Σήμερα εγκαινιάζεται στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Ανδρο μια έκθεση η οποία έρχεται να αποτίσει για πρώτη φορά στη χώρα μας φόρο τιμής στον μεγάλο καταλανό ζωγράφο και γλύπτη Joan Μirό. Ο τίτλος της, «Joan Μirό: Στην τροχιά του φανταστικού», είναι δηλωτικός του περιεχομένου της, το οποίο συγκροτείται κυρίως από έργα της τελευταίας περιόδου ωριμότητας και πληρότητας του καλλιτέχνη. Μετά το 1957 ο Μirό επανεκτιμά συνολικά το έργο του ανοίγοντας μια νέα περίοδο δημιουργίας, η οποία χαρακτηρίζεται από τη γονιμότητα των προτάσεων, την επινοητικότητα των μέσων, την εκρηκτικότητα της φαντασίας και τη μινιμαλιστική τεχνοτροπική πολυμέρεια και πολυμορφία.


Η τόλμη με την οποία αποδόμησε τις παραδοσιακές δομές της τέχνης και το βαθύ ρήγμα που προκλήθηκε στα οπτικά ήθη δικαιώνουν τον χαρακτηρισμό του ριζοσπαστικότερου καλλιτέχνη της μετά Picasso εποχής. Ο κατά 12 χρόνια μεγαλύτερος και επιφανής συμπατριώτης του, Picasso, της Ανδαλουσίας είχε διαβλέψει άλλωστε από το 1924 την εκφραστική δύναμη του Μirό και σε κάποια στιγμή αντικρίζοντας ένα σχέδιό του, τη «Σπανιόλα χορεύτρια», δεν παρέλειψε να τον ενθαρρύνει λέγοντάς του: «Μετά από μένα, εσύ είσαι αυτός που ανοίγει μια καινούργια πόρτα».


Το έργο του αν σήμερα όσο ποτέ παραμένει στο επίκεντρο της εικαστικής επικαιρότητας είναι γιατί οι προτάσεις του ήρθαν μέσα στη δίνη του πρωτοποριακού προβληματισμού να χαράξουν νέους προσανατολισμούς στην τέχνη. Είναι γιατί έριξαν τον σπόρο που γονιμοποιεί τη φαντασία μας. Είναι γιατί ο σημερινός άνθρωπος της άκρατης νοησιαρχικής υπεροψίας και του ρασιοναλισμού έχει ανάγκη να μπορεί να φαντάζεται. Να αποδρά από τον χρόνο. Να αναδράμει προς την ανέμελη παιδικότητα· προς τη γνησιότητα της πρωτόγονης παιδικής αλήθειας. Εχει ανάγκη να επανευαισθητοποιήσει τα αντανακλαστικά του για συγκινήσεις που προσφέρουν τα μικρά και άσημα πράγματα. «Κάθε κόκκος σκόνης περιέχει την ψυχή ενός θαυμαστού πράγματος. Για να το καταλάβουμε όμως πρέπει να ξαναβρούμε τη θρησκευτική και μαγική αίσθηση των πραγμάτων που έχουν οι πρωτόγονες φυλές…» αναφέρει ο εμβριθής καλλιτέχνης.


Με ρυθμό και χρώμα, λυρισμό και ποίηση, με στοιχεία γνωστικά ή ενόρασης, με σύμβολα υπαρκτά ή νοούμενα και κώδικες παιδικής γραφής ο Μirό πλάθει μια ευφρόσυνη παραστατική του δικού του σύμπαντος. Τα γραφικά του σύμβολα, υπομνήσεις μόνο πραγμάτων εξωθημένων στην άυλη και άχρονη διάστασή τους, διαπερνούν την ύλη και προκαλούν τη λογική μας. Στίχοι ποιητικοί ή μουσικοί φθόγγοι, κενοί χώροι ή απογυμνωμένοι ορίζοντες, θόρυβοι, ψίθυροι και θροΐσματα είναι δυνατόν να αποτελέσουν νύξεις που θα μετουσιωθούν σε έργο. «Πάντοτε χρειάζομαι ένα σημείο εκκίνησης, είτε αυτό είναι ένας κόκκος σκόνης είτε μια ξαφνική λάμψη» ομολογεί.


Ο Μirό ζωγραφίζει παίζοντας. Παίζοντας μας αποκαλύπτει ωστόσο «το μύχιο δράμα του… την κίνηση μιας ψυχής που προσπαθεί να αποδράσει από την πραγματικότητα του παρόντος». Η ζωγραφική του δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Δεν είναι φόρμα για χάρη της φόρμας. Είναι μια διαδικασία που, όπως λέει ο ίδιος, «με κάνει να αναζητώ τον θόρυβο που κρύβεται μέσα στη σιωπή, την κίνηση στην ακινησία, τη ζωή στα άψυχα αντικείμενα, το απέραντο στο πεπερασμένο, φόρμες στο κενό και τον εαυτό μου στην ανωνυμία». Γι’ αυτό και οι εικόνες του δεν λειτουργούν ως θέαμα αλλά ως αποκρυσταλλωμένη ενέργεια. Δεν ανεκδοτολογούν, δεν αφηγούνται. Είναι δημιουργήματα μιας ορμέμφυτης ενέργειας της στιγμής που προσφέρουν νύξεις, εναύσματα, υποκειμενικές προσεγγίσεις, ερμηνείες και εκδοχές.


Και στη γλυπτική του αίρονται οι κανόνες μέτρων και τάξης. Μάλλον περί «αταξίας» πρόκειται. Ενάντια στις κρατούσες θέσεις, δεν έχει σκοπό να συμπληρώσει ή να διακοσμήσει τον αρχιτεκτονικό χώρο αλλά να τον διαταράξει. Δεν αποβλέπει στην τέρψη ή στη θωπεία της όρασης ούτε στον αφηγηματικό καθησυχασμό, αλλά στην απόκριση στις επιταγές ενός διαρκώς αυτοαναιρούμενου διαβήματος το οποίο έχει τις δικές του ευαισθησίες και τη δική του αυθεντικότητα.


Για τον Μirό ο μινιμαλισμός της γραφής δεν αποτελεί πρόσχημα συγκάλυψης εκφραστικής ένδειας αλλά εχέγγυο ελευθερίας η οποία – όπως πιστεύει ο ίδιος – περνά απαραιτήτως μέσα από την απλότητα. Πίσω από αυτή την ευφάνταστη σημειογραφία τού εκ πρώτης όψεως ανέμελου, άτακτου ως και εκκεντρικού τρόπου γραφής, κάτω από τον επιδερμικό φλοιό της πρώτης εντύπωσης της σύγχυσης και της αταξίας, πρέπει να αναζητηθεί ο οξυδερκής, μονήρης, αγχώδης, ανήσυχος και ευαίσθητος παρατηρητής, για τον οποίο η δημιουργία αποτελεί πράξη τελετουργίας που προϋποθέτει τάξη και πειθαρχία: «Μπορεί να φαίνομαι ήρεμος, κατά βάθος όμως βασανίζομαι». Πρέπει να αναζητηθεί ο γνήσιος και πιστός στις ρίζες του Καταλανός, ο οποίος επιστρατεύει τις δυνάμεις της φαντασίας και της ψυχής για να εκφράσει με τον δικό του τρόπο τις δικές του αλήθειες.


Το καλλιτεχνικό διάβημα του Μirό σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί άρνηση αλλά εξέγερση ενάντια στο αισθητικό κατεστημένο. Δεν είναι στάση απόρριψης αλλά ρήξης με τον ίδιο του τον εαυτό. Παρ’ ότι από τον κυβισμό διδάχθηκε, όπως ομολογεί, τη δομή και την πειθαρχία της φόρμας, γρήγορα αποσκίρτησε μη έχοντας, όπως μόνος του διαπίστωσε, το πιστεύω της γεωμετρικής λογικής των πραγμάτων. Ούτε με τους ντανταϊστές συμφώνησε, παρ’ ότι μαζί τους συνδιεκδίκησε το δικαίωμα της απόλυτης ελευθερίας στην τέχνη. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν η άρνηση και η απόρριψη εκ μέρους τους της ισχύουσας λειτουργίας της τέχνης.


Ο σουρεαλισμός, όπως λέει, υπήρξε «η σιωπηλή επανάσταση» μέσα του και του άνοιξε «ένα σύμπαν που δικαίωσε και παρηγόρησε το μαρτύριό του», οδηγώντας τον «στην καρδιά της ποίησης, στην καρδιά της χαράς». Και εδώ όμως η θητεία του θα είναι λαμπρή μεν, εφήμερη όμως, καθώς αρνήθηκε να υποταχθεί στη λογική των μανιφέστων. Ηθελε τον θεατή να ονειρεύεται μπροστά στο έργο του και όχι το έργο του να είναι απόρροια του ονείρου.


Εγκαταλείποντας σχολές και κινήματα, ανάμεσα στα οποία είδε την τέχνη του να ταλανίζεται αναζητώντας ταυτότητα, ο Μirό στράφηκε σε μια καθαρά προσωπική αναζήτηση. Με τη βεβαιότητα που του παρείχαν οι γενέθλιες καταβολές του, τα αφομοιωμένα διδάγματα των διαρκών οπτικών μεταμορφώσεων και κυρίως η αγωνία του να μη δει κάποτε τις προτάσεις του να εξαντλούνται και να καταποντίζονται μέσα στη ρευστότητα των καιρών, πήρε την οριστική και αμετάκλητη απόφαση να εκφραστεί με τον τρόπο που αυτός γνώριζε και στον οποίο πίστευε: την πρωτόγονη εικαστική γραφή της χαμένης παιδικής αφέλειας, αθωότητας και ειλικρίνειας.


Μπροστά σε αυτή τη γραφή θα έχει τη δυνατότητα να προβληματιστεί ο επισκέπτης της έκθεσης της Ανδρου και ενδεχομένως να επιχειρήσει τις δικές του αυτοαναιρέσεις και επαναπροσδιορισμούς, έχοντας πάντα κατά νου ότι η ελευθερία περνά μέσα από την απλότητα. Το έργο του Μirό μπορεί να μας εκπλήσσει θετικά ή αρνητικά. Δεν αφήνει όμως κανέναν αδιάφορο. Αρκεί να το προσεγγίσουμε χωρίς προκαταλήψεις και προδιαθέσεις στρεβλωτικές. Ας κάνουμε όπως ο Μirό: «Εχω πολύ ανοιχτό μυαλό και δεν μένω προσκολλημένος σε μια συγκεκριμένη ιδέα. Αν αυτό που κάνουν οι άλλοι διαπνέεται από το πνεύμα της αυθεντικότητας, το καλωσορίζω απόλυτα. Ο,τι κι αν είναι…».


«Joan Μirό: Στην τροχιά του φανταστικού»: 23 Ιουνίου – 22 Σεπτεμβρίου 2002, Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Χώρα Ανδρου, τηλ. 02820 22444.


Ο κ. Κυριάκος Κουτσομάλλης είναι διευθυντής του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή.