Ηταν καλοκαίρι του 1982. Είχαμε πάει για διήμερο σ’ ένα ξενοδοχείο ακριβώς απέναντι από τον Θεολόγο, εκεί όπου η Αλίκη είχε το εξοχικό της.
«Και εκεί απέναντι είναι της Βουγιουκλάκη», μας είπε ο σερβιτόρος φέρνοντάς μας το χταποδάκι, για ν’ ανεβάσει προφανώς τις μετοχές του που δούλευε με θέα την εθνική μας σταρ.
Τη Βουγιουκλάκη δεν είχε τύχει να τη γνωρίσω από κοντά ως τότε. Την είχα δει βέβαια στη σκηνή αλλά και από σκηνής στην πρώτη μου θεατρική εμφάνιση στην Αθήνα. Καλοκαίρι του 1981. Ελεύθερη Σκηνή. Θέατρο Σμαρούλα. Επιθεώρηση. «Της Ελλάδας το κάγκελο». Σβηστά τα φώτα κι εκείνη αναμμένη σαν λαμπατέρ μες στην πλατεία. Το φως πάντα εύρισκε ξεκούραση στο πρόσωπο της.
Το βράδυ, όταν τελείωσε η παράσταση, καθώς ντυνόμουν για να φύγω, άκουσα απ’ το διπλανό καμαρίνι τη συζήτηση του Σταμάτη (Φασουλή) με την Αννα (Παναγιωτοπούλου) που μιλούσαν για το τι πρέπει να φορέσουν και να πάνε κι «ότι δεν μπορούμε να πάμε έτσι σαν γύφτοι», έλεγαν κι «ότι η Αλίκη δεν είναι σαν κι εμάς, άντε άντε». Ηταν τότε που πρωτάκουσα τη λέξη γκλάμουρ.
Τους είχε καλέσει στο σπίτι της για φαγητό ήταν πάντα ανοικτό για τους φίλους της. Εγώ βέβαια δεν ήμουν ακόμα τίποτα για να με καλούν σε τέτοια γεύματα.
Ετσι, έχασα τη γνωριμία.
Το 1982, τον χειμώνα, η Βουγιουκλάκη είχε έρθει και πάλι να μας δει στο θέατρο «Βέμπο». Και πάλι το βράδυ τα παιδιά βγήκαν μαζί τη και πάλι εγω στάθηκα ατυχος αφού για κάποιο λόγο δεν μπορούσα να πάω.
Είχα μάθει όμως τότε τι είχε πει για μένα. «Μου άρεσε πολύ αυτός ο μικρός, γιατί πέρα απ’ το ταλέντο που έχει, τον αγαπάς, θες να τον πάρεις μαζί σου να τον βάλεις δίπλα στο κομοδίνο σου, να τον έχεις».
Δεν τρελάθηκα κι απ’ τη χαρά μου βέβαια γιατί ό,τι που είχα τρομάξει να μπω στο θέατρο καμιά όρεξη δεν είχα να τριγυρνάω από κομοδίνο σε κομοδίνο. Τέλος πάντων, μάλλον ήθελα με κάθε τρόπο να την παρεξηγήσω, καθότι η μετά του Πολυτεχνείου γενιά, άλλα οράματα, άλλες απόψεις, η «ασθένεια» του ΚΚΕ ακόμα έντονα μέσα μου, φυσιολογικό η Βουγιουκλάκη και τα περί αυτήν να μην μου καλοφαινόντουσαν.
Ετσι ξαφνιάστηκα κι έμεινα αμήχανος όταν τη συνάντησα το καλοκαίρι αυτό του ’82 σ’ ένα ταβερνάκι στο Θεολόγο όταν πήγαμε κι εμείς τυχαία το ίδιο βράδυ να φάμε. Τη χαιρέτησα και το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω της. «Δεν ήξερες ότι τα μάτια μου είναι τόσο μικρά σαν κουμπότρυπες», μου είπε εκείνη καθώς έφερνε με το χέρι της στο στόμα ένα κομμάτι από το θεόμακρο ψάρι που βρισκόταν μπροστά της.
Είπα ψέματα. «Οχι, δεν πρόσεχα αυτό». Κάτι τέτοιο. «Α, τώρα μου τα χαλάς χειρότερα», μου λέει, «δηλαδή τι πρόσεχες, το ψάρι;».
Καθήσαμε. Μας έκανε εκείνη νόημα να καθήσουμε. Συνέχισε από κει που είχε σταματήσει. «Σημασία δεν έχει που είναι τόσο μικρά, σημασία έχει που όλη η Ελλάδα ξέρει ότι έχω μεγάλα μάτια. Ασε που και τα δικά σου δεν πάνε πίσω. Αλλά τι το θες. Το βλέμμα είναι που καθορίζει το μέγεθος του ματιού».
Το άλλο μεσημέρι ήρθε μ’ ένα μικρό σκαφάκι, ο Βλάσης το οδηγούσε, και μας πήρε απ’ το ξενοδοχείο και περάσαμε απέναντι στο σπίτι της. «Θα ‘ρθείτε για ουζάκι». Κάναμε μπάνιο στη μικρή παραλία μπροστά απ’ το σπίτι. Δεν ξέρω αν το ‘κανε επίτηδες, αλλά το πάνω μέρος του μαγιού της της έφευγε συχνά πυκνά κι έτσι όπως είχα εκτεθεί το προηγούμενο βράδυ, κάρφωσα τα μάτια μου σ’ ένα βραχάκι αριστερά μου και το έπαιζα αδιάφορος.
Φορούσε μια καπελαδούρα τεράστια, ψάθινη, ενώ στ’ αφτί της είχε καρφωμένη μια μικρή βουκαμβίλια. «Ο Φίνος μού έχει απαγορεύσει να κάθομαι στον ήλιο», μου είπε. Ενας φίλος της, άγνωστος σε μένα, άρχισε να μας τραβάει φωτογραφίες. Νόμιζα αναμνηστικές. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμα ότι είχα περάσει στον κόσμο του θεάματος.
Από ώρα σε ώρα περίμενα να τελειώσει η καριέρα μου στην Αθήνα και να μου πουν σύσσωμοι οι Αθηναίοι, άντε παιδί μου, φτάνει τώρα, ευχαριστούμε, άντε με το καλό στη Λάρισα.
Οταν είδα τις φωτογραφίες εκείνης της μέρας στον «Ταχυδρόμο» της περιόδου εκείνης, ξαφνιάστηκα. Ευχάριστα βέβαια. Σε μια μάλιστα την είχα και αγκαλιά. Αγόρασα τον «Ταχυδρόμο» από τουλάχιστον δεκαπέντε περίπτερα. Μόνο σε έναν κάτι του θύμιζα. Μαθαίνουν δύσκολα οι Αθηναίοι, σκέφτηκα. Αφού ούτε δίπλα στη Βουγιουκλάκη δεν με αναγνωρίζουν, καλά την έχουμε.
Το ίδιο βράδυ μου τηλεφώνησε ο πατέρας μου από τη Λάρισα. Αν και τα πήγαινα σπουδαία στην Αθήνα, για αρχή, το δικηγορικό γραφείο ήταν νοικιασμένο και με περίμενε.
«Αύριο θα πάω να το ξενοικιάσω», μου είπε.
«Μπα, πώς και το αποφάσισες;», του είπα.
«Μου ‘φεραν στο καφενείο τον “Ταχυδρόμο”», μου είπε. «Σε είδα με τη Βουγιουκλάκη. Εντάξει πας». Και ακολούθησε η γνωστή ερώτηση. «Είναι κι από κοντά νέα;».
Ετσι ξενοικιάστηκε το γραφείο κι ο μπαμπάς το πήρε απόφαση πως δεν θα γίνω δικηγόρος.
Ηταν καλοκαίρι του 1982, τα είχα τσουγκρίσει με την «Ελεύθερη Σκηνή» κι ετοιμαζόμουν να σαλπάρω μόνος μου σε μέρη άγνωστα. Οι εφημερίδες της εποχής γράφανε. «Το παιδί από τη Λάρισα καβάλησε το καλάμι και θέλει να κάνει δικό του θίασο». Λες και είχα κάτι διαφορετικό να κάνω. Θέλοντας και μη, έκανα.
Ως το 1986, δεν βρεθήκαμε ποτέ ξανά με την Αλίκη. Εκανε τότε παρέα με τον Φασουλή και τ’ άλλα παιδιά κι όλοι μαζί να βρεθούμε, κομματάκι δύσκολο. Δεν είχαμε και πολλά πολλά τότε. Ενα γεια μόνο στα εστιατόρια, όταν βρισκόμασταν.
Είχα μπει στο θέατρο με χίλια, με τον Ξανθούλη γράφαμε στο «Βέμπο» επιθεωρήσεις τη μία πίσω από την άλλη, οι ουρές έφταναν στην πλατεία Βάθης κι εγώ ευτυχισμένος εξαργύρωνα την αθωότητά μου με ανόητες συζητήσεις, που νόμιζα τότε ότι αποτελούσαν γνώσεις μου για το θέατρο.
Ηταν αρχές του ’86, αν θυμάμαι καλά, όταν διάβασα πως η Βουγιουκλάκη θα ανεβάσει Λυσιστράτη. Ημασταν μια μεγάλη παρέα και το κουβεντιάζαμε. Μου την είχε βαρέσει πολύ άσχημα. «Μα, αυτή θέλει να τα ‘χει καλά με όλους, θα τα βάλει τώρα με την εξουσία; Τι σχέση έχει ο Αριστοφάνης με τη Βουγιουκλάκη;». Κι αυτά κι εκείνα και άλλα. Τέλος πάντων, είχα σοβαρά επιχειρήματα. Είχα κι εγώ την εντύπωση ότι ο Αριστοφάνης είναι μια αντιπροσωπεία που δεν μπορεί ν’ αντιπροσωπεύεται από τον οποιοδήποτε, πολλώ δε μάλλον από τη Βουγιουκλάκη.
Ελεγα διάφορα στο τραπέζι, ώσπου κάποια στιγμή μια φίλη μου εκνευρίστηκε και μου λέει. «Αν νομίζεις εσύ ότι είσαι καλύτερος, μη μας τα ζαλίζεις, παίξε εσύ τη Λυσιστράτη αν τολμάς». «Θα το κάνω», είπα. Κι όταν πω κάτι, πίσω δεν το παίρνω, ακόμα κι όταν το μετανιώσω. Φροντίζω μάλιστα να το ανακοινώνω ώστε να με δεσμεύω.
Αυτό και έκανα. Ο Βουτσινάς πέταξε τη σκούφια του στην πρόταση. Ο Κραουνάκης κι η Νικολακοπούλου μου πήγαιναν πάρα πολύ. Δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας. Τη λάτρεψα αυτή την παράσταση κι ακόμα μέχρι τώρα δεν έχω νιώσει παρόμοια συγκίνηση.
Ετσι βρεθήκαμε δύο Λυσιστράτες, η Βουγιουκλάκη κι εγώ, να κονταροχτυπιόμαστε.
Δεν ήξερα τότε όσα τώρα ξέρω για τον Τύπο. Ελεγα εγώ ένα, γράφανε αυτοί εκατό, γίναμε μαλλιά κουβάρια. Αλλά το ένα το είχα πει.
Η Νινέτα η Λεμπέση ήταν τότε στη μέση. Ηταν η ίδια παραγωγός και στις δύο Λυσιστράτες. «Σταμάτα», μου λέει ένα βράδυ. «Στενοχωριέται». «Σιγά», της λέω, «που έχει ανάγκη αυτή».
Το βράδυ το σκέφτηκα. Εκοψα λίγο τη φόρα, αλλά λίγο.
Μου μετέφεραν βέβαια και διάφορα πράγματα πως έλεγε εκείνη κι έκανε από πίσω μου. Κι εμένα το επαναστατικό μου δεν μ’ άφηνε με τίποτα, δεν σταματούσα. Ηθελα να συγκρουστώ και ήξερα το γιατί. Μ’ ενοχλούσε που ήθελε να τα έχει καλά με όλους. Το να τα έχεις καλά με όλους είναι η αδυναμία του να τα έχεις καλά με έναν. Ετσι πίστευα. Είχα πάντα τις απόψεις μου. Τέλος πάντων, δεν υποχωρούσα και πάνω απ’ όλα πίστευα ότι οι διαφορές οι καλλιτεχνικές πρέπει να μπαίνουν στο τραπέζι και να συζητιούνται. Ποιες διαφορές, θα μου πείτε. Ολα φαινόταν ότι ήταν μια προσωπική κόντρα και μόνο και τίποτα παραπάνω.
«Δεν έχει ανάγκη να τα βάζει μαζί μου», είχε πει τότε στη Νινέτα. «Εχει ταλέντο από μόνος του, δεν χρειάζεται δάνεια».
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν επεισοδιακό. Επεισοδιακό αλλά όμορφο.
Εννιά Οκτώβρη, με το τέλος των παραστάσεων, γεννήθηκε η κόρη μου. Μου έστειλε μήνυμα. «Να σου ζήσει. Απ’ αυτή θα πάρω την εκδίκησή μου. Θα σε παρακαλάει να με δει στην τηλεόραση και να δούμε τότε τι θα της πεις». Είχε χιούμορ.
Καλοκαίρι του ’87 στο θέατρο «Αθήναιον» με την παράσταση «Τι είδε ο Γιαπωνέζος». Ο Σαρτζετάκης Πρόεδρος της ΔημοκρατίαςΩ γελούσε τότε ο κάθε πικραμένος, διότι όπως και να το κάνουμε κι ο Μίκι Μάους αν τύχαινε να ήταν δικαστής διάσημος, μ’ αυτή τη φάτσα σίγουρα δεν θα μπορούσες να κρατηθείς.
Η περιβόητη φράση της παράστασης «Ο Παπανδρέου, το ξέρω, απ’ τα νεύρα του που τον έβγαλε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον παίρνει κάθε βράδυ τηλέφωνο. Είσαι μαλάκας, του λέει και του κλείνει το τηλέφωνο», με έστειλε στο αυτόφωρο και τότε προθυμοποιήθηκε η Βουγιουκλάκη να ‘ρθει για μάρτυρας υπεράσπισης.
Ενιωσα άσχημα για μένα απ’ την κίνησή της αυτή. Αλλά δέχτηκα με χαρά.
«Κύριε πρόεδρε», του είπε, «ο Λαζόπουλος είναι χαριτωμένος. Αμα πείτε εσείς μαλάκας, κι εγώ θα ‘θελα να σας πάω μέσα. Αλλά αυτός το λέει αλλιώς, το λέει κάπως». «Μα λέγεται αλλιώς το μαλά…, κυρία Βουγιουκλάκη;», της είπε εκείνος. «Πώς», είπε εκείνη. «Μπορεί να βγει και να πει: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι μαλάκας. Τι θα καταλάβει ο κόσμος; Σας το λέω, γιατί τον βλέπει τον Πρόεδρο, δεν τον έχει ακουστά».
Εκείνη η δίκη έγινε αφορμή για να ξεκινήσει με τη Βουγιουκλάκη μια πιο ουσιαστική γνωριμία, μια πιο ουσιαστική φιλία.
Βγήκαμε μαζί εκείνο το βράδυ. Συζητήσαμε πολύ. «Δεν θέλω να λέω ψέματα, ούτε να μου λένε», της είπα. «Δεν μπορούμε να δείχνουμε λάθος πυξίδες ο ένας στον άλλον, αν θες να γίνουμε φίλοι στο μέλλον. Αλλιώς θα χαθούμε στην έρημο». «Μωρέ, ποια πυξίδα», μου λέει, «που πήρες τον βούρδουλα και με βάραγες, ποια πυξίδα;». «Εγώ αυτό που σκέφτομαι για σένα σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει θα σ’ το λέω. Και δημόσια», της είπα. «Δεν πειράζει», μου λέει, «εγώ θα σ’ έχω φίλο μου και θα σ’ το λέω μόνο στο δικό σου το αφτί».
Με εκνεύριζε που ήταν καπάτσα και είχε τρόπο να με στριμώχνει. Αλλά ήταν τόσο νέα, ήταν τόσο ζωντανή, έλαμπε, είχε αυτό το φως το ανεμπόδιστο και ήξερε να χαμογελάει και να σου κλειδώσω την αντίρρηση.
Είχα δει όλες της τις ταινίες, αν και το έκρυβα.
Η Βουγιουκλάκη άρχισε σιγά σιγά να μου αρέσει, γιατί ένιωθα πως… να αυτό που… μου το ‘πε ένας φίλος ηθοποιός το δεύτερο βράδυ έξω απ’ το παρεκκλήσι είχε συστημένη επιστολή απ’ τον Θεό να κάνει αυτό κι αυτό. Και μετά να φύγει.
Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ μάταια έψαχνα να βρω τις ρυτίδες του χρόνου στο πρόσωπό της. «Ετσι που το πας», της είπα, «καμιά μέρα ο Γιάννης θα σε συναντήσει στην ηλικία». «Μην το αποκλείεις καθόλου», μου είπε χαμογελώντας.
Είχε έναν εκπληκτικό τρόπο να βάφεται. Αφοσιωνόταν. Υπήρχε μόνο αυτή κι ο καθρέφτης σε μια σχέση μοναδική. Σαν ο καθρέφτης να είχε εγκλωβίσει τη νεότητά της κι αυτή με make up και μολύβι την αντέγραφε απ’ έξω. «Φτου σου, κοριτσάκι μου», έλεγε πολλές φορές τελειώνοντας.
Η Βουγιουκλάκη είχε καταφέρει να γίνει ρόλος. Μόνο που έπρεπε να έχει και την ηλικία του ρόλου. Εκείνο το κοριτσάκι δηλαδή που έσκιζε το πανί, που κάθε της εμφάνιση ξεσήκωνε τις γειτονιές της Ελλάδας, το κορίτσι που χάρισε το πρώτο της χαμόγελο σε μια Ελλάδα που αποχαιρετούσε τα χρόνια του πολέμου κι έπρεπε να μείνει ζωντανή, έτσι όπως η ελπίδα μένει.
Η Βουγιουκλάκη στήριξε τότε τη βιομηχανία του σινεμά. Ανέβαζε τα μεροκάματα σ’ όλους τους ηθοποιούς. Οταν πληρώνεται πολύ καλά ο πρώτος, πληρώνεται πολύ καλύτερα κι ο δεύτερος.
Στήριξε τα θερινά σινεμά κι οι γειτονιές ανάσαναν από την παρουσία της, έτσι βουτηγμένα στη φτώχεια αλλά και στην αξιοπρέπεια που είχε τότε η Ελλάδα.
Μου έκανε εντύπωση στις ταινίες της που, κι όταν ακόμα έπαιζε τη γυναίκα που έπλενε στις σκάφες, το μαντίλι της ήταν τέλεια βαλμένο στα μαλλιά ή τα χείλια της ήταν προσεκτικά βαμμένα, μα πάντως δεν θύμιζε σε τίποτα τις γυναίκες που πλέναν στις σκάφες.
Κι όμως, όλες και όλοι ταυτιζόντουσαν απόλυτα μαζί της. Απλούστατα γιατί και η γυναίκα που έπλενε στη σκάφη ήθελε να φαντάζεται πως είναι έτσι ή πως θα μπορούσε να γίνει έτσι. Μπορούμε να υπάρξουμε όμορφοι και νέοι, ακόμα και μπροστά σε μια σκάφη, σ’ ένα σφουγγάρισμα του σπιτιού, ακόμα και μπροστά στον θάνατο.
Η Βουγιουκλάκη δεν πετούσε ποτέ την ελπίδα από πάνω της. Ποτέ δεν πέταξε την ελπίδα απ’ το παράθυρο κάθε φορά που τα ‘βρισκε σκούρα στη ζωή ή στις ταινίες, στην πραγματική της ζωή ή στην άλλη.
«Αυτή η άλλη, η Βουγιουκλάκη, που δεν μ’ αφήνει να γνωρίσω την Αλίκη», έλεγε καμιά φορά.
Η Αλίκη ενσάρκωσε την αισιοδοξία και το χαμόγελο της Ελλάδας, το όνειρο κάθε παιδιού. Γι’ αυτό αρνήθηκε να πετάξει από πάνω της την αθωότητα της εποχής της, γι’ αυτό την κουβάλησε δύσκολα στο Α’ Νεκροταφείο όπου και την πήρε μαζί της, κλείνοντας οριστικά τον κύκλο της αθωότητας.
Ηταν Κυριακή κι έπαιζε την τελευταία της παράσταση στη Θεσσαλονίκη. Τη «Μελωδία της Ευτυχίας». Ηθελε μια εβδομάδα ακόμα για να τελειώσουν οι παραστάσεις κανονικά, όμως οι εξετάσεις που είχαν προηγηθεί δεν επέτρεπαν ούτε ώρα αναβολή.
Εφτασα στο θέατρο μόλις είχαν σβήσει τα φώτα της πλατείας.
Ο Κώστας ήταν στον διάδρομο, από κει που έβγαινε η Αλίκη για ν’ ανέβει στη σκηνή, ντυμένη καλόγρια. Δεν με ξεχώρισε στο σκοτάδι. «Γρήγορα, γρήγορα», φώναζε. «Δεν σας είπα να μη βάζετε κόσμο τώρα που βγαίνει».
Η φωνή του ήταν πολύ ταραγμένη.
«Κώστα», του είπα, «εγώ είμαι». Αρχισε να μου μιλάει σαν ζαλισμένος. «Η Αλίκη, η Αλίκη δεν είναι καλά, κάτι έχει, είναι σοβαρά, θα τρελαθώ. Μη μιλάς, μη μιλάς, βγαίνει».
Η Αλίκη βγήκε. Ηταν πολύ σκεφτική. Με χαιρέτησε, αλλά το χαμόγελό της δεν διέγραψε τη συνήθη τροχιά. Ούτε καν τη μισή. Αυτό το φως, που πάντοτε συνόδευε γύρω απ’ το πρόσωπό της σαν φωτοστέφανο, έμοιαζε θαμπό, καφετί.
Παρακολούθησα ανήσυχος ως το διάλειμμα της παράστασης, χωρίς να πάρω περισσότερες εξηγήσεις. Στο διάλειμμα μου είπε: «Εκανα κάτι εξετάσεις και κάτι δείχνουν, σοβαρό μου είπανε».
Συνέχισε να βάφεται. Η Νότα τη φρόντιζε και δεν μιλούσε. Δεν με κοίταξε ούτε μισό λεπτό στα μάτια. «Ηρέμησε», της είπα. «Θα δεις, δεν θα ‘ναι τίποτα».
Στο δεύτερο μέρος της παράστασης υπήρχε κάποια στιγμή που κατέβαινε απ’ τη σκηνή, πήγαινε πίσω, καθόταν για λίγο κι επέστρεφε πάλι απ’ τον διάδρομο.
Καθόμουν πίσω πίσω. Μες στο σκοτάδι με είδε, μου έκανε νόημα να πάω πιο κει για να καθήσει δίπλα. Αναψε ένα τσιγάρο που το είχε στην τσέπη της.
Δεν ξέρω, αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως η σκηνή αυτή ξεκολλούσε απ’ τον παρόντα χρόνο και καρφωνόταν στο μεγάλο ράφι του χρόνου, αυτό που κρεμάμε τις στιγμές, τις όχι καθημερινές.
Μιλούσε. «Αυτή τη φορά δεν είμαι κουρασμένη όπως τις άλλες φορές», μου είπε. «Παραπονιέμαι εγώ, μ’ έχεις ακούσει να παραπονιέμαι; Αλλά αυτή τη φορά είναι άλλο, το νιώθω. Η Τζένη, το Τζενάκι, νιώθω πως θα τη συναντήσω. Απ’ τη μέρα που έφυγε νιώθω πως θα τη συναντήσω, γρήγορα. Ισως να θέλει να πάω κοντά της. Θα το δεις, θα φύγω κι εγώ με τον ίδιο τρόπο κι η μάνα μου θα ζει, όπως η δική της ζούσε. Πάντα δίπλα δίπλα πηγαίναμε. Να το θυμάσαι που σ’ το λέω, θα φύγω».
Εσβησε το τσιγάρο κι ανέβηκε στη σκηνή. Ηξερα πως δεν είναι λάθος. Τα λόγια της ήταν βαθιά κι είχαν αυτή τη μυρωδιά του προαισθήματος, που άτομα ιδιαίτερα και χαρισματικά σαν την Αλίκη διαθέτουν.
Το βράδυ ξημερωθήκαμε ως τις έξι το πρωί στο ξενοδοχείο, στο δωμάτιο 810 του «Μακεδονία». Δηλαδή εμείς γελάγαμε σαν ηλίθιοι, με αυτό το νευρικό γέλιο μιας ανήσυχης αισιοδοξίας που περιλαμβάνει φράσεις όπως «όλα θα πάνε καλά, γιατί εμείς το θέλουμε» και «δεν ξέρεις τι δύναμη έχει ο άνθρωπος», λες και νίκησε ποτέ ο άνθρωπος τον θάνατο. Ο φίλος της ο Γιάννης ο Ραπτόπουλος, η γυναίκα του, ο Κώστας, πάντα ο Κώστας δίπλα να της κρατάει το χέρι, κι αυτή, ξαπλωμένη στον καναπέ, μας παρακολουθούσε. Προσπαθούσε να γελάσει, γελούσε, συμμετείχε, χανόταν, ταξίδευε πότε στο παρελθόν και πότε σ’ ένα μέλλον που δεν έβλεπε. Ηταν η πρώτη φορά που είδα τον φόβο στα μάτια της.
Δευτέρα βράδυ, μετά απ’ όλα αυτά, την περίμενε η συνέντευξη του Παπαμιχαήλ στον Σκάι. Μίλησε τηλεφωνικά μαζί της το ίδιο βράδυ. Ημασταν εκεί.
Εκείνη ετοιμαζόταν για το Μόναχο.
Είπαμε πολλά. Μ’ άκουγε να μιλάω. Απάντησε μ’ ένα παρατεταμένο ααα που τα έκρυβε όλα. Οργή, αγανάκτηση, ως πότε, γιατί, γαμώ το, αγάπη, λατρεία, έρωτας, όλα.
Οι εφημερίδες και τα περιοδικά γράφανε ότι μπορεί και να πρόκειται για κάποιο διαφημιστικό κόλπο ο πηγαιμός της στο Μόναχο, για να τη λυπηθούνε δήθεν ύστερα απ’ όλα όσα είπε ο Παπαμιχαήλ εναντίον της.
Εφυγε. «Εχω τον Κώστα μαζί μου και δεν φοβάμαι τίποτα», μου είπε. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι παιδί είναι αυτό».
Υστερα τα γεγονότα έτρεχαν, έτρεχαν γρήγορα, καλπάζανε. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Κανείς. Τους άφησε όλους απ’ έξω. Μαζί της είχε να κάνει μόνο ο Θεός. Αυτός αποφάσιζε. Ο Θεός, η μοίρα, το πεπρωμένο. Ανθρωπος δεν μπορούσε να παρέμβει. Η ζωή της έμοιαζε σαν ένα τέλειο σενάριο με γεγονότα, ημερομηνίες, όλα κανονισμένα. Διαδρομή φωτός, ενός φωτός σαν αυτό που εκπέμπουν οι μεγάλες λάμπες που λίγο πριν σκοτεινιάσουν ειδοποιούν μ’ ένα τρεμόσβημα.
Ετσι κι η Αλίκη. Ειδοποίησε λίγο πριν απ’ το αναπόφευκτο. Το ήξερε, αλλά δεν ήθελε να το πιστέψει όπως κάθε κανονικός άνθρωπος.
Ομως η Νότα, η αγαπημένη της Νότα, συνήθιζε πάντα να της λέει. «Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, Αλίκη μου. Και Βουγιουκλάκη και κανονικός άνθρωπος μαζί. Ή το ένα ή το άλλο. Αποφάσισε».
«Θέλω να πάω στον Θεολόγο», μου είπε. Ετσι έλεγε σε όλους. «Να καθήσω στη θάλασσα, στο σπίτι μου, να ‘χω τον Γιάννη, τον Γιάννη μου, δίπλα».
Την κοίταζα πάλι ξανά όπως εκείνη την πρώτη φορά. Κατάλαβε. «Δεν με νοιάζει», μου είπε. Εννοώντας και τα γηρατειά που έμοιαζαν να πλησιάζουν δειλά το πρόσωπό της. «Οπως και να ‘μαι. Θέλω να ζήσω».
Εκανε έτσι μία με το χέρι και σήκωσε τα μαλλιά της. Πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως. Μια κίνηση που την επαναλάμβανε συνέχεια, που την επαναλάμβανε μέχρι τέλος, μέχρι την τελευταία στιγμή. Σήκωνε τα χέρια της, μέσα στο βαθύ κώμα, και φρόντιζε τα μαλλιά της. Ηθελε πάντα να είναι ωραία, όχι όμορφη, ωραία, πολύ ωραία. Είχε ζητήσει από τον Μιχάλη να τη χτενίσει πριν πάω να τη δω. Ποτέ δεν άφηνε το δέρμα της να ξαπλώσει στον καναπέ του χρόνουΩ αλλά όρθιο να περιφέρεται στη νεότητα.
«Θέλω να ζήσω». Τ’ άκουγα. Αλλά ήξερα ότι αυτά δεν ήταν λόγια της Αλίκης. Τα ‘λεγε αυτή η άλλη, ο κανονικός άνθρωπος που ήταν κρυμμένος μέσα στην Αλίκη.
«Ξεμάκρυνα πολύ από την τύχη μου», μου είπε σε κάποια στιγμή. «Επαιξα πολύ μακριά της και με φώναξε πίσω για να με ξαναβρώ και πάλι».
Είχε δύναμη, είχε γενναιότητα, είχε χιούμορ, χαμογελούσε σ’αυτόν που βάδιζε με κλειστά μάτια εναντίον της. Ζούσε μέχρι την τελευταία στιγμή, μέχρι το τελευταίο λεπτό ούτε ένα δάκρυ. Η γυναίκα που τα δάκρυά της έτρεχαν ποτάμι στις ταινίες, με κοιτούσε στεγνή.
Το φορητό τηλέφωνο χτύπησε. Η κόρη μου. «Μπαμπά, σήμερα έχει τη Βουγιουκλάκη στην τηλεόραση, αλλά θα την έχει λίγο αργά. Πειράζει να κοιμηθώ δυο ώρες αργότερα;». «Οχι δεν πειράζει», της είπα. «Τι σου είπε;», μου είπε εκείνη. «Είναι καιρός που έχεις πάρει την εκδίκησή σου», της είπα. «Η κόρη μου βλέπει όλες τις ταινίες σου».
Εφυγα. Την άφησα καθισμένη εκεί στην καρέκλα. Μπήκε η μητέρα της. Γύρισε και την κοίταξε περίεργα, σαν «πως εσύ εκεί, κι εγώ εδώ». Ο Γιάννης δίπλα. Ο Κώστας δίπλα, πάντα κρατώντας της το χέρι.



