Κάποτε το παράδοξο της Κεφαλλονιάς ήταν η κουνόπετρα στο Ληξούρι. Και όλοι αναρωτιόνταν «γιατί ο βράχος κουνιέται». Μετά ήταν η λίμνη της Μελισσάνθης. Και όλοι αναρωτιόνταν «πού πάνε τα νερά της». Υστερα η πέτρα σταμάτησε να κουνιέται και τα νερά βρέθηκε πού πάνε. Τότε ήταν που έφθασε στο νησί ο λοχαγός Κορέλι. Και πλέον ούτε ο Αγιος Γεράσιμος δύναται να απαντήσει σ’ αυτό που όλοι αναρωτιούνται: «Τι συμβαίνει στο νησί μας;»
Τώρα, ας πούμε, που εσείς διαβάζετε αυτό το κείμενο, ένας λόχος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου μέσα σ’ ένα χαράκωμα σημαδεύει ολημερίς με άσφαιρα φυσίγγια τα πτηνά τ’ ουρανού με πολυβόλο του 1940. Και αν οι οδηγοί του παρακείμενου δρόμου νιώθουν των ηχητικών εφέ ένεκα σαν να διασχίζουν τη λωρίδα της Γάζας, η κατάστασή τους λιγότερο αλλόκοτη φαίνεται από αυτήν που βιώνουν οι λουόμενοι στην παραλία της Αντισάμου: δέκα μέτρα από εκεί που πλατσουρίζουν ευτυχισμένα, απλώνεται ένα απέραντο ιταλικό στρατόπεδο του οποίου οι στρατιώτες εντός των προσεχών ημερών παρακάμπτοντας ξαπλώστρες τε και ομπρέλες θα εφορμήσουν στα μεταγωγικά πλοία για να αποτολμήσουν απόβαση στα στούντιο του εχθρού. Ητοι στην πρωτεύουσα του νησιού, το Αργοστόλι, που προς το παρόν βρίσκεται στην περιοχή της Σάμης. Μπερδευτήκατε είπατε; Τι να πουν και οι Κεφαλλονίτες;
Τα σπίτια τους είναι σαν να μεταφέρθηκαν έξαφνα στα άδυτα κάποιου στούντιο της Τσινετσιτά. Ολόκληρο το προ σεισμού Αργοστόλι εντός ενός μηνός, ακολουθούν… αντίστροφη πορεία Ατλαντίδος, ανεδύθη στη μία άκρη της παραλίας της Σάμης οι κάτοικοι έκπληκτοι βλέπουν καθημερινά διάφορες ηλικιωμένες Αργοστολιώτισσες να περιδιαβάζουν τα στενά του σκηνικού κλαίουσες με δάκρυα νοσταλγίας που ξαναείδαν το Αργοστόλι των παιδικών τους χρόνων! Κατά παρεμφερή τρόπο δε, κλαίουν ενίοτε και οι ρεπόρτερ που έχουν κατακλύσει το νησί αυτοί επειδή τα μέτρα ασφαλείας είναι τόσο αυστηρά ώστε τον Νίκολας Κέιτζ ούτε ως κουκκίδα στο βάθος του πλάνου δεν μπορούν να τον πιάσουν. Ευτυχώς υπάρχουν οι ντόπιοι να παρηγορήσουν τους δυστυχείς ρεπόρτερ. Οι ντόπιοι οι οποίοι είναι πρόθυμοι να διαθέσουν τις γνώσεις τους σε σχέση με τη μορφολογία της περιοχής πάντα με το αζημίωτο, εννοείται. Τώρα που αρχίζουν τα γυρίσματα στο άρτι στηθέν ιταλικό στρατόπεδο της Αντισάμου, ας πούμε, οι βοσκοί του βουνού που ορθώνεται πίσω του τρίβουν τα χέρια τους βλέπετε, αυτοί ξέρουν τα μονοπάτια για να φθάσει κάθε παράτολμος παπαράτσι σε απόσταση που ο τηλεφακός του να κάνει θαύματα. Προηγήθηκαν οι ψαράδες βεβαίως στην καθοδήγηση των παπαράτσι, οι οποίοι όλη την περασμένη εβδομάδα φόρτωναν τρεις τρεις τους φωτογράφους σε φουσκωτά και ψαρόβαρκες και τους περνούσαν λάθρα από τις παραλίες όπου γινόταν γύρισμα και αν εξεγείρετο ολόκληρο το συνεργείο της ταινίας στην ξηρά άμα τη εμφανίσει τους, οι εκπρόσωποι των ΜΜΕ έφευγαν μετά το πέρας της αποστολής πασιχαρείς. Δεν ήταν οι μόνοι. Το χαμόγελο των ξενοδόχων της Σάμης, π.χ., ποτέ δεν άφηνε μικρότερο κενό μεταξύ των αφτιών τους. Κάποιοι από αυτούς, που φιλοξενούν και μέλη του συνεργείου της ταινίας, υπολογίζουν ότι οι εφετινές εισπράξεις τους θα εκτιναχθούν στα ουράνια αύξηση κερδών της τάξεως του 60% προσδοκούν. Αντιστοίχως επιχαίρουν και οι ιδιοκτήτες… γαϊδουριών ανά την Κεφαλλονιά βλέπετε, έχουν ενοικιάσει στην παραγωγή τα τετράποδά τους προς 20.000 δρχ. την ημέρα έκαστον!
Οι Βιετκόνγκ της Σάμης
Ποιος θα περίμενε τέτοια εξέλιξη; Ως πριν από ένα δίμηνο η κατάσταση για τους αμερικανούς ιθύνοντες του φιλμ ομοίαζε με εκείνη που προ ολίγων δεκαετιών έζησαν οι συμπατριώτες τους στο Βιετνάμ οι ντόπιοι, δίκην Βιετκόνγκ, παραμόνευαν για να εφορμήσουν με την πρώτη ευκαιρία στην τσέπη τους. Στο ενδιάμεσο δίμηνο βεβαίως οι όψιμοι Βιετκόνγκ διεπίστωσαν ότι λόγος αψιμαχιών δεν υφίστατο καθ’ ότι ουδείς επιθυμούσε περισσότερο να ξοδευθούν επάνω τους τα άπειρα μηδενικά του κορέλειου προϋπολογισμού απ’ ό,τι εκείνοι που τον υπέγραφαν ήτοι οι υπεύθυνοι του φιλμ. Ηταν τότε που απρόσμενα μικρά λόττο άρχισαν να κληρώνουν στους κατοίκους της Σάμης: οι έχοντες σπίτι, ξενοδοχείο ή κατάστημα στην παραλία επλούτισαν τον τραπεζικό τους λογαριασμό κατά 10-20 εκατ. δρχ. έκαστος καθ’ ότι εκρίθη πως αυτό ήταν το ενοίκιο που όφειλαν να εισπράξουν για τους δύο επόμενους μήνες η κυρία που μέχρι πρότινος διατηρούσε παραλιακό κομμωτήριο στη Σάμη, φέρ’ ειπείν, εισέπραξε 10 εκατ. δρχ. και έκτοτε ποσώς ενδιαφέρεται για την κόμη των πελατισσών της και για το πού αυτή θα καλλωπίζεται εις το εξής. Ετερος τυχερός ο ιδιοκτήτης καφετέριας επί της παραλίας, όστις κατέστη κατά 20 εκατ. δρχ. πλουσιότερος εν μια νυκτί. Οσο για τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου «Κάστρο», στο οποίο εδράζονται πλέον τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας παραγωγής, λέγεται πως δεδομένου και του μεγέθους του ακινήτου του η δική του προσφορά στην τέχνη απετιμήθη με το συμβολικό ποσόν των… 150 εκατ. δρχ.!
Εξυπακούεται ότι το ανωτέρω δείγμα γραφής (ή μάλλον υπογραφής επιταγών) έπεισε και τους πλέον δύσπιστους των κατοίκων για το αγαθόν της προθέσεως των παραγωγών εξ ου και έκτοτε σταμάτησαν να αποκαλούν «κουτόφραγκους» άπαντες τους εμπλεκομένους με την ταινία. Αυθωρεί αντικατέστησαν το προαναφερθέν προσωνύμιο με το μακράν χαϊδευτικότερο «κορέληδες». «Για κορέληδες ψάχνεις;» σε ρωτά, ας πούμε, άμα τη αφίξει ο περιπτεράς της Σάμης, «Αύριο πάω να τα φάω απ’ τους κορέληδες!» ανακράζει χαιρετών την ομήγυρη θαμών του καφενείου που επελέγη ως κομπάρσος της ταινίας κ.ο.κ. Για προφανείς λόγους είθισται όπου οι προαναφερθέντες «κορέληδες» ευδοκιμούν να βλέπει κανείς και νησιώτες με οφθαλμούς έμπλεους δολαρίων απαράλλακτο θέαμα με εκείνο των ντισνεϊκών καρέ: η ίριδα-κουλοχέρης του Σκρουτζ Μακ Ντακ στριφογυρνά και αστράφτει μπρος στην προσδοκία της ανόδου στάθμης στο θησαυροφυλάκιό του. Διότι και όσοι ακόμη δεν ευτύχησαν να διαθέτουν ένα σπίτι ή έστω μερικά ντουβάρια προς ενοικίαση (μην εκπλήσσεσθε, χαρίεσσα δεσποινίς που διέθετε ημικρημνισθέν παράπηγμα 50 τετραγωνικών στη ράχη του βουνού που δεσπόζει πάνω από τη Σάμη έλαβε 2 εκατ. δρχ. ως μίσθωμα για το προσεχές δίμηνο…) δύνανται να διαθέσουν προς ενοικίαση τον… εαυτό τους. Και δεν εννοούμε μόνο τους εργάτες του νησιού, που γνωρίζουν χρυσές ημέρες δημιουργίας στην κατασκευή σκηνικών (χρυσές κυριολεκτικώς, καθ’ ότι μερικοί εξ αυτών λαμβάνουν ημερομίσθιο της τάξεως των 80.000 δρχ.!), αλλά και το μεγάλο κεφάλαιο που ακούει στο όνομα «κομπάρσοι». Διότι εκ σεναρίου απαιτούνται κομπάρσοι ων ούκ εστιν αριθμός για να πλαισιώσουν τον ακριβοθώρητο κ. Κέιτζ εμπρός τους και εκείνος ο Σεσίλ ντε Μιλ θα απέμενε ενεός. Μόνο από την Κεφαλλονιά θα χρησιμοποιηθούν περίπου 350 άτομα. Εξ ου και εδώ και περίπου έναν μήνα ουκ ολίγα τζιπάκια με μεικτό πλήρωμα (ήτοι έναν Ελληνα και έναν ξένο) έχουν βγει παγανιά αλιεύοντα τις γραφικότερες φυσιογνωμίες της νήσου. Τη μεγαλύτερη πέραση, δε, έχουν οι φέροντες ανοικτόχρωμους οφθαλμούς (διότι κάποιος πρέπει να παίξει και τους «κακούς», οι οποίοι τυγχάνουν Γερμανοί) και οι ευρισκόμενοι στο φάσμα ηλικιών που ανοίγεται μετά τα δεύτερα «-ήντα».
Η περούκα της κυρίας Μαρίας
Καθ’ ότι διαθέτει αμφότερα τα ζηλευτά προσόντα, ο κ. Αγγελος Μαρίνης είναι εσχάτως ένας ευτυχής άνθρωπος. «Με βρήκανε σ’ ένα δρόμο που πήγαινα και μου λένε “έλα να παίξεις”» διηγείται ο κ. Αγγελος. «Ε, είπα κι εγώ, “ας πάω, πού θα βρεθώ να ξαναπαίξω στο σινεμά;”. Με πήραν λοιπόν να με ντύσουνε… Είχανε κάτι ωραία κουστούμια στρατιωτικά, τους λέω κι εγώ “δώστε μου μωρέ ένα τέτοιο”. “Χάσε πρώτα 30 χρόνια και να σου δώσουμε” μου λένε. Και τι μου δίνουν αντί γι’ αυτό; Ενα κοστούμι μάλλινο, με πουκάμισο από μέσα και γιλέκο με τρία κουμπιά. “Αστειεύεστε, ρε παιδιά; ” τους λέω. “Θα σκάει ο τζίτζικας κι εγώ θα βγω με το μάλλινο; Α, πα, πα!”».
Παρεμφερώς αντέδρασε και η κυρία Μαρία εκείνη όχι ένεκα ζέστης, αλλά λόγω… περούκας. «Πήγα να με ντύσουν και εκεί που μ’ έβαφαν, τσουπ!, μου βάζουν και ένα μαλλί στο κεφάλι. “Τι είναι αυτό, παιδιά; ” κάνω. “Ετσι χτενιζόντουσαν τότε” μου λένε. Και επειδή έτσι χτενιζόντουσαν, θα βγω εγώ να με δουν στο σινεμά σαν την τρελή; Αρχισαν να με παρακαλάνε “άμα δεν έρθεις εσύ τι θα κάνουμε” και τέτοια…». Τελικά ό,τι δεν πέτυχαν τα παρακάλια το πέτυχε η περιέργεια της κυρίας Μαρίας. «Αμα δεν πήγαινα, πώς θα έβλεπα τι γίνεται στην ταινία;». Την πρώτη ημέρα πήγε να περάσει έτσι, να γλιτώσει την περούκα. «Κρύφτηκα σε ένα περίπτερο να βλέπω τους στρατιώτες. Κάποια στιγμή με πήραν χαμπάρι, αλλά δεν τους πείραξε. Μόνο μου είπαν να σκύψω πιο κάτω, να φαίνεται μόνο το κεφάλι μου στο πλάνο, γιατί μπλούζες μακό δεν φορούσαν τότε. Ελα όμως που σκυμμένη δεν έβλεπα καλά!». Και έτσι, από τη δεύτερη ημέρα η κυρία Μαρία άλλαξε το μακό, έβαλε και την περούκα. Και να ‘ταν μόνο αυτές οι εντολές των κομπαρσαρχών… Η κυρία Μαρία όφειλε να σταματήσει να βγάζει και τα φρύδια της και να αναβάλει το κούρεμα εν όψει θέρους διότι, όπως της εξήγησαν, «βγάζανε, κυρία μου, οι νησιώτισσες τα φρύδια τους το ’40; Δεν τα βγάζανε».
Ραντεβού στο γύρισμα
Κατά παρεμφερή τρόπο τελικώς και ο κ. Αγγελος πείστηκε να βάλει το μάλλινο ίσως και επειδή είδε παραπέρα τους δύστυχους ηθοποιούς που πήγαιναν για στρατιώτες και φορούσαν ολόκληρη τη χειμερινή στολή με πλήρη εξάρτυση και κατάλαβε ότι το δικό του μαρτύριο ελάχιστο τυγχάνει μπρος σ’ εκείνο των εικονικών πολεμιστών. Ετσι κάπως βρέθηκε και αυτός στο γύρισμα. «Εξι το πρωί που πήγα ήτανε όλο στρατιώτες. Μερικοί φόραγαν και κάτι περίεργα ήτανε αυτοί που θα πέθαιναν μετά. Ηταν και καμιά εικοσαριά σαν εμένα, με ρούχα πολιτικά. Ε, στην αρχή δεν γνωριζόμασταν. Μας είπαν να περιμένουμε, καθήσαμε εκεί με δέκα αιρ κοντίσιον γύρω γύρω. Ηρθε μεσημέρι, μας τάισαν και ακόμα περιμέναμε. Ολο τους στρατιώτες τράβαγαν. Γύρω στο απόγευμα πια, μας λένε “άντε, πηγαίνετε”. Ούτε που μας πήρε κάμερα. Μας πλήρωσαν βέβαια, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που θα ξαναπάω, είναι που έκανα φιλίες ωραίες “μη και δεν ξανάρθεις, Αγγελε” μου έλεγαν, “ραντεβού στο γύρισμα!”».
Η κυρία Μαρία πάλι, δεν ενθουσιάστηκε εξίσου. «Τη χάρη τούς την έκανα» λέει. «Πήγα μια φορά. Τους φτάνει δεν τους φτάνει;». Αν ο υπεύθυνος κομπάρσων της ταινίας την άκουγε, σ’ αυτό το σημείο θα ήταν που θα του ερχόταν το εγκεφαλικό. Διότι η υπόθεση «κομπάρσοι» είναι εκείνη που συχνότερα από κάθε άλλη κάνει το κορέλειο μαντολίνο να φαλτσάρει. Οι ιθύνοντες του φιλμ για να θέλξουν τους νησιώτες τους χρυσοπληρώνουν (από 15.000 δρχ. ως 30.000 δρχ. φθάνει το ημερομίσθιο), αυτοί πάνε μια φορά και μετά βαριούνται και εξαφανίζονται. Και εννοείται ότι με το που το τζιπ των αλιέων κομπάρσων ξαναβγαίνει στους δρόμους βγαίνει και το χρονοδιάγραμμα από τα προδιαγεγραμμένα όρια.
Το παράδοξο της όλης υπόθεσης είναι ότι, αν οι κάτοικοι που επελέγησαν ως κομπάρσοι κάνουν τους δύσκολους εκ των υστέρων, εκείνοι που δεν ετιμήθησαν με ανάλογη πρόσκληση, διατελούντες έκτοτε στα μαύρα πανιά, παλεύουν με κάθε τρόπο να επιλεγούν! Οπως η κυρία Βαρβάρα Κατσιβέλη. Η κυρία Κατσιβέλη έφθασε στο σημείο να στείλει εγγράφως το παράπονό της στους παραγωγούς που δεν τη δέχονται ως κομπάρσα και μάλιστα σε λόγο έμμετρο. Δίκην επιμυθίου, και προς τέρψιν των φιλοτέχνων, παραθέτουμε απόσπασμα του εν λόγω ποιήματος:
«Στο μαντολίνο του Κορέλη
ήθελα να βρεθώ
ταινία για να παίξω
κομπάρσος να γινώ.
Κορέλη, τι μας έκανες
μας τρέλανες πολύ
ακόμα και στον ύπνο μου
πετώ σαν το πουλί.
Γλυκιά Κεφαλλονιά μου
τρελάθηκα θαρρώ
ταινία θέ’ να παίξω
και όμως δεν μπορώ!»…



