Ο σκηνοθέτης Λαέρτης Βασιλείου διάλεξε τον Νταβίντ, τον Κρις και τον Ενκε ανάμεσα σε πολλούς άλλους μετανάστες: εκτός από το γεγονός ότι ήταν καλοί ηθοποιοί, φάνηκαν εξ αρχής διατεθειμένοι να εκτεθούν. Ολες οι ιστορίες του έργου «Ενας στους δέκα» είναι βγαλμένες από τη ζωή τους, γι’ αυτό και οι ήρωες κρατούν τα αληθινά τους ονόματα: «Εμείς συστηνόμαστε με τα ονόματά μας. Δεν θέλουμε να χρησιμοποιούμε ψευδώνυμα».


Την ιδέα να στηθεί μια παράσταση με τη νεότερη γενιά ηθοποιών-μεταναστών ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος τη μοιράστηκε με τον Λαέρτη Βασιλείου, μια που στο Θέατρο του Νέου Κόσμου είχαν ανεβάσει και τους «Εμιγκρέδες» του Μρόζεκ (2003). Ηθοποιός και σκηνοθέτης ο ίδιος ο Βασιλείου (και ο πρώτος Αλβανός που μπήκε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου) ξεκίνησε την προετοιμασία χωρίς κείμενο αλλά με μοναδικό υλικό τις εμπειρίες της ομάδας. Αποτέλεσμα; Το Δώμα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου είναι γεμάτο κάθε βράδυ, με λίστες αναμονής και παράταση της παράστασης ως την Κυριακή των Βαΐων.


Ο Νταβίντ Μαλτέζε, 31 ετών, από τη Γεωργία, είναι τελειόφοιτος στη σχολή του Γιώργου Αρμένη. Ζει στην Ελλάδα εδώ και δέκα χρόνια. «Εκανα στρατό στη Γεωργία και μετά έφυγα για Ελλάδα. Οταν πρωτοπήγα να δουλέψω και είπα το όνομά μου, το αφεντικό μου με βάφτισε αμέσως “Αλέκο”. Οσον καιρό έμεινα εκεί κερνούσα στη γιορτή μου γλυκά σαν Αλέκος. Δούλεψα επίσης υδραυλικός, στην οικοδομή, σε βιοτεχνία παπουτσιών, πωλητής, και μετά σε εστιατόρια όπου από βοηθός σερβιτόρος έγινα μάνατζερ. Παράλληλα σπούδαζα»..


«Αλβανός μπήκε στη σχολή»


«Οταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα», λέει ο 26χρονος Ενκε Φεζολάρι από την Αλβανία, «δούλεψα σε μπαρ, καφέ, ταβέρνες, πουλούσα διαφημιστικά φυλλάδια. Πήγα σχολείο, στην έκτη δημοτικού. Αφού τέλειωσα το Λύκειο έδωσα εξετάσεις και πέρασα με την πρώτη στο ΚΘΒΕ, στη Θεσσαλονίκη. Αν και οι καλλιτέχνες είναι πιο ανοιχτά μυαλά, το ότι “Αλβανός μπήκε στη σχολή” διαδόθηκε αμέσως… Ο Ανδρέας Βουτσινάς, που ήταν δάσκαλός μου, έβρισκε υπέροχο το ότι είμαι από την Αλβανία. Γι’ αυτό και δεν με φώναζε με το όνομά μου αλλά “Αλβανέ…”. Είχε εντοπίσει το κόμπλεξ μου και με τον τρόπο του με βοήθησε να το ξεπεράσω…».


Ο 34χρονος Κρις Ραντάνοφ από τη Βουλγαρία είναι τελειόφοιτος της δραματικής σχολής Ιασμος. Ζει επτά χρόνια στην Ελλάδα. «Δούλεψα στην οικοδομή, μετά ψήστης και πίτσα-boy. Θυμάμαι μια γιαγιά που, μόλις άνοιξε την πόρτα να πάρει την πίτσα, με στραβοκοίταξε και μου είπε “Να είσαστε καλά παιδιά, να προσέχετε, να μην κάνετε κακά πράγματα, για να σας αγαπάμε και εμείς…”. Το να γίνω ηθοποιός ήταν ένα όνειρο που είχα ξεχάσει. Το θυμήθηκα όταν ήρθα εδώ. Ξέρω ότι η εμφάνισή μου φανερώνει ότι είμαι ξένος. Ακόμη και τώρα, που έχω όλα τα χαρτιά μου, έχω μια τάση να κρύβομαι…».


Με τον ρατσισμό στο επίκεντρο (μια λέξη που ξέρουν όλοι τους τόσο καλά) μπήκαν στην προσωπική τους περιπέτεια, που τους οδήγησε στο «Ενας στους δέκα»: Το όνομα, η εμφάνιση, το κυνήγι της αστυνομίας, τα χαρτιά, οι άδειες. Η δική τους καθημερινότητα εντάχθηκε στην παράσταση σε τέτοιες δόσεις ώστε το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός, η συγκίνηση και το μελό να ισορροπούν. «Εγώ θέλω την ψυχή σας», ήταν τα λόγια του σκηνοθέτη.


Νταβίντ: «Δεν ήξερα αν ήμουν έτοιμος να ξεγυμνωθώ μπροστά σε δύο άγνωστους που έβλεπα για πρώτη φορά. Σκεφτόμουν ότι ως ηθοποιός θα μπορούσα να κρύβομαι πίσω από τον ρόλο και να λέω όσα έχω να πω. Εδώ έγινε το αντίθετο: Ο ρόλος ήμουν εγώ και ήμουν εγώ που έπρεπε να πω πολύ προσωπικά πράγματα. Ούτε με τους φίλους μας δεν τα λέγαμε αυτά. Ποτέ δεν τους είπα πως εγώ έσκαβα μια τρύπα στον τοίχο για να κρυφτώ όταν ερχόταν η αστυνομία, ώστε να μη με βρει αλλά και να μη βρει τον μπελά του και το αφεντικό μου. Εδώ βγήκαν όλα στη φόρα».


Ενκε: «Κάποια στιγμή εγώ θέλησα να φύγω από την παράσταση γιατί αυτό που κάναμε ήταν αυτό που είμαστε. Δεν μου ζήτησαν να παίξω, αλλά να είμαι ο εαυτός μου. Ομως εγώ δεν ήμουν έτοιμος…».


Ισως και γι’ αυτό απέφυγαν ορισμένα θέματα, όπως το ποιος σηκώνει τη σημαία στις εθνικές επετείους, τα εργατικά ατυχήματα, τις μετανάστριες-πόρνες και την εκμετάλλευσή τους. Τα φοβήθηκαν.


Οι αποχρώσεις του ρατσισμού


Κρις: «Ελπίζουμε ότι με τα ρούχα και τα παπούτσια που φοράμε θα γίνουμε Ελληνες και θα μας αποδεχθούν. Εγώ όμως δεν θέλω να κρύβω ότι είμαι Βούλγαρος. Πριν από αυτή την παράσταση ήμουν ρατσιστής με τους άλλους μετανάστες. Τώρα σιγά σιγά αρχίζω ν’ αποδέχομαι και τους άλλους, με τη δική τους νοοτροπία, όπως ας πούμε τους Πακιστανούς. Γιατί κι εγώ σκεφτόμουν ότι είμαι στην Ευρώπη».


Ενκε: «Πρώτα πρέπει να αποδεχθούμε τη διαφορετικότητά μας σε σχέση με τους Ελληνες. Ζητάμε καλύτερη μεταχείριση, να μην περνάμε αυτή την κόλαση με τα χαρτιά μας. Η Ελλάδα είναι μια αντιφατική χώρα ­ και μας δέχεται και δεν μας βοηθά. Η Ελλάδα μου έδωσε τη δυνατότητα να γίνω ηθοποιός. Από την άλλη, υπάρχει ένα πολιτικό καθεστώς που με αφήνει απ’ έξω από όλα τα κοινωνικά. Και δεν εννοώ το να ψηφίσω. Αν θέλω, για παράδειγμα, να πάω ξαφνικά στη Βενετία για καφέ… δεν μπορώ. Δεν έχω ελληνικό διαβατήριο. Κι όμως. Εμαθα καλά ελληνικά (σ.σ.: πράγματι) κι έφθασα στο σημείο να μου μιλάει η μάνα μου στο σπίτι αλβανικά κι εγώ να της απαντώ ελληνικά. Τώρα προσπαθώ να ξαναμάθω τη γλώσσα μου. Στην Αλβανία δεν μπορώ να γυρίσω. Είμαι ξένος. Ακόμη κι εδώ με αντιμετωπίζουν κάπως αλλιώς οι Αλβανοί…».


Τελικά πόσες πατρίδες έχει ένας μετανάστης; Ο Κρις δίνει την καλύτερη απάντηση που νομίζω ότι εκφράζει και τους τρεις. «Στη ζωή υπάρχουν δύο γυναίκες, η μάνα σου και η γυναίκα σου. Και τις δύο τις αγαπάς. Ετσι αγαπάς και τις δύο πατρίδες». Ως ηθοποιοί, στην Ελλάδα, μπορεί να έχουν αποκτήσει κύρος, δεν στερούνται όμως και φθόνου ή ακόμη και κοροϊδίας. «Οπα, γίνατε τώρα και καλλιτέχνες…» τυχαίνει να ακούσουν. Το μόνο που φοβούνται πάντως είναι να μη στιγματιστούν ως ηθοποιοί για ρόλους μεταναστών.


Αντί για επίλογο ο Ενκε, ο Κρις και ο Νταβίντ είπαν ένα ανέκδοτο: «Οταν σε μια παράσταση παίζει ένας Αλβανός, τι κάνει ο Αλβανός; Μα, φυσικά, κλέβει την παράσταση!».