«Θα ήθελα να παίζω πιάνο όπως ο Κιθ Τζάρετ»





­ Είχατε δει ποτέ το υπουργείο Πολιτισμού ως στόχο πολιτικό, κυρία Παπαζώη;


«Πάντα!».


Η απάντηση έρχεται μονολεκτικά και σίγουρα αποκαλύπτοντας την αποφασιστικότητα και την ικανοποίηση του ανθρώπου που βλέπει το όραμά του να εκπληρώνεται.


Εκείνο που κάνει τη διαφορά όμως στο πρόσωπο της νέας υπουργού είναι ότι ο πολιτισμός συγκεντρώνει ούτως ή άλλως το μεγάλο ενδιαφέρον της και πέρα από το πολιτικό επίπεδο στο καθαρά ιδιωτικό. «Δεν θα είχα κανένα πρόβλημα», λέει χαρακτηριστικά, «να μην είμαι πολιτικός ή πολιτικός μηχανικός, όπως είναι η δουλειά μου, και να είμαι καλλιτέχνης». Και αν βιαστεί κάποιος να θεωρήσει ότι πρόκειται για φιλοφρόνηση προς το δυναμικό του χώρου στον οποίο εκ των πραγμάτων θα κινηθεί, η ενασχόλησή της με τον πολιτισμό σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και μέσα από τις θέσεις τις οποίες μέχρι στιγμής έχει αναλάβει, στο ΥΠΕΧΩΔΕ και στο υπουργείο Αιγαίου, μπορεί να άρει τις επιφυλάξεις.


Λίγες μόνο ημέρες μετά την τοποθέτησή της στην κεφαλή του υπουργείου Πολιτισμού η κυρία Ελισάβετ Παπαζώη ενημερώνεται για τα πεπραγμένα του υπουργείου, κληρονομιά και του προκατόχου της κ. Βενιζέλου, αλλά και για τα ανοιχτά προβλήματα του πολιτισμού. Σε μια εποχή που το αντικείμενο του υπουργείου έχει διευρυνθεί με την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων από την Ελλάδα και με την οργάνωση της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας και λίγους μήνες πριν από την αλλαγή της χιλιετίας, που θα τη βρει υπουργό Πολιτισμού της χώρας, εκείνη έχει να καταθέσει το δικό της όραμα για τον πολιτισμό. Ενα όραμα που ξεκινά από τη θέση ότι τα μεγάλα πλεονεκτήματα της χώρας είναι το περιβάλλον της, η πολιτιστική κληρονομιά της και το ανθρώπινο δυναμικό της και από την πεποίθηση ότι η Ελλάδα μπορεί και σήμερα να παράγει πολιτισμό.


«Ο πολιτισμός και το περιβάλλον υπήρχαν πάντα σε αρμονία στην Ελλάδα», λέει, «έστω κι αν σήμερα αυτή η αρμονία μοιάζει να έχει διαταραχθεί. Εχουμε στα χέρια μας ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο, το πρόβλημα όμως είναι ότι μας λείπει η αυτογνωσία, η συνείδηση δηλαδή ότι οι δύο αυτές συνιστώσες με τη σωστή διαχείρισή τους μπορεί να παίξουν ένα ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, σαν μια αναπτυξιακή δυνατότητα της χώρας μας, σε συνδυασμό με τα πολιτιστικά αγαθά που μπορεί να παράγει και με την απασχόληση που μπορεί να δημιουργήσει. Εχουμε μια τεράστια πολιτιστική κληρονομιά την οποία δεν οφείλουμε απλώς να προστατέψουμε και να αναδείξουμε αλλά και να τη διαχειρισθούμε με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελέσει πηγή ανάπτυξης».


Αλλά αν η πολιτιστική κληρονομιά είναι το ένα σκέλος του ελληνικού πολιτισμού, το άλλο σίγουρα είναι το σύγχρονο γίγνεσθαι, όπως διαμορφώνεται από τους σημερινούς δημιουργούς. Μιλάμε για το σύγχρονο πρόσωπο της Ελλάδας, που όμως, όπως και η κυρία Παπαζώη έχει να επισημάνει, δεν προβάλλεται με τον τρόπο εκείνο που να δείχνει τη συνέχεια του πολιτισμού, «που θα μπορούσε να δώσει το στίγμα ότι η Ελλάδα μπορεί και σήμερα να παράγει πολιτισμό». «Εχουμε ένα πολύ αξιόλογο δυναμικό σε όλους τους τομείς της τέχνης» λέει. «Γλύπτες, ζωγράφους, μουσικούς με παγκόσμια λάμψη που, ενώ είναι γνωστοί ως άτομα, παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα δεν ταυτίζεται μαζί τους στη συνείδηση του κόσμου».


Τι φταίει; «Είναι φανερό ότι θα χρειαζόταν μια ευρύτερη δημόσια υποστήριξη», πιστεύει η κυρία Παπαζώη, «στην προβολή του πολιτιστικού προϊόντος και έξω από τα σύνορα της Ελλάδας. Και εδώ έχουν να παίξουν μεγάλο ρόλο το υπουργείο Πολιτισμού και ο τουρισμός σε μια γενικότερη πολιτική υποστήριξης και προβολής της εξαγωγής του πολιτιστικού προϊόντος».


­ Η κατάργηση των συνόρων για μια χώρα μικρή όπως η δική μας νομίζετε ότι μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο για την ταυτότητα και την ιδιαιτερότητά της;


«Η μόνη αντίδραση απέναντι σε αυτή την ομοιογενοποίηση που ζουν σήμερα πολύ περισσότερο άλλες χώρες της Ευρώπης και λιγότερο η δική μας είναι η προσπάθεια της συστηματικής παραγωγής πολιτιστικών αγαθών αφενός αλλά και η προβολή τους αφετέρου προς τα έξω ώστε να μην είναι προϊόντα που καταναλώνονται μόνον εντός των συνόρων μας. Ή θα γίνει λοιπόν μια τέτοια προσπάθεια ή διαφορετικά θα κατακλυστούμε κι εμείς στο μέλλον από την ξένη κουλτούρα. Και δεν απαιτείται μεγάλη οργάνωση για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Πιστεύω ότι η κινητοποίηση των δυνάμεων που υπάρχουν στη χώρα είναι αρκετή για να επιτύχει».


­ Σας τρομάζει το χαμηλό ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού που αντιστοιχεί στο υπουργείο Πολιτισμού;


«Υπάρχουν και άλλες πηγές πόρων από ιδιωτικούς φορείς που θα μπορούσαν να συμπληρώνουν το τελικό ποσό. Επιπλέον πιστεύω ότι, αν αξιοποιήσουμε σωστά την πολιτιστική κληρονομιά μας, θα μπορούσαμε να έχουμε έσοδα που θα επενδύονταν ξανά στον πολιτισμό. Ωστόσο θα πρέπει επίσης να σας πω εδώ ότι δεν θεωρώ αυτή τη στιγμή πως η λογική του επιδοτούμενου πολιτισμού πρέπει να είναι η κυρίαρχη».


Πεποίθηση της κυρίας Παπαζώη είναι ότι για την Ελλάδα είναι απαραίτητο να υπάρξουν παρεμβάσεις πολιτιστικού χαρακτήρα για να δημιουργήσουν εκείνους τους πόλους έλξης που θα αλλάξουν τη μοίρα και την τύχη του τόπου. Η πρόσφατη επίσκεψή της στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Μπιλμπάο, όπου εκ του μηδενός, όπως επισημαίνει, δημιουργήθηκε ένα κέντρο πολιτισμού που άλλαξε με ταχύ ρυθμό την ανάπτυξη όλης της περιοχής, την κάνει να πιστεύει ότι κάτι αντίστοιχο «όχι μόνο μπορεί να γίνει αλλά οφείλουμε να γίνει και στην Ελλάδα!». «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες», προσθέτει, «είναι μια μεγάλη ευκαιρία κατ’ αρχήν προκειμένου να ξανασκεφθούμε τέτοιου είδους παρεμβάσεις, οι οποίες ξεκίνησαν πάντως με το μεγάλο έργο της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, που στην πραγματικότητα είναι η απόδοση της ιστορικής μνήμης σε αυτή την πόλη, αλλά και με το Μουσείο Μοντέρνας Τεχνης, το Ιδρυμα Γουλανδρή και μια σειρά άλλες πρωτοβουλίες που ήδη έχουν δρομολογηθεί».


Εργασιομανής, όπως η ίδια χαρακτηρίζει τον εαυτό της, με ανάγκη εμβάθυνσης στα πράγματα, στοιχείο που της δίνει τη δυνατότητα ευρύτερης γνώσης, η κυρία Παπαζώη δεν πιστεύει ότι πρόκειται ενδεχομένως για μια φιλοφρόνηση προς το γυναικείο φύλο η παράδοση που έχει διαμορφωθεί πλέον στο υπουργείο Πολιτισμού, όπου για τέταρτη φορά τοποθετείται στην κεφαλή του μια γυναίκα. «Δεν πιστεύω ότι είναι ο πολιτισμός που ταιριάζει στις γυναίκες», λέει, «αλλά ότι είναι ένα υπουργείο που ταιριάζει σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τον πολιτισμό», επισημαίνοντας παράλληλα ότι ο πολιτισμός και η πολιτιστική πρακτική είναι κομμάτι της παιδείας του καθενός μας. Η ίδια ακούει πολλή μουσική, διαβάζει, όπως την «Αφροδίτη» της Ιζαμπέλ Αλιέντε, «Το μπιλιάρδο στις εννιάμισι» του Μπελ και την «Αναζήτηση» του Νίκου Θέμελη, αλλά και ξαναδιαβάζει κάποια βιβλία, όπως του Μαρκές, ενώ δεν κρύβει ότι περνά μια περίοδο αρχαιολατρίας, όπως τη χαρακτηρίζει, με τον Αδριανό και το βιβλίο του Τόινμπι «Οι Ελληνες και οι κληρονομιές τους».


Αναγνωρίζει ωστόσο ότι πολιτική και πολιτισμός μπορεί να συγκρούονται καμιά φορά. Αν και αυτό, όπως επισημαίνει, δεν παράγεται υποχρεωτικά μέσα από το υπουργείο Πολιτισμού αλλά μπορεί να συμβαίνει γενικότερα. Η ίδια πάντως έχει να πει για τους ανθρώπους του πολιτισμού μόνο καλά λόγια.


­ Ενας παλιότερος υπουργός Πολιτισμού, κυρία Παπαζώη, ο κ. Κούβελας, είχε χαρακτηρίσει με μια προσβλητική έκφραση τους ποιητές. Ενας άλλος τέως υπουργός, ο κ. Θ. Πάγκαλος, επέκρινε τους καλλιτέχνες που διοργανώνουν μια συναυλία για το Κουρδικό. Αυτή άραγε είναι η γνώμη των ελλήνων πολιτικών για τους καλλιτέχνες της χώρας;


«Εγώ μπορώ να μιλήσω για τον εαυτό μου. Αν με ρωτούσατε τι θα ήθελα να είμαι, θα σας έλεγα ότι θα έδινα κάποια χρόνια από τη ζωή μου για να παίξω πιάνο όπως ο Κιθ Τζάρετ, για να συνθέσω όπως ο Βαγγέλης Παπαθανασίου ή για να τραγουδήσω έστω κι ένα βράδυ σαν τη Μαρία Κάλλας. Με λίγα λόγια, πιστεύω ότι είναι πολύ μεγάλος ο πλούτος που έχουν οι καλλιτέχνες, κάτι που εμείς οι άλλοι άνθρωποι το στερούμαστε και τους ζηλεύουμε. Η στάση μου λοιπόν απέναντί τους είναι μόνο θετική».


­ Θα πάτε επομένως στη συναυλία που οργανώνουν;


«Ως άτομο θα το έκανα οπωσδήποτε, ως υπουργός όμως πρέπει να σας πω ότι θα πρέπει να μετρήσω κι άλλα πράγματα».