Ο πρώην επικεφαλής του Eurogroup, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, μιλώντας στην έρευνα των δημοσιογράφων Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού, η οποία προβάλλεται στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ, σχετικά με την μεγάλη κρίση που βίωσε και συνεχίζει να βιώνει η χώρα μας, τόνισε χαρακτηριστικά: «Θεωρώ πως έκανα ένα σοβαρό λάθος. Και αυτό ήταν ότι δεν έθεσα ενώπιον των ευθυνών της την ελληνική κυβέρνηση του Καραμανλή γιατί αφελώς τον πίστευα. Και αυτό είναι το μόνο πραγματικό λάθος που έκανα».
Η παραδοχή των ευθυνών της υπό τον Κώστα Καραμανλή κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας κατά την περίοδο 2004-2009, είναι κάτι περισσότερο από εμφανής. Η αποστροφή του κ. Γιούνκερ, ομολογία του δικού του λάθους, σε μια υπόθεση η οποία αποτέλεσε και αποτελεί ένα εθνικό δράμα για τον Ελληνισμό, αφού πράγματι, μια άτακτη χρεοκοπία απεφεύχθη στο… χιλιοστό, γιατί μια άλλη κυβέρνηση, που δεν είχε την ευθύνη για αυτήν την κρίση, ανέλαβε το βάρος να οδηγήσει τη χώρα με ασφάλεια σε ήρεμα νερά, αν και σε μια ταραγμένη περίοδο, κατά την οποία, ούτε και η ίδια η ΕΕ, είχε σχέδιο αντιμετώπισης τέτοιων κρίσεων.
Ωστόσο, για όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις, η παραδοχή Γιούνκερ, δεν εκφράζεται για πρώτη φορά και κατά τούτο, δεν αποτελεί απλά ομολογία ενός πραγματικού βάρους για τον ίδιο τον πρώην επικεφαλής του Eurogroup, αλλά και ομολογία σχετικά με τις πραγματικές αιτίες της ελληνικής κρίσης, τις οποίες τοποθετεί σε χρόνο προγενέστερο της εκδήλωσης της κρίσης.
Ο κ. Γιούνκερ, μιλώντας με αυτοκριτική διάθεση, τον Ιούνιο του 2019, σε φόρουμ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην Πορτογαλία, είχε δηλώσει: «Ήταν και δική μου ευθύνη που τότε ήμουν μεταξύ εκείνων που ψήφισαν κατά της αύξησης της ισχύος και του ανεξάρτητου ρόλου της Eurostat. Αν αυτό είχε γίνει νωρίτερα, δεν θα είχαμε ζήσει την ελληνική κρίση με τον τρόπο που τη βιώσαμε». Και είχε προσθέσει με έμφαση, μιλώντας για όσα ακολούθησαν, μέχρι και την περίοδο της υπό τον Αλέξη Τσίπρα κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ: «Για όσους από μας βρεθήκαμε στο μάτι του κυκλώνα επί μήνες οι διαπραγματεύσεις ήταν μακρές και έντονες. Αλλά γνωρίζαμε τη σημασία της μάχης να παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη. Μιας μάχης για να αντιπαρέλθουμε χρόνια προκαταλήψεων, ιδεολογιών και κακοδιαχείρισης».
Οι δηλώσεις Γιούνκερ, αποτελούν μεν κόλαφο για την κυβέρνηση Καραμανλή – και αργότερα Τσίπρα -, αλλά ταυτόχρονα, αναδεικνύουν με τον πλέον δραματικό τρόπο, το γιατί η χώρα, παρά τις τυμπανοκρουσίες περί οικονομικού θαύματος, εξακολουθεί να κινείται σε τροχιά διαρκούς κρίσης, η οποία, εκτός από τις επαχθείς συνέπειες στα οικονομικά της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων, επιφέρει και ασύμμετρα πλήγματα στο δημοκρατικό μας οικοδόμημα, το οποίο με θυσίες και μεγάλο φόρο αίματος δημιούργησαν οι Έλληνες, μετά από δεκαετίες αυταρχισμού της δεξιάς και μιας δικτατορίας.
Οι πραγματικές αιτίες της κρίσης, ουδέποτε συζητήθηκαν. Ζητήματα που άπτονται της απουσίας θεσμών ελέγχου, διαφάνειας, αξιοκρατίας, λογοδοσίας και θεσμικής συγκρότησης, ποτέ δεν συζητήθηκαν. Ούτε και τα ζητήματα διάρθρωσης της οικονομίας, που οδήγησαν τότε σε έλλειμμα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στο 14,5% του ΑΕΠ. Δεν ήταν, λοιπόν, μόνο τα νούμερα που απέκρυβε η ελληνική κυβέρνηση της περιόδου 2004-2009, ήταν και το πώς φτάσαμε σε αυτά, αλλά και το πώς θα αντιμετωπίζαμε το πρόβλημα.
Πώς διαρθρώνεται για παράδειγμα ένα τόσο μεγάλο έλλειμμα σε χώρα μέλος της ΕΕ η οποία δεν διαθέτει εθνικό νόμισμα για να το υποτιμήσει; Και με ποιο εντέλει παραγωγικό πρότυπο θα μπορέσει η χώρα, όχι μόνο να σταθεί στον διεθνή ανταγωνισμό αλλά και να καινοτομήσει, προκειμένου να διαμορφώσει πλεόνασμα ασφάλειας για την Ελληνική κοινωνία σε περιβάλλον σύνθετο και ρευστό; Γιατί δεν είπε τίποτα για όλα αυτά η ΕΕ; Είναι προφανές ότι αν γίνει αυτή η συζήτηση θα αναδείξει τις πρακτικές συμφερόντων και υπέρμαχων του πελατειασμού και θα καταδείξει τις σκοπιμότητες της συντήρησης στην Ελλάδα και την ΕΕ. Γι’ αυτό, ούτε η Νέα Δημοκρατία, ούτε και ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξαν να γίνει αυτή η συζήτηση.
Μια ουσιαστική συζήτηση, όχι μόνον θα είχε αναδείξει τις ευθύνες όσων πραγματικά λειτούργησαν καταστροφικά για τη χώρα, αλλά θα είχε συμβάλει και στην αντιμετώπιση των χρόνιων παθογενειών στις οποίες είχε αναφερθεί ο κ. Γιούνκερ το 2019 στην Πορτογαλία. Η αποφυγή μιας τέτοιας συζήτησης, δεν είναι απλά μια ένδειξη ελαφρότητας ή ακόμη και ανευθυνότητας, αλλά συνειδητής επιλογής εκ μέρους συνολικά του πελατειακού πολιτικού συστήματος της χώρας.
Η επιλογή αυτή, συνδέεται ευθέως με τον έλεγχο του κράτους και των δομών της εξουσίας από το πελατειακό πολιτικό σύστημα, με σκοπό την ιδιοποίηση της εξουσίας και τη μετατροπή της σε λάφυρο για τη νομή της και την ικανοποίηση πελατειακών δικτύων, συμφερόντων και κατεστημένων, με τα οποία οι πελατειακές κομματικές ηγεσίες συναλλάσσονται για την αναρρίχηση και τη διατήρησή τους στην εξουσία.
Όλα τα σκάνδαλα τα οποία βλέπουν το φως της δημοσιότητας, επιβεβαιώνουν αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα και αναδεικνύουν το έλλειμμα δημοκρατίας που χαρακτηρίζει τον δημόσιο βίο.
Η οικονομική πραγματικότητα, που μπορεί να είναι ευνοϊκή για ένα 20-25% της κοινωνίας μας, αλλά τραγική για το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της, είναι αποτέλεσμα αυτού ακριβώς του ελλείμματος, το οποίο διαμορφώνεται από τη συντηρητική ηγεσία της δεξιάς, που στην παρούσα φάση έχει ενδυθεί δήθεν φιλελεύθερο και μεταρρυθμιστικό μανδύα. Και πράγματι, αυτός ο μανδύας, είναι φιλελεύθερος και μεταρρυθμιστικός, αλλά για τους λίγους που συναγελάζονται και συναλλάσσονται με τη σημερινή ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.
Ο πελατειασμός ωστόσο, δεν έχει συγκεκριμένο χρώμα, όπως επιβεβαίωσε και η διαχείριση της κρίσης από όλες ανεξαιρέτως τις κυβερνήσεις που προέβαλαν δήθεν αντιμνημονιακό μανδύα. Γιατί κυβέρνησαν με γνώμονα την ιδιοποίηση και όχι την αλλαγή της εξουσίας. Ενώ, ακόμη και κατά δήλωσή τους αριστερές, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, υιοθέτησαν απολύτως το αφήγημα Καραμανλή. Ακόμη και σήμερα, σχεδόν 20 χρόνια από την εκδήλωση της κρίσης, η προσπάθεια της υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας, να λοιδορεί και να περιθωριοποιεί κάθε αντίθετη άποψη, όπως και ο ανερμάτιστος λόγος του Αλέξη Τσίπρα, που από τη μια ξεπλένει τον Κώστα Καραμανλή και από την άλλη κάνει την αυτοκριτική του γιατί δεν έκλεισε νωρίτερα τις τράπεζες, επιβεβαιώνουν ότι ο πολιτικός τους λόγος εδράζεται σε πελατειακές επικοινωνιακές νόρμες που αποσκοπούν στη διαμόρφωση μιας σχέσης εξουσιαζόμενου και πελάτη, είτε με την καλλιέργεια φόβου, είτε με την παροχή μεσσιανικών υποσχέσεων.
Με τέτοιες αντιλήψεις, το πελατειακό πολιτικό σύστημα θα συνεχίσει να παράγει δεινά.
Αν κάτι ξεχώριζε το ΠαΣοΚ από αυτές τις αντιλήψεις, ήταν η πίστη στην αλλαγή της εξουσίας και τη σημασία της συμμετοχής του πολίτη. Το ΠαΣοΚ επεδίωκε τη διακυβέρνηση με τον λαό, όχι για τον λαό. Αυτή ήταν πάντα η αντίληψη που συνόδευε το ΠαΣοΚ στην ιστορική του πορεία, μια πορεία προσφοράς και δημιουργίας ενός καλύτερου μέλλοντος. Και αυτή η πορεία μπορεί να συνεχιστεί δημιουργικά. Με την ανάδειξη της αναγκαιότητας να υιοθετηθούν νέοι θεσμοί δημοκρατικής και συμμετοχικής οργάνωσης της Πολιτείας και να μεταβεί η χώρα σε ένα νέο βιώσιμο και δίκαιο αναπτυξιακό πρότυπο.
Αν όμως η συζήτηση για το λεγόμενο ελληνικό πρόβλημα δεν γίνει και αν δεν αντιμετωπιστούν ριζικά οι πελατειακές παθογένειες που ταλανίζουν τους Έλληνες και τη χώρα, οι κρίσεις θα εκδηλώνονται ως φυσικό φαινόμενο και οι υγιείς παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του τόπου θα τελούν υπό την ομηρία σωτήρων και μεσσιών, που θα συνεχίσουν ανενόχλητοι να υπηρετούν πελατειακά συμφέροντα και κατεστημένα.
Γι’ αυτό και η ευθύνη κάθε δημοκράτη πολίτη, είναι μεγάλη. Το διακύβευμα είναι η αλλαγή του πελατειακού πολιτικοοικονομικού συστήματος, όχι η αποτελεσματικότερη διαχείρισή του.



