Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

” Οσοι δεν αντέχουν να φύγουν ”


«Τι συνέβη εκεί;» με ρωτάει ο Γκασπάρ Νοέ δείχνοντας το μουτζουρωμένο σημείο στο χαρτί με τις σημειώσεις αυτής της συνέντευξης. «Προσπαθούσα να διατυπώσω την ερώτηση όσο το δυνατόν κομψότερα…» του απαντώ με σχετική αμηχανία. «Α, ωραία, ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τη “σύγκρουση” που είχες με τον εαυτό σου» λέει εκείνος χαμογελώντας πονηρά.


Είναι 9 το πρωί της περασμένης Τετάρτης και βρισκόμαστε στη σάλα του ξενοδοχείου «Ακροπόλ», στην Ομόνοια, έτοιμοι να μιλήσουμε για το – όπως έχει χαρακτηριστεί – κινηματογραφικό σκάνδαλο της χρονιάς που φέρει την υπογραφή του Νοέ: το «Μη αναστρέψιμος», ή μάλλον την ταινία «με τη σκηνή του παρά φύσιν βιασμού της Μόνικα Μπελούτσι», όπως μετά την προβολή της στο Φεστιβάλ των Καννών έγινε παγκοσμίως γνωστή. Ο τύπος μπροστά μου είναι βραχύσωμος, κουρεμένος γουλί και νυσταγμένος από ένα γλέντι που κράτησε ως τις 7 το πρωί της ίδιας ημέρας (ο Νοέ ήρθε στην Ελλάδα για να τιμήσει το φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας, κατά τη διάρκεια του οποίου το «Μη αναστρέψιμος» προβλήθηκε για πρώτη φορά εδώ). Μιλάει γρήγορα και με τον ενθουσιασμό ενός παιδιού. Τον βλέπεις στον δρόμο και το μόνο που δεν σκέφτεσαι είναι ότι αυτός ο άνθρωπος μπορεί να προκαλέσει απίστευτες αντιδράσεις στήνοντας την πιο ωμή σκηνή βιασμού και την πιο βίαιη σκηνή φόνου της ιστορίας του κινηματογράφου (ένα κεφάλι που πολτοποιείται από τα διαρκή χτυπήματα ενός πυροσβεστήρα μπροστά σε έναν πεισματικά αμετακίνητο φακό). Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου…




– Ως θεατής, πόσο σοκάρεστε από μια ταινία όπως το «Μη αναστρέψιμος»;


«Καθόλου. Μετά τη χιλιοστή φορά πλέον, βαριέμαι όταν τη βλέπω. Η μόνη ίσως σκηνή που μου αρέσει να παρακολουθώ είναι η σκηνή του φόνου, όχι για τίποτε άλλο, μα επειδή τα ειδικά εφέ με εντυπωσιάζουν. Δεν είχα κανένα λόγο πάνω τους. Εδωσα τη σκηνή σε έναν ειδικό και είδα μετά το αποτέλεσμα».


– Το κοινό ωστόσο δεν μπορεί να σκέφτεται όπως εσείς. Δεν το βρίσκετε φυσιολογικό που ο κόσμος σοκάρεται τόσο από τη σκηνή του φόνου στην αρχή όσο και του βιασμού της ηρωίδας;


«Περιέργως, σε όλα τα μέρη του κόσμου όπου παίχτηκε η ταινία, η σκηνή του βιασμού σοκάρει περισσότερο τους άνδρες και λιγότερο τις γυναίκες. Η γνώμη μου είναι ότι αυτό οφείλεται στο ότι η απεικόνιση της ανδρικής σεξουαλικότητας και του μισογυνισμού είναι καρτουνίστικη με αποτέλεσμα οι άνδρες να προσβάλλονται. Οι αντιδράσεις του ανδρικού κοινού ήταν πιο έντονες από αυτές των γυναικών».


– Πώς το ερμηνεύετε;


«Νομίζω ότι οι άνδρες ταυτίζονται με την ηρωίδα της Μόνικα Μπελούτσι στη σκηνή του βιασμού, διότι βλέπουν να αποκρυσταλλώνονται οι φοβίες της παιδικής ηλικίας τους. Κάθε αγόρι 8-10 χρόνων έχει μέσα του τον φόβο του βιασμού. Οι άνδρες που δεν έχουν πέσει ως παιδιά θύματα βιασμού βλέπουν, για πρώτη ίσως φορά, τι σημαίνει τελικά βιασμός· μια σκηνή που για τόσο καιρό είχαν κλειδωμένη στην ντουλάπα του εγκεφάλου τους. Οπως κατάλαβα και από συζητήσεις που έκανα, οι κοπέλες, ιδιαίτερα οι μεγάλες, φεύγουν μεν με τον φόβο μέσα τους αλλά δεν σοκάρονται. Επειδή έχουν συνηθίσει την ιδέα ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να βιασθούν. Στους άνδρες τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Είναι άσπρο και μαύρο. Ακριβώς επειδή δεν τους διατρέχει ο διαρκής φόβος του βιασμού, γι’ αυτό και σοκάρονται. Νομίζω ότι και εγώ θα αισθανόμουν έτσι αν παρακολουθούσα την ταινία χωρίς να έχω συμμετάσχει ως σκηνοθέτης. Ο θεατής δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον βιαστή, ο οποίος ούτως ή άλλως εμφανίζεται από το πουθενά, επομένως μένει μόνο να κοιτάξουμε τι συμβαίνει στο μυαλό της γυναίκας που βιάζεται».


– Νομίζετε ότι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αν η σκηνή ήταν μικρότερη σε διάρκεια και όχι εννέα λεπτά μονοπλάνο;


«Αν η σκηνή δεν ήταν τόσο μεγάλη, αναγκαστικά θα ήταν και πιο συμβατική. Στη ζωή κανένας βιασμός δεν διαρκεί λιγότερο από εννέα λεπτά. Εννέα, έμαθα, είναι το μίνιμουμ. Κατ’ εξαίρεσιν ίσως έξι. Μπορεί όμως και τριάντα. Νομίζω λοιπόν ότι τα εννέα λεπτά ήταν μια φυσιολογική διάρκεια για τη σκηνή, διότι μόνο έτσι θα μπορούσε να γίνει επώδυνη· όχι μια απλή πληροφορία από την οποία θα έλειπαν τα άσχημα συναισθήματα των θεατών».


– Είναι αναγκαίο όμως να εισπράττει κάποιος τόσο άσχημα συναισθήματα παρακολουθώντας μια ταινία;


«Οσοι δεν αντέχουν μπορούν να φύγουν».


– Οταν σκηνοθετούσατε την ταινία, δεν ήσασταν βέβαιος ότι θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις;


«Σίγουρα αλλά δεν το σκέφτεσαι. Μπορείς να το διασκεδάσεις όμως. Στις Κάννες, κάποιοι συμπατριώτες μου είχαν εξοργισθεί επειδή αντιπροσώπευα τη σημαία της Γαλλίας με ένα τέτοιο φιλμ. Εθνική ντροπή και τέτοια. Κάποιοι με είπαν ναζιστή επειδή παρουσίασα τόσο ζωηρά τη βία. Αλλοι με είπαν ζώο. Ποια θα μπορούσε να είναι η αντίδρασή μου σε όλα αυτά; Να στρέψω το χέρι μου προς τον ήλιο χαιρετώντας σαν ναζιστής; Είναι βλάκες. Γελώ μαζί τους. Εχουν χάσει το νόημα. Η ταινία πραγματεύεται τη ζωώδη συμπεριφορά ανθρώπων σε κατάσταση κρίσης. Είμαι βέβαιος ότι αν η μάνα μου, ο γιος μου, η κόρη μου ή η γυναίκα μου έπεφταν θύματα βιασμού, θα αντιδρούσα με τον ίδιο τρόπο που δείχνω στην ταινία. Δεν θα πήγαινα στην αστυνομία. Θα το ‘κανα μόνος μου, ακόμη και αν τελικά σκότωνα τον λάθος άνθρωπο».


– Πιστεύετε ότι το «Μη αναστρέψιμος» είναι μια προβοκατόρικη ταινία;


«Υποθέτω πως ναι. Αλλά με την ποιοτική έννοια της έκφρασης. Προκαλεί αντιδράσεις. Συνήθως ο κόσμος κοιμάται όταν παρακολουθεί μια ταινία και μόλις η ταινία τελειώνει, την ξεχνά. Είναι ωραίο να διατηρείται μια ταινία στο μυαλό σου, μια, δυο, τρεις ημέρες».




– Ή για πάντα…


«Πολύ σπάνιο το για πάντα. Θυμάμαι ότι όταν είδα για πρώτη φορά το “Σαλό” του Παζολίνι, ενώ βρήκα ότι ήταν μια πολύ έξυπνη ταινία, δεν ήθελα να την ξαναδώ για δέκα χρόνια. Κάθε μέρα για τα επόμενα δέκα χρόνια όμως, ένιωθα ότι την είχα δει χθες. Δεν θυμόμουν φυσικά όλη την ταινία, αλλά την ατμόσφαιρα, τον αέρα της. Στην περίπτωση της δικής μου ταινίας, η οποία ενώ ξεκινά από το τέλος με εξαιρετική βία ολοκληρώνεται στην αρχή, όπου επικρατεί απόλυτη γαλήνη, πολλοί θεατές φεύγουν με την ψευδαίσθηση της ανακούφισης. Μέχρι που βάζουν την κάθε σκηνή στη θέση της και συνειδοτοποιούν την τραγωδία. Οπως καλά γνωρίζουμε, στην τραγωδία δεν μπορείς να αλλάξεις το μέλλον. Και εδώ αφηγούμαι το μέλλον πριν από το παρελθόν, πράγμα που σημαίνει ότι το μέλλον δεν θα αλλάξει. Εμαθα ότι γυναίκες που είδαν την ταινία άρχισαν να κλαίνε είκοσι λεπτά αφότου έφυγαν από την αίθουσα. Υπάρχει ευτυχισμένο τέλος αλλά όχι ευτυχισμένο μέλλον».


Γυρίζοντας την ταινία ανάποδα, από την αρχή προς το τέλος, θέλατε να πρωτοτυπήσετε;


«Δεν είναι δα και τόσο μεγάλη πρωτοτυπία. Το “Memento” είχε την ίδια δομή. Απλώς μοίρασα την ταινία σε σαφή κεφάλαια ώστε το καθένα να εξηγεί αυτό που μόλις είδαμε και το οποίο στην ιστορία είναι το επόμενο».


– Σας ενοχλεί το γεγονός ότι το «Μη αναστρέψιμος» στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου είναι γνωστό ως «η ταινία με τη σκηνή του βιασμού της Μόνικα Μπελούτσι»;


«Οχι. Το περίμενα. Μου συνέβη και εμένα στο ταξί. Ο ταξιτζής δεν ήξερε ούτε εμένα ούτε τον τίτλο την ταινίας, ήξερε όμως “την ταινία-σκάνδαλο με τη σκηνή του βιασμού της Μόνικα Μπελούτσι”. Γιατί η Μόνικα είναι μια celebrity. Γι’ αυτό και βρήκα πολύ θαρραλέα την απόφασή της να παίξει στην ταινία μου. Αλλωστε, όταν υπάρχει ένας βιασμός σε μια ταινία με τη Μόνικα Μπελούτσι, δεν μπορείς να περιγράψεις την ίδια ταινία λέγοντας “η ταινία στην οποία η Μόνικα Μπελούτσι διαβάζει ποίηση στο γρασίδι ενώ η κάμερα περιστρέφεται γύρω της” (μια σκηνή που επίσης υπάρχει στο “Μη αναστρέψιμος”). Πιστεύω ωστόσο ότι ο χαρακτηρισμός που αναφέρατε γίνεται από τους ανθρώπους που δεν έχουν δει την ταινία. Βλέποντάς την πολύς κόσμος ανακαλύπτει και άλλα πράγματα. Και πάλι όλα ξεκίνησαν λίγο πριν από το Φεστιβάλ των Καννών, όταν οι Γάλλοι δημοσιογράφοι βάφτισαν την ταινία ως “σκάνδαλο” ενώ δεν είναι σκάνδαλο. Είναι απλώς μια σοκαριστική ταινία, κάτι που ο περισσότερος κόσμος πιστεύει αφότου την δει».


– Συμφωνείτε όμως ότι όλη αυτή η σκανδαλολογία ήταν ένα καλό εργαλείο για την προώθηση της ταινίας;


«Δεν ήταν ένα εργαλείο που εκ προθέσεως εγώ, ο διανομέας και ο παραγωγός της ταινίας θελήσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Εγινε από μόνο του αφότου δείξαμε την ταινία σε κάποιους δημοσιογράφους στη Γαλλία. Ξαφνικά, τα πιο δημοφιλή περιοδικά είχαν την ταινία στο εξώφυλλό τους με τίτλο: “Η Μόνικα Μπελούτσι στο σκάνδαλο της χρονιάς”. Είναι πολύ αργά πια για να παρακαλέσεις να μη χρησιμοποιηθεί η λέξη σκάνδαλο – λέξη τόσο φτηνή. Και όμως, πολλοί δημοσιογράφοι την χρησιμοποίησαν βλέποντας με θετικό μάτι την ταινία, για να την βοηθήσουν. Η λέξη σκάνδαλο μένει εύκολα στη μνήμη. Πάντοτε γνωρίζαμε ότι η ταινία είναι βαριά, όμως η βόμβα σε αυτήν την περίπτωση βρισκόταν στα χέρια των ΜΜΕ».


– Πιστεύετε ότι η εισπρακτική επιτυχία της ταινίας στη Γαλλία οφείλεται στον Τύπο;


«Οφείλεται κυρίως στη Μόνικα Μπελούτσι αλλά και στο ότι η ταινία βοηθήθηκε από τη στόμα με στόμα πληροφόρηση των θεατών που την είδαν. Στη Γαλλία τα έσοδα της δεύτερης εβδομάδας ήταν ίδια με της πρώτης και αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια. Οχι ότι δεν υπήρξαν θεατές που έφυγαν από την αίθουσα πριν από το τέλος. Υπήρξαν, και μάλιστα πολλοί. Το 10% του συνόλου που την είδε δεν έμεινε ως το τέλος».


– Δεν σας δυσαρεστεί αυτό;


«Μα τι λες; Είναι καλό! Είναι καλό! Και έχει πλάκα. Εχει πλάκα. Διότι σημαίνει ότι νιώθουν αδύναμοι μπροστά στην ταινία. Δεν μπορούν να την αντέξουν. Δεν της κάνουν κακό, γιατί έχουν πληρώσει το εισιτήριό τους. Τα χρήματα είναι στην τσέπη του παραγωγού μου. Αυτοί χάνουν όμως. Διότι, ενώ έχουν μείνει στη βρώμα, φεύγουν στο πλύσιμο».


– Εσείς φύγατε ποτέ στη μέση μιας ταινίας επειδή ενοχληθήκατε;


«Στα “Αδέσποτα σκυλιά” του Σαμ Πέκινπα. Οταν την είδα για πρώτη φορά, θεώρησα ότι η σκηνή του βιασμού ήταν πολύ ρεαλιστική και έφυγα. Αυτή είναι η μοναδική φορά που έφυγα από ταινία στη μέση επειδή φοβήθηκα».


– Και μια τελευταία ερώτηση. Πώς θα νιώθατε αν διαβάζατε στην εφημερίδα ότι κάποιος επηρεάστηκε τόσο πολύ από την ταινία σας που επανέλαβε τις ακρότητες που είδε σκοτώνοντας και βιάζοντας;


«Ο Τύπος είναι άρρωστος (για πρώτη φορά ο Νοέ γελά). Είναι πραγματικά άρρωστος».


Η ταινία «Μη αναστρέψιμος» θα προβάλλεται στις αίθουσες από την Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου.