον ΟΗΕ, στη Βουλή των Λόρδων και στο αμερικανικό Κογκρέσο, ενώ ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν κάνει δηλώσεις συμπαράστασης.
Οι ενέργειες αυτές πρέπει να κατανοηθούν μέσα στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και να διαβαστούν και ως ένα πρώτης τάξεως όπλο για πολιτική προπαγάνδα από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης. Πολύ οξυμένο ήταν το πρόβλημα με τη Γιουγκοσλαβία, όπου βρίσκονταν τα περισσότερα σλαβόφωνα παιδιά. Το ελληνικό αίτημα ήταν η επιστροφή τους χωρίς διακρίσεις, γνώμη με την οποία συμφωνούσε και η Μ. Βρετανία διά του πρεσβευτή της στην Αθήνα, Κλίφορντ Νόρτον. Πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα απέτρεπαν τον αλυτρωτισμό όσων παιδιών έμεναν στη Γιουγκοσλαβία. Οι ΗΠΑ είχαν αντίθετη άποψη. Προτιμούσαν τα σλαβόφωνα παιδιά να μείνουν στη Γιουγκοσλαβία, ώστε να διευκολύνουν τη Μακεδονία να απαλλαγεί από το σλαβόφωνο στοιχείο. Ομως και οι δύο μεγάλες δυνάμεις τελικά θα συγκλίνουν επιζητώντας να ξεχαστεί το θέμα, μιας και για αυτούς προείχαν οι καλές σχέσεις με τον «αποστάτη» Τίτο.
Η ελληνική κυβέρνηση, κάτω από την πίεση του Τύπου, θα συνεχίσει για λίγο ακόμη να αναθερμαίνει το ζήτημα της επιστροφής των παιδιών, αλλά τελικά θα σιωπήσει και θα παραπέμψει τη λύση του στις ελληνικές καλένδες. Ετσι, η ελληνική κυβέρνηση, σημειώνει η καθηγήτρια Ειρήνη Λαγάνη, «γυρίζει την πλάτη της σε μια μερίδα των πολιτών της, που ερήμην τους, σε πολύ νεαρή ηλικία, έπεσαν θύματα μιας τραγικής περιόδου, με συνέπεια να στερηθούν το δικαίωμα της επιστροφής στη γενέτειρά τους».
Η ίδια σημειώνει ότι «μία από τις σημαντικότερες επιπτώσεις της κοντόθωρης και μικρόψυχης πολιτικής που εφαρμόστηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση ήταν η καλλιέργεια αλυτρωτικών ιδεών σε βάρος της Ελλάδος από τα «αζήτητα» παιδιά και η ενίσχυση του «μακεδονισμού» της διασποράς με τη μετανάστευση ορισμένων από τα παιδιά αυτά στην Αυστραλία και τον Καναδά».

Υπάρχει και ατομική ευθύνη
Στο συνέδριο μίλησαν και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, αυτοί που υπήρξαν έρμαια των δεινών του Εμφυλίου. Ο Χρίστος Τζιτζιλώνης, πρόσφυγας, δημοσιογράφος και μέλος της ΕΣΗΕΑ, μίλησε με αγάπη για την Ουγγαρία, τη χώρα που αγκάλιασε με στοργή τον ίδιο και πολλά άλλα προσφυγόπουλα. Τόνισε ότι όλα τα παιδιά μεγάλωσαν σε καλύτερες συνθήκες από εκείνες στις οποίες ζούσαν ως τότε, σπούδασαν ή έμαθαν κάποια τέχνη, έγιναν ένα επιστημονικό και τεχνικό δυναμικό «για το οποίο η ελληνική κυβέρνηση δεν ξόδεψε δεκάρα τσακιστή, ούτε μία δραχμή».
Ο Μιχάλης Ράπτης, παλιός καθηγητής στο Φεχιρβαρτσούγκο, κριτικάρισε τόσο τους παλιούς καθηγητές όσο και τους μαθητές τους. Αναφερόμενος στα βιβλία που έχουν γραφεί ως τώρα – την Ελένη του Νικου Γκατζογιάννη, την Αλλη Ελένη του Βασίλη Καββαθά, Τα δάκρυα της βασίλισσας του Βασίλη Μπούτου, στο δικό του με τίτλο Τυχεροί μέσα στην ατυχία κ.ά. – τόνισε ότι «στο μεγαλύτερο μέρος τους διαπιστώνεται μια μονομέρεια, είτε από τη μια είτε από την άλλη. Κανείς όμως δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Αποποιούνται τις απόψεις της άλλης πλευράς εις βάρος της ιστορικής αντικειμενικότητας. Ακόμα κι εγώ στο βιβλίο μου θέλω, προσπαθώ ο έρμος, αλλά κάπου με πιάνει εδώ και λέει: «σταμάτα»», καταλήγοντας ότι πρέπει να αφήσουμε τους ιστορικούς ανεπηρέαστα να κρίνουν. «Πρέπει να το κατανοήσουν όλοι, το να συζητάμε τέτοια θέματα πια είναι σαν να βγαίνουμε από την προϊστορία».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk