Τι απέγινε ο Οσάμα μπιν Λάντεν; Πώς οι Αμερικανοί άφησαν να τους διαφύγει ο άνθρωπος για τη σύλληψη και τιμωρία του οποίου εξαπέλυσαν μια γιγαντιαία στρατιωτική επιχείρηση 10.000 χιλιόμετρα μακριά από τις αμερικανικές ακτές; Και γιατί το τρομοκρατικό δίκτυο της Αλ Κάιντα είναι ακόμη ικανό να καταφέρει πλήγματα, όπως έκανε πριν από λίγες ημέρες στο γενικό προξενείο των Ηνωμένων Πολιτειών στο Καράτσι του Πακιστάν; «Το Βήμα» παραθέτει σήμερα τα συμπεράσματα μιας δισέλιδης έρευνας που έκανε η γαλλική εφημερίδα «Le Figaro» στο Πακιστάν και στις περιοχές των αφγανικών συνόρων όπου κατοικούν οι φυλές των Παστούν προκειμένου να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2001, πέντε μόλις ημέρες μετά το σκληρότερο τρομοκρατικό πλήγμα που καταφέρθηκε ποτέ κατά των Δυτικών, ο πρόεδρος Μπους υποσχέθηκε στον αμερικανικό λαό «να ξετρυπώσει από τις ποντικότρυπές τους» και να εξοντώσει «σαν τα ποντίκια» τον Οσάμα μπιν Λάντεν και τους πιστούς οπαδούς του.
Ολες οι ειδικευμένες αμερικανικές υπηρεσίες τότε ανέλαβαν δράση. Το FBI επωφελήθηκε από τη συνεργασία του πακιστανού προέδρου στρατηγού Περβέζ Μουσάραφ και του καθεστώτος του και δημιούργησε μια στενή συνεργασία με τις αντίστοιχες πακιστανικές υπηρεσίες στρατιωτικών πληροφοριών ISI και τις υπηρεσίες πληροφοριών του υπουργείου Εσωτερικών ΙΒ. Από την πλευρά της, η CIA απέστειλε στην περιοχή τα καλύτερα λαγωνικά της. Και σε βοήθεια των Αμερικανών προσφέρθηκαν αντίστοιχες υπηρεσίες πληροφοριών της Γερμανίας, της Βρετανίας, της Γαλλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Τον Οκτώβριο του 2001 ανέλαβαν δράση και οι ειδικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών στο έδαφος του Αφγανιστάν, όπου τον Νοέμβριο εισέρρευσαν και δυνάμεις του τακτικού αμερικανικού στρατού. Στο αεροδρόμιο Μπαγκράμ, 40 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Καμπούλ, οι Αμερικανοί εγκατέστησαν (όπως είχαν κάνει και οι Σοβιετικοί τη δεκαετία του ’80) μια τεράστια στρατιωτική βάση.
* Πρωτοφανής επιχείρηση
Ηταν προφανές ότι ποτέ άλλοτε δεν είχε στηθεί μια παρόμοια επιχείρηση στρατιωτικών μέσων και υπηρεσιών πληροφοριών, με χερσαίες, αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις μεγάλης έκτασης με τα τελευταίας εξέλιξης τεχνολογικά μέσα. Και όλα αυτά για την ανακάλυψη και σύλληψη κυρίως ενός ατόμου.
Ωστόσο εννέα μήνες αργότερα ο αρχιτρομοκράτης που καταζητείται σε ολόκληρο τον πλανήτη παραμένει ασύλληπτος ενώ και η οργάνωσή του Αλ Κάιντα είναι ακόμη ικανή να πλήττει γερμανούς τουρίστες στην Τζέρμπα, γάλλους ναυτικούς στο Καράτσι και το αμερικανικό προξενείο στο μεγαλύτερο λιμάνι του Πακιστάν. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, μετά τα πορίσματα των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και τις ομολογίες μερικών αφγανών αιχμαλώτων, οι αμερικανικές αρχές έχουν συμπεράνει ότι δεν αποκλείεται η Αλ Κάιντα να είναι ικανή να καταφέρει κατά των Δυτικών πλήγματα ίσως χειρότερα και από εκείνα της 11ης Σεπτεμβρίου.
Ακόμη πιο θεαματική όμως είναι η συνεχιζόμενη «εξαφάνιση» του Οσάμα μπιν Λάντεν, ο οποίος μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι μάλλον θα κρύβεται ακόμη στο Αφγανιστάν, μια μεγάλη χώρα όπου διαθέτει πολλούς φίλους με πάμπολλα φυσικά κρησφύγετα και όπου η τοπική κυβέρνηση δεν ελέγχει αποτελεσματικά παρά μόνο την πρωτεύουσα Καμπούλ.
Σε συνομιλίες που λέγεται ότι είχε με τον πακιστανό δημοσιογράφο Χαμίντ Μιρ, ο Μπιν Λάντεν δεν αναγνώρισε τη δική του ευθύνη για τρομοκρατικές πράξεις παρά μόνο εκείνη που προκάλεσε τον θάνατο 18 αμερικανών στρατιωτών στο Μογκαντίσου της Σομαλίας σε αποτυχημένη επιδρομή των Αμερικανών για τη σύλληψη του αρχηγού των σομαλών ανταρτών Μοχάμεντ Αϊντίντ. Εξάλλου, στις μακρές συνομιλίες του με τον δημοσιογράφο, ο Μπιν Λάντεν εξέφρασε τη λύπη του για τη διαίρεση των μουσουλμάνων σε Σουνίτες και Σιίτες ενώ επέμεινε στην ανάγκη συνεργασίας των οπαδών του με το Ιράν προκειμένου, όπως είπε, να καταπολεμηθεί η αμερικανική στρατιωτική παρουσία σε χώρες που φιλοξενούν τους Ιερούς Τόπους του Ισλάμ.
Είναι αξιοσημείωτο ότι πριν από μια μυστική συνάντηση του Μπιν Λάντεν με τον Μιρ, οι άραβες φύλακες του σαουδάραβα ηγέτη της Αλ Κάιντα υποχρέωσαν τον δημοσιογράφο να κάνει πέντε συνεχή λουτρά σε «χαμάμ». Η περίεργη εξήγηση που του έδωσαν ήταν ότι δεν έπρεπε να έχει στο δέρμα του καμιά ραδιενεργό ουσία. Ο Μιρ εξέφρασε την άποψη ότι ο Μπιν Λάντεν ήταν εξαιρετικά δημοφιλής με τον πληθυσμό στις ζώνες που ήλεγχαν οι Παστούν και πρόσθεσε: «Η άποψή μου είναι ότι ο Μπιν Λάντεν μετακινείται συνεχώς και μάλιστα σχεδόν φανερά».
* Στα βουνά της Τόρα Μπόρα
Στις 16 Νοεμβρίου 2001 η αμερικανική αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει καθημερινά την περιοχή Τόρα Μπόρα. Στις 29 Νοεμβρίου, και αφού είχε αρχίσει η επιδρομή χερσαίων αμερικανικών δυνάμεων, ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντικ Τσένι διαβεβαίωνε σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο ABC News ότι ο καταζητούμενος βρισκόταν σαφώς στην περιοχή Τόρα Μπόρα και ότι «δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να διαφύγει».
Οταν όμως στις 16 Δεκεμβρίου έπεσε το ορεινό συγκρότημα Τόρα Μπόρα, οι Αμερικανοί δεν βρήκαν παρά μερικές δεκάδες μέλη της Αλ Κάιντα που ήταν είτε αποσβολωμένοι είτε τραυματισμένοι. Ολοι οι υπόλοιποι μαχητές της Αλ Κάιντα, που υπολογίστηκαν σε πάνω από χίλιους, κατάφεραν να διαφύγουν από ορεινές διαβάσεις προς ζώνες όπου κυριαρχούσαν φυλετικές ομάδες φίλα προσκείμενες στους Πακιστανούς. Ενας άλλος πακιστανός δημοσιογράφος, ο Ματζίντ Μπαμπάρ, υποστηρίζει ότι ανακάλυψε τον υποτιθέμενο οδηγό αυτοκινήτου του Μπιν Λάντεν ονόματι Νουρ Μπαζ, που λέγεται ότι ζει ήρεμα στο ορεινό χωριό του βορείως της Τζαλαλαμπάντ. Ο Μπαζ είπε ότι το αφεντικό του του χορήγησε «άδεια» στις 12 Δεκεμβρίου 2001 ενώ και οι δύο βρίσκονταν κοντά στα πακιστανικά σύνορα. Ο Μπιν Λάντεν, που λέγεται ότι βρισκόταν σε «άριστη φόρμα», ευχαρίστησε τον οδηγό του για τις υπηρεσίες του και του έδωσε ως δώρο 300.000 ρουπίες (ισοδύναμες με 5.000 δολάρια) και κατόπιν «εξαφανίστηκε» με τη συνοδεία εικοσάδας αράβων σωματοφυλάκων.
* Η αποτυχία και οι αιτίες
Ηταν φανερό ότι ο Μπιν Λάντεν διέφυγε από τον κλοιό των Αμερικανών στην Τόρα Μπόρα παρά τη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων εκ μέρους του αμερικανού στρατηγού Τόμι Φρανκς, που είχε το γενικό πρόσταγμα. Ο Μπαμπάρ απέδωσε την αποτυχία των Αμερικανών «στην έλλειψη του κατάλληλου τακτικού προγραμματισμού, στο ανώμαλο έδαφος και στην εξάρτηση από μη έμπιστους συμμάχους».
Ο κοινός νους θα είχε πείσει τους Αμερικανούς ότι έπρεπε να έχουν κλείσει ερμητικά τη ζώνη της Τόρα Μπόρα προτού βασιστούν σε αφγανούς «συμμάχους» να εξαπολύσουν την τελική επίθεση. Υποτίθεται ότι ο Φρανκς είχε στη διάθεσή του τη 10η αμερικανική ορεινή μεραρχία, η οποία όμως είχε στρατοπεδεύσει στο Ουζμπεκιστάν και δεν έκανε τίποτε. Ακόμη και η άνοδος αμερικανών στρατιωτών με μουλάρια στην Τόρα Μπόρα για την καθοδήγηση των αεροπορικών επιδρομών δεν απέτρεψε τη διαφυγή του Οσάμα μπιν Λάντεν. Επιπλέον, ήταν λανθασμένη η εξάρτηση της τελικής εφόδου στην Τόρα Μπόρα από μη πιστούς αφγανούς συμμάχους, οι οποίοι ενδιαφέρονταν κυρίως για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων και όχι εκείνων του Φρανκς.
Ετσι, πολλά μέλη της Αλ Κάιντα σκορπίστηκαν σε διάφορες φυλετικές ζώνες, όπως δείχνουν οι βομβαρδισμοί με ρουκέτες που ακούγονται ενίοτε σε πολλές περιοχές κοντά στα πακιστανικά σύνορα.
ΑΠΗΧΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΗ Ο «ζωντανός θεός»
Συνεργάτης της εφημερίδας «Le Figaro» συνάντησε τυχαίως στις πολυήμερες έρευνές του έναν περιπλανώμενο «μηχανικό» που επισκεπτόταν διάφορα χωριά για να κάνει «μπίζνες», όπως είπε σε άπταιστα αγγλικά. Εξεπλάγη όμως όταν άκουσε ότι ο γάλλος δημοσιογράφος εξέταζε πώς και προς τα πού διέφυγε ο Οσάμα μπιν Λάντεν και σχολίασε αβίαστα: «Αν εγώ έβρισκα τον Μπιν Λάντεν στο κατώφλι του σπιτιού μου, ασφαλώς και θα τον φιλοξενούσα. Και για όσο χρόνο θα το ήθελε. Θα ήταν φιλοξενούμενός μου και θα τον προστάτευα όσο μπορούσα, όπως το επιβάλλει ο κώδικας τιμής των Παστούν».
Το σχόλιο αυτό και άλλα παρόμοια δείχνουν ότι, επειδή τόλμησε να αψηφήσει θεαματικά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Οσάμα μπιν Λάντεν έχει μετατραπεί σε «ζωντανό θεό» για δεκάδες εκατομμύρια μουσουλμάνους, ιδιαίτερα στη Νότια Ασία. Ουσιαστικά αυτό σημαίνει ότι σήμερα υπάρχει μια νέα γενιά Αφγανών και Πακιστανών που μάλλον δεν πρόκειται να προδώσουν τον ήρωά τους, έστω και για τα 25 εκατ. δολάρια που έχουν προσφερθεί για τη σύλληψή του. Οι Αμερικανοί ανακαλύπτουν σε αυτή την περίπτωση ότι η ιδεολογία μπορεί να υπερισχύσει του χρήματος.



