«Ο Μίκης του θεάτρου και του κινηματογράφου» είναι ο τίτλος της συναυλίας που θα δοθεί την προσεχή Παρασκευή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από την υψίφωνο Ιωάννα Φόρτη και τον βαρύτονο Γιώργο Ιδομενέως, με τη συνοδεία της Καλλιόπης Γερμανού στο πιάνο. Το πρόγραμμα θα αρχίσει με τραγούδια από την παράσταση «Μαγική πόλη», που πρωτοπαρουσιάστηκε στο θέατρο Παρκ της λεωφόρου Αλεξάνδρας στις 20 Ιουλίου 1963, και θα ακολουθήσουν η «Ομορφη πόλη» (1962, κείμενα Μποστ και Μίκη Θεοδωράκη) και το «Αρχιπέλαγος» (1959-1961). Το πρόγραμμα της συναυλίας θα κλείσει με δύο τραγούδια από το θεατρικό έργο «Η γειτονιά των αγγέλων», τα οποία θα «συναντηθούν» με πέντε τραγούδια από τον κινηματογράφο. Ο Ηλίας Γιαννόπουλος, μουσικολόγος ΜΑ του Πανεπιστημίου Albert-Ludwigs, σημειώνει στο κείμενο που ακολουθεί μεταξύ άλλων ότι η δημιουργία τέτοιων ακροαμάτων-θεαμάτων, που άνθησαν κατά τη δεκαετία του ’60 εκφράζοντας ως μορφή αλλά και ως περιεχόμενο την τότε κοινωνική πραγματικότητα, συνέβαλε παράλληλα στην περαιτέρω διάδοση και καθιέρωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.
Ηεπιτυχία του Επιτάφιου σηματοδοτεί τη στροφή του Θεοδωράκη προς το έντεχνο λαϊκό τραγούδι. Ο συνθέτης φαίνεται να βρίσκει καλλιτεχνικά τον εαυτό του και εγκαταλείπει τη σύνθεση λόγιας μουσικής, στην οποία θα επιστρέψει μόλις το 1980 με τη Δεύτερη συμφωνία. Το τελευταίο λόγιο (μη λαϊκό) ως προς τη μουσική του γλώσσα έργο εκείνης της περιόδου είναι η μουσική για τις Φοίνισσες (1959), υλικό της οποίας θα συμπεριληφθεί πολύ αργότερα στην Εβδομη συμφωνία, την επονομαζομένη και Εαρινή (1982).
Μπορεί η στροφή του Θεοδωράκη προς το έντεχνο λαϊκό τραγούδι, το οποίο θα αναδείξει βαθμιαία σε είδος, να πραγματοποιήθηκε το 1960, στην πραγματικότητα όμως η χρήση λαϊκών και δημοτικών μελωδιών από τον συνθέτη δεν είναι κάτι καινούργιο αλλά διαφαίνεται σε πολλά έργα λόγιας μουσικής που έγραψε ως τότε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο υφολογικός τουλάχιστον αλλά και ο ιδεολογικός σπόρος της δημιουργικής αυτής τομής ενυπάρχει σε συμφωνικά έργα πριν από το 1960, κάτι που αποτελεί απόρροια ιδιοσυγκρασιακών και βιωματικών – συναισθηματικών δεδομένων αλλά πρέπει να συνδυαστεί – έστω και αν ο ίδιος δεν ήθελε τότε να το παραδεχθεί – και με τις γενικότερες τάσεις του λόγιου αθηναϊκού μουσικού κατεστημένου. Αυτό όμως που αποτελεί κάτι καινούργιο στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’50 είναι η αποδέσμευση λαϊκότροπων χωρίων που αποτελούν οργανικά μέρη μεγαλύτερων συμφωνικών έργων, κάτι που εκδηλώνεται θεματικά αλλά και χωροταξικά: είναι χαρακτηριστικό ότι σε ορισμένα σχέδια έργων αυτής της περιόδου στην άκρη της σελίδας σημειώνονται λαϊκές μελωδίες ή και σκίτσα τραγουδιών. Θα έλεγε κανείς ότι αποτελούσαν ένα είδος δημιουργικού, μουσικού καταφυγίου σε ένα τοπίο που βαθμιαία τον εξέφραζε όλο και λιγότερο.
Ο Επιτάφιος, που γράφτηκε μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, έδωσε το έναυσμα σε άλλους, νεότερους ποιητές να συνεργαστούν με τον συνθέτη ώστε να φθάσει η ποίησή τους «στα χείλη του λαού με τα φτερά της μελωδίας». Ετσι ο Παύλος Κοκκινόπουλος, ο Τάσος Λειβαδίτης και ο Δημήτρης Χριστοδούλου πλησιάζουν τον Θεοδωράκη για να του δώσουν στίχους τους. Συνεργαζόμενος με τον Λειβαδίτη και τον Χριστοδούλου ολοκληρώνει το 1961 δύο μεγάλους κύκλους λαϊκών τραγουδιών, το Αρχιπέλαγος και την Πολιτεία.
Ο συνθέτης εκείνη την περίοδο βρίσκεται μεταξύ Παρισιού, Αθήνας και Λονδίνου, όπου ήδη γράφει με μεγάλη επιτυχία μουσική για τον κινηματογράφο. Σε κάποια από τις επισκέψεις του στην Ελλάδα γνωρίζει τον Νίκο Γκάτσο. Ο τελευταίος, γοητευμένος από τη γυναίκα του Θεοδωράκη Μυρτώ, γράφει σε ένα εικοσιτετράωρο τη Μυρτιά, που έμελλε να γίνει η πρώτη μεγάλη επιτυχία του κύκλου τραγουδιών Αρχιπέλαγος. Η Μυρτιά ηχογραφήθηκε αρχικά με τη Γιοβάννα σε ενορχήστρωση Χατζιδάκι, ενώ η άλλη πλευρά του δίσκου περιείχε το τραγούδι της ταινίας Honeymoon (1957) με νέους στίχους του Γκάτσου και με τίτλο Αν θυμηθείς το όνειρό μου. Η Μυρτιά ηχογραφήθηκε λίγο αργότερα με τη Μαίρη Λίντα και τον Μανώλη Χιώτη σε μουσική διεύθυνση του συνθέτη. Λίγο αργότερα προστέθηκαν και άλλα 12 τραγούδια-ποιήματα στον κύκλο, κάποια από τα οποία είναι γνωστά ανά την υφήλιο, όπως το Μαργαρίτα-Μαργαρώ.
Ηταν φυσικό τραγούδια αυτού του είδους να χρησιμοποιηθούν από τον Θεοδωράκη (αλλά και από τον Χατζιδάκι) ως μουσική επένδυση σκηνικών έργων συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός νέου είδους ακροάματος – θεάματος όπου συμμετείχαν και ηθοποιοί. Εργα όπως η Ομορφη πόλη (1962), η Μαγική πόλη (1963) και η Γειτονιά των αγγέλων (1963) εγγράφονται στο νέο αυτό είδος και περιλαμβάνουν μερικά από τα γνωστότερα τραγούδια του συνθέτη. Πολλοί ήταν αυτοί – πέρα από τους προαναφερθέντες ποιητές – οι οποίοι έγραψαν στίχους που μελοποιήθηκαν από τον Θεοδωράκη για τις παραστάσεις αυτές, ανάμεσα στους οποίους ο Μποστ και ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Η Μαγική πόλη, σε μουσική Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, απετέλεσε κατά την Ελένη Βλάχου («Μεσημβρινή», 24.6.1963) αφορμή «καλλιτεχνικής μονομαχίας» των δύο συνθετών με νικητή τον πρώτο. Τα έργα αυτά περιελάμβαναν εναλλαγή τραγουδιών και «ορχηστρικών», δηλαδή οργανικών κομματιών (για λαϊκή ορχήστρα). Συχνά συμπληρώνονταν από τραγούδια άλλων κύκλων. Τα «ορχηστρικά» χρησιμοποιούνταν βέβαια προλογικά και επιλογικά. Οι «παρλάτες» συνοδεύονταν ως επί το πλείστον από σόλο μπουζούκι, το οποίο παρακολουθούσε την προσωδία του κειμένου εν είδει συνοδευόμενου ρετσιτατίβου.
Τελικώς η δημιουργία τέτοιων ακροαμάτων – θεαμάτων, που άνθησαν κατά τη δεκαετία του ’60 εκφράζοντας ως μορφή αλλά και ως περιεχόμενο την τότε κοινωνική πραγματικότητα, συνέβαλε παράλληλα στην περαιτέρω διάδοση και καθιέρωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Το ευκαιριακό, με την καλή έννοια, στοιχείο που χαρακτηρίζει τέτοιου είδους μουσική πολλών συνθετών και που πάντως δεν τους εμπόδισε να γράψουν αριστουργήματα στην περίπτωση του Θεοδωράκη λειτούργησε ιδιαίτερα θετικά: τα έργα αυτά εγγράφονται σε μια περίοδο αναζήτησης και πειραματισμών με τη λαϊκή μελωδία και την ευρύτερη μορφή του κύκλου τραγουδιών που θα τον οδηγήσουν σε νέες – μικροδομικά και μακροδομικά – μορφές.
Η συναυλία στην Αίθουσα Δημήτρη Μητρόπουλου του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (Βασ. Σοφίας και Π. Κόκκαλη, τηλ. 010 7282.333) αρχίζει στις 20.30.
Ο κ. Ηλίας Γιαννόπουλος είναι μουσικολόγος ΜΑ του Πανεπιστημίου Albert-Ludwigs του Freiburg, συνεργάτης της Μουσικής Βιβλιοθήκης Λίλιαν Βουδούρη.



