Φρανκ Λαντζέλα
(Ρίτσαρντ Νίξον)
«Εθεσα βέτο»
« Ο Νίξον μού ήταν αδιάφορος την εποχή των συνεντεύξεων » παραδέχθηκε ο Φρανκ Λαντζέλα, ένας από τους πλέον έγκριτους αμερικανούς ηθοποιούς του θεάτρου, στο ενεργητικό του οποίου υπάρχουν εκατοντάδες ρόλοι, με πιο πρόσφατο παράδειγμα του Τόμας Μουρ στον «Ανθρωπο για όλες τις εποχές». «Τ ο γεγονός ότι δεν είχα γνώση από πρώτο χέρι των συνεντεύξεων δεν μου προκάλεσε καμία πίεση γιατί ήξερα ακριβώς τι θέλω:να βγάλω τον άνθρωπο πίσω από το κοφτερό μυαλό του πολιτικού που έκανε τεράστια λάθη.Δεν ήταν ένας διαβολικός κλόουν όπως έχω δει να τον αποδίδουν,αλλά ένας άνθρωπος με αδυναμίες όπως όλοι μας.Παίζοντας τον Νίξον ένιωσα να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο έκρινα ως τότε τους άλλους ».
Αν και εμφανισιακά ο Λαντζέλα, που διεκδικεί το Οσκαρ α΄ ρόλου, δεν θυμίζει καθόλου τον Νίξον (είναι και κατά δέκα πόντους ψηλότερος του πρώην Προέδρου), ο Πίτερ Μόργκαν και ο ΜάικλΓκράντεϊτζ τον επέλεξαν όταν είδαν την υποβλητική ερμηνεία του στο «Καληνύχτα, και καλή τύχη» του Τζορτζ Κλούνεϊ κατά τη διάρκεια μιας υπερατλαντικής πτήσης. « Οταν συζητούσαμε για τον ρόλο,έθεσα ένα βέτο» είπε ο Λαντζέλα. «Οχι προσθετικά.Είναι ένας δρόμος προς το πουθενά.Πού σταματάς άπαξ και αρχίσεις να τα χρησιμοποιείς;Σκέφτηκα ότι,αν έμπαινα μέσα στην ψυχή και την καρδιά του ανθρώπου,θα γινόμουν αποδεκτός ανεξαρτήτως της εμφάνισής μου.Ασφαλώςστην ταινία υπήρξε μακιγιάζ,αλλά ευτυχώς πολύ διακριτικό».
Μάικλ Σιν
(Ντέιβιντ Φροστ)
«Νόμιζε ότι ήταν ακίνδυνος»
«Η πρόκληση του να υποδύεσαι αληθινά πρόσωπα είναι μεγάλη » μας είπε ο Μάικλ Σιν, ο οποίος μετράει πέντε συνεργασίες με τον σεναριογράφο Πίτερ Μόργκαν (έχει υποδυθεί τον Τόνι Μπλερ σε δύο ταινίες του Στίβεν Φρίαρς σε σενάριο Μόργκαν: «Τhe deal» και «Βασίλισσα»). « Ξεκινάς με ένα σενάριο,αλλά όσο προχωράς στον ρόλο και γνωρίζεις ότι το πρόσωπο είναι αληθινό,νιώθεις προστατευτικός απέναντί του.Είσαι υποχρεωμένος να βρεις την ισορροπία γιατί έχεις ευθύνη απέναντι στο πρόσωπο αλλά και στην ιστορία που αφηγείσαι ». « Η τεχνική του Φροστ στις συνεντεύξεις ήταν να κάνει τον απέναντί του να αισθάνεται εξίσου άνετα με τον ίδιο.Αλλά ο Φροστ δεν ήταν απο δεκτός στο “κλαμπ” της κοσμοπολίτικης ελίτ και ο Ρίτσαρντ Νίξον δέχθηκε να του δώσει τη συνέντευξη πεπεισμένος ότι ο Φροστ ήταν ακίνδυνος.Ως ηθοποιός, το προκλητικό για μένα ήταν να ψάξω κάτω από την επιφάνεια της “ελαφράδας”,να βρω τον εσωτερικό κόσμο του Φροστ- εκείνον που δεν επέτρεπε να φανεί ».
« Το παράξενο σ΄ αυτή την ιστορία» επεσήμανε ο Σιν « είναι ότι όλοι γνωρίζουμε το τέλος της.Αυτό δεν φάνηκε να ενοχλεί τον κόσμο που είδε την παράσταση.Τουναντίον,συζητώντας έμαθα ότι πολύς κόσμος παρακολουθούσε το έργο με κομμένη την ανάσα. Γιατί από την άλλη πλευρά το τέλος είναι γνωστό και στον “Ρωμαίο και την Ιουλιέτα”.Αυτό δεν εμποδίζει τον κόσμο να βλέπει το έργο ξανά και ξανά… ».
Ρον Χάουαρντ
σκηνοθέτης
«Είχα κάνει λάθος»
Ο βραβευμένος με Οσκαρ σκηνοθέτης της ταινίας «Ενας υπέροχος άνθρωπος» ήταν μόλις 23 ετών όταν οι συνεντεύξεις Φροστ- Νίξον έλαβαν χώρα. Εκείνη την εποχή ο Χάουαρντ ήταν εξαιρετικά δημοφιλής ηθοποιός της τηλεόρασης χάρη στο κωμικό sitcom «Ευτυχισμένες μέρες». « Είχα παρακολουθήσει τις συνεντεύξεις » μας είπε όταν τον συναντήσαμε στο Λονδίνο. « Οχι επειδή μισούσα τον Νίξον αλλά ως αμερικανός πολίτης μπερδεμένος, με απορίες· ένας άνθρωπος που ήθελε να μάθει περισσότερα για την παραίτηση του προέδρου της χώρας του και γενικότερα για το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.Και όταν οι συνεντεύξεις τελείωσαν, ένιωθα όντως μια αίσθηση λύτρωσης,ότι ο βρώμικος κύκλος έκλεισε και ότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να ξανασυμβεί ποτέ στη δημοκρατία της Αμερικής.Οτι είχαμε πραγματικά μάθει κάτι από όλα αυτά.Δυστυχώς είχα κάνει λάθος ».
Για τον Χάουαρντ, ο Ρίτσαρντ Νίξον ήταν μια «τραγική φιγούρα» που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί έβλεπαν τη χώρα τους. « Ενώ θα μπορούσε να κατακτήσει σπουδαία πράγματα,η ανασφάλειά του τον κατέστρεψε.Και μαζί του κατέστρεψε την εμπιστοσύνη των Αμερικανών για την πατρίδα μας και το σύστημα διακυβέρνησης.Στη δύση του πολέμου στο Βιετνάμ νομίσαμε ότι είχαμε πάρει κάποια μαθήματα,αλλά τελικά “έσκασε” το Γουότεργκεϊτ και μαζί του η εγκληματικότητα που έφτανε ως την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.Ηταν ταπεινωτικό ».



