Η Παρασκευή είναι ίσως η πιο δύσκολη ημέρα του αντιπροέδρου του ΣΕΒ και διαπραγματευτή της κυβέρνησης για τα μεγάλα έργα κ. Ευθύμιου Βιδάλη. Από το πρωί έχει πολύωρες συναντήσεις με τους παραχωρησιούχους που έχουν αναλάβει την κατασκευή και λειτουργία των τεσσάρων μεγάλων αυτοκινητοδρόμων – έργα που σήμερα είναι σταματημένα, λόγω της αναστολής της δανειοδότησής τους από τις τράπεζες.
Ηδη στα πρώτα ραντεβού καταγράφονται αιτήματα και διεκδικήσεις, αναζητούνται λύσεις και δίδεται η υπόσχεση τα θέματα να έρχονται επιλυμένα στην επόμενη συνάντηση. Στελέχη των εταιρειών δεν κρύβουν τη θετική τους έκπληξη για την επιλογή του κ. Βιδάλη, με τον οποίο φαίνεται ότι βρίσκουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας. Εκεί, βέβαια, τελειώνουν και οι αβρότητες. Το «οπλοστάσιο» των παραχωρησιούχων έχει επεκταθεί ήδη από τον Ιούλιο και η λίστα των διεκδικήσεών τους από το Δημόσιο μεγάλωσε, φτάνοντας από το ένα στο 1,5 δισ. ευρώ. Κύκλοι κοντά στην υπόθεση σημειώνουν ότι πολλές από τις απαιτήσεις των κατασκευαστών έχουν νομικά ερείσματα που δίνουν προβάδισμα σε περίπτωση προσφυγής στη Διεθνή Διαιτησία.
Ενα από αυτά, σημειώνουν, είναι το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης λόγω της ανόδου του ειδικού φόρου στα καύσιμα, που οδήγησε σε ραγδαία μείωση της κινητικότητας στους δρόμους, έβγαλε εκτός πλάνου τις προβολές κυκλοφορίας των business plan και έδωσε «πάτημα» στις τράπεζες να αναστείλουν τη χρηματοδότηση.
Μάλιστα, επισημαίνουν ότι στις συμβάσεις παραχώρησης προβλέπεται ότι αν ο νόμος τροποποιήσει δεδομένα των συμβάσεωνο παραχωρησιούχος θα δικαιούται να εγείρει αποζημιώσεις.
Και δεύτερη «μάχη» με τις τράπεζες
Αν το Δημόσιο και οι παραχωρησιούχοι δώσουν τα χέρια, θα ξεκινήσει δεύτερος γύρος διαπραγμάτευσης μεταξύ κατασκευαστών και τραπεζών. Πηγές εκτιμούν ότι εκεί τα πράγματα θα δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο τόσο λόγω της οικονομικής πίεσης όσο και της γεωγραφικής διασποράς των δανειστών.
Αλλες πηγές σημειώνουν ότι η υπόθεση θα κριθεί στο επιτόκιο του δανεισμού, θεωρώντας ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα προσφέρει καλύτερες συνθήκες, επισημαίνουν όμως ότι ανησυχία προκαλεί η στάση των ξένων τραπεζών. Εκεί υπάρχουν δύο «σχολές»: μία που λέει ότι η σταθεροποίηση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος της χώρας θα απομακρύνει το country risk και η άλλη που υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν προσφέρεται για επενδυτικές περιπέτειες. Παράλληλα εκτιμούν ότι η αλλαγή του επιτοκίου θα δημιουργήσει χρηματοδοτικό κενό που δεν μπορεί να εκτιμηθεί και είναι άγνωστο το πώς θα καλυφθεί.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ