Εντάξει, η αρχή σε αρπάζει από τον λαιμό. Δεν είναι, βέβαια, ότι δεν το περιμένουμε από τον Ερίκ Βυϊγιάρ, έναν σεσημασμένο λογοτεχνικό μοντέρ του παρελθόντος που έχει το βλέμμα του σταθερά προσηλωμένο στο παρόν, δηλαδή στην προβληματική λειτουργία του κόσμου μας. Πλην όμως, έτσι έχουν τα πράγματα.
«Στα δεκαεφτά του, σκότωσε για πρώτη φορά άνθρωπο», τότε, στις 17 Αυγούστου 1877, στο Καμπ Γκραντ, μια άθλια παραγκούπολη των ΗΠΑ. Αναρωτιόμαστε ακαριαία ποιος ήταν αυτός, ο θύτης, και ποιο το θύμα του.
Επιπλέον, σκεφτόμαστε τις συνθήκες του εγκλήματος. Οχι τόσο το υπόβαθρό του, για την ώρα. Εξυπακούεται, πάντως, ότι υποψιαζόμαστε τον θύτη, ότι είμαστε ήδη προκατειλημμένοι εναντίον του. Διότι, όπως αναφέρει και ο γάλλος συγγραφέας μερικές σελίδες παρακάτω, «τα θύματα έχουν τη συμπόνια όλου του κόσμου, οι πάντες ταυτίζονται μαζί τους».
Ωστόσο, το ζήτημα εδώ είναι ότι τον συγκεκριμένο θύτη κάπως τον έχουμε ακουστά, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Είναι αυτός που αργότερα θα γίνει ο Μπίλι δε Κιντ. Αλλά τι ήταν στ’ αλήθεια ο ίδιος, ως άτομο, προτού ανυψωθεί στη σφαίρα του θρύλου, του διαβόητου πιστολέρο της Αγριας Δύσης;

Eric Vuillard
Οι ορφανοί – Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ
Μετάφραση Στύλβα Πράσσου
Εκδόσεις Πόλις, 2026, σελ. 160, τιμή 15,99 ευρώ
Ανήκε στους «μικροεγκληματίες», σύμφωνα με τον Βυϊγιάρ, οι οποίοι, σε αντίθεση με τα θύματα, «δεν έχουν κανέναν». Ασφαλώς, δεν χρειάζεται να το επισημάνουμε καν αυτό, ο Βυϊγιάρ σπεύδει να πάρει την καθαρή του θέση δίπλα σε εκείνον τον φτωχοδιάβολο, γόνο μεταναστών, που ούτε για το ονοματεπώνυμό του δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι, τον «γνωστό και ως Κιντ», η διαδρομή του οποίου, περιπετειώδης, βραχύβια και δύστυχη, αντιπροσωπεύει κάτι ευρύτερο, μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων, μια ζωντανή άσημη μάζα που αλέθεται μέσα στους μηχανισμούς της εξουσίας και, συνεπώς, της Ιστορίας.
Η αρχή του μύθου
Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου τιτλοφορείται «Τα καθάρματα». Ο χαρακτηρισμός αφορά μάλλον τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους, όχι τον Κιντ. Ο Βυϊγιάρ ξαναγράφει τη σκηνή της μοιραίας συμπλοκής που θα οδηγούσε, λίγο μετά, στο να κηρυχθεί παράνομος ο Μπίλι (και να ξεκινήσει τις περιπλανήσεις του, τις κλοπές, τις ένοπλες εξορμήσεις, μόνος και στη συνέχεια με διάφορες συμμορίες, συχνότατα αντίπαλες μεταξύ τους).
Για την ακρίβεια, ο Βυϊγιάρ ανατρέπει την επίσημη εκδοχή για το εν λόγω περιστατικό, βασισμένος στο μοναδικό διαθέσιμο έγγραφο, μια δήλωση, που συνέταξε ένας φίλος του θύματος. Το θύμα, ο τεχνίτης Φρανκ Π. Κέιχιλ, ήταν ένας γεροδεμένος βετεράνος της βίας (εναντίον των Ινδιάνων, επίσης) που χλεύαζε και εκφόβιζε συστηματικά τον Μπίλι. Αραγε πότε, ακριβώς, τραβάει τη σκανδάλη ο Κιντ;
Κατά τη διάρκεια μιας σημαδιακής στιγμής, όταν ο άλλος τον έχει χτυπήσει άσχημα, όταν ο Μπίλι απειλείται σοβαρά, όταν είναι πεσμένος κάτω και, κυριευμένος από το κενό, αντιδρά επειδή δεν ξέρει πόσο μακριά είναι πια από τον δικό του θάνατο. Ο φίλος του θύματος, Μάιλς Λέσλι Γουντ, ήταν ένας «κακόβουλος ειρηνοδίκης» και «ιδιοκτήτης οίκου ανοχής», παντελώς αναξιόπιστος, οπότε καταλαβαίνετε.
Λοιπόν, ας σταθούμε στο μείζον, τι είναι ο Μπίλι όταν πετυχαίνει τον άλλον στην κοιλιά; «Απλώς ένα παιδί που παλεύει να σώσει το τομάρι του», ένα τρομαγμένο και ορφανό παιδί, αποφαίνεται ο Βυϊγιάρ. Και ο κατοπινός μέγας κακοποιός; Πότε αναδύθηκε μια τέτοια αντίληψη για τον Μπίλι; Πώς και γιατί μυθοποιήθηκε ο Κιντ; Αυτή είναι μια άλλη ιστορία, ενδιαφέρουσα και περίπλοκη, την οποία ξετυλίγει ο συγγραφέας όσο είναι εφικτό, όσο το επιτρέπουν τα χάσματα των γεγονότων και η σκόνη χρόνου, υπενθυμίζοντάς μας ότι «η λέξη desperado προήλθε από παραφθορά της ισπανικής λέξης desesperado, που σημαίνει απελπισμένος».

Ο Ερίκ Βυϊγιάρ υπηρετεί μια λογοτεχνία από τα κάτω, που σκοπό έχει να αποκαλύπτει τις δυνάμεις που εξακολουθούν να πλάθουν το σήμερα EPA/IAN LANGSDON
Το πλέγμα των συμφερόντων
Ο Βυϊγιάρ, ολοκληρώνοντας την έρευνά του, διαπίστωσε ότι, εν προκειμένω, η κατάσταση είναι και θολή και ευφάνταστη. Στο καινούργιο του βιβλίο Οι ορφανοί. Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ (2026), που κυκλοφόρησε γρήγορα στα ελληνικά και προστίθεται στο ανήσυχο corpus των υβριδικών αφηγημάτων του, επιχειρεί να επανατοποθετήσει εκείνο το νεαρό αγρίμι μέσα στην ωμή πραγματικότητα της εποχής του, να ξεζουμάρει από τη δική του φωτογραφία, θα έλεγε κανείς, προκειμένου να αποδώσει τη μεγάλη, κινούμενη, αμείλικτη εικόνα του καιρού του.
«Στην τελική του φάση, ο αποικισμός της ηπείρου, πλαισιωμένος κατά διαστήματα από τον στρατό, εγκαταλείφθηκε σε μικροεγκληματίες, ανατέθηκε σε ορδές ξυπόλυτων, αλητών και κλεφτών. Κόστιζε λιγότερο αυτό» τονίζει κάπου ο Βυϊγιάρ. «Σε αυτό το κεφάλαιο της αμερικανικής ιστορίας, ο Κιντ και οι όμοιοί του έπαιξαν τον μικρό τους ρόλο στην πορεία του κόσμου και δεν ήταν πια απαραίτητοι στην πρώτη άνθιση των μεγάλων ανισοτήτων» θα συμπληρώσει, κατόπιν, ο συγγραφέας.
Με επίκεντρο την κομητεία Λίνκολν, στο Νέο Μεξικό, παρακολουθούμε τους τρόπους με τους οποίους η σκληρή (και διόλου ρομαντική, διόλου ένδοξη) ζωή του Μπίλι δε Κιντ τρέχει εγκλωβισμένη μέσα σε έναν ακόμα «πιο σκοτεινό κύκλο συμφερόντων», οικονομικών και επιχειρηματικών, πολιτικών και κοινωνικών, βλέπουμε πώς το πλέγμα κεφαλαίου και κράτους είναι πανέτοιμο, αφού τους εκμεταλλευτεί, να θυσιάσει όχι μόνο όσους ενδέχεται να το ενοχλήσουν αλλά και όσους πασχίζουν μονάχα να επιβιώσουν, να υπάρξουν.
Αν σας ακούγονται πολύ ταξικά όλα αυτά, σας ακούγονται επειδή έτσι ήταν ανέκαθεν και έτσι παραμένουν. Να, κάτι με το οποίο δεν θα διαφωνούσε καθόλου ο Βυϊγιάρ, που υπηρετεί μια λογοτεχνία λεπταίσθητη και μαχητική, μια λογοτεχνία από τα κάτω, που σκοπό έχει να αποκαλύπτει, με ποικίλες ιστορικές αφορμές, τις δυνάμεις που εξακολουθούν να πλάθουν και να διαμορφώνουν το σήμερα, το φοβερό, αδιανόητο σήμερα.
Η ζωή ως μυθοπλασία
Ο Μπίλι δε Κιντ, του οποίου η ζωή σε ένα «ίσως» συνοψίζεται και αποτελεί «μυθοπλασία» σε αξιοπρόσεκτο βαθμό, μια «μυθοπλασία» καμωμένη από τις αφηγήσεις των άλλων, όπως του καουμπόη Τζορτζ Κόου, πέθανε στα είκοσι ένα του χρόνια. Φρόντισε ένας σερίφης για αυτό, ο σερίφης που τον σκότωσε. «Εκείνη τη στιγμή, λίγο πριν από τον θάνατό του, μερικά λεπτά πριν αρχίσει να πλέκεται ο θρύλος, ο Μπίλι δεν είναι παρά ένας μικροαπατεώνας, ανάμεσα σε τόσους άλλους. Δεν είναι κάποιος. Αργότερα ο Πατ Γκάρετ θα δημοσιεύσει τη διάσημη “Αληθινή ζωή του Μπίλι δε Κιντ”. Η ζωή του θα γραφτεί από τον δολοφόνο του».
Η μετάφραση της Στύλβας Πράσσου είναι άψογη. Πάντως, ο Eρίκ Βυϊγιάρ, που έχει αποσπάσει το Βραβείο Goncourt για την Ημερήσια διάταξη και βρέθηκε, με τον Πόλεμο των φτωχών, μεταξύ των φιναλίστ για το Διεθνές Βραβείο Booker, δεν ξεπερνά και τον εαυτό του με τούτο το βιβλίο, διεκπεραιώνει απλώς μια δουλειά που ήδη την ξέρει καλά. Ορισμένοι αφορισμοί του, ενώ ηχούν ωραία και παθιασμένα στ’ αφτιά, ελέγχονται για την εγκυρότητά τους. Τέλος, το λυρικό στοιχείο, όποτε εμφανίζεται, δεν χρειάζεται να είναι τόσο πομπώδες.



