Προ δεκαετίας και πλέον, σε κεντρικό κατάστημα πωλήσεως κρασιών, άκουσα τη νεαρά, πληθωρική πωλήτρια να δηλώνει, μετά περισσεύματος αυτοπεποιθήσεως: «Α, τα κρασιά της Αλσατίας είναι σαν τα γερμανικά. Πολύ φρουτέ (sic) και ελαφρώς γλυκίζοντα (sic)»! Πέραν της γλωσσικής παραδοξότητος, η ανωτέρω δήλωση εκφράζει παραστατικότατα την εικόνα που η μεγάλη μερίδα των καταναλωτών είχε σχηματίσει, την εποχή εκείνη, για τα αλσατικά κρασιά και η οποία βεβαίως πόρρω απείχε της πραγματικότητος.
Ισως οι ασαφείς μνήμες από τις παραδόσεις ιστορίας των γυμνασιακών χρόνων, που εδίδασκαν ότι η Αλσατία υπήρξε πάντα διαφιλονικούμενη ζώνη μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, ίσως τα γερμανικής γραφής και γαλλικής εκφοράς ονόματα των παραγωγών ή ακόμη ίσως οι γερμανικής ονοματολογίας ποικιλίες σταφυλιών να συνετέλεσαν στον σχηματισμό αυτής της εντύπωσης.
Η εντελώς ξεχωριστή προσωπικότητα όμως που διαθέτουν ελάχιστους επιτρέπει συσχετισμούς με κρασιά έστω και όμορων περιοχών ή χωρών. Είναι αλήθεια βέβαια ότι μοιράζεται με τη Γερμανία την κοιλάδα του Ρήνου και κάποιες ποικιλίες σταφυλιού, όμως οι ομοιότητες σταματούν εδώ. Σε αντίθεση με τη γερμανική τάση για υπόγλυκες γεύσεις, η γαλλική πλευρά επιμένει σε κρασιά ξηρά που προορίζονται να συνοδεύσουν το γεύμα και όχι το επιδόρπιο.
Η αμπελουργική ζώνη της Αλσατίας καταλαμβάνει έκταση 12.000 στρεμμάτων στις απολήξεις της οροσειράς των Βοσγίων και στην κοιλάδα του Ρήνου. Στον χάρτη εμφανίζεται σαν μια εξαιρετικά μακρά (120 χιλιόμετρα) και αρκετά στενή (3 χιλιόμετρα) λωρίδα, που αρχίζει στο ύψος της Μυλούζ και τελειώνει στο ύψος του Στρασβούργου, «ακολουθώντας» τον ρου του ποταμού Ρήνου.
Λέγεται ότι, παρατηρώντας τη φυσιογνωμία μιας περιοχής, μπορείς να φαντασθείς τον χαρακτήρα των κρασιών της. Οντως στην Αλσατία αυτή η ρήση βρίσκει την πλήρη εφαρμογή της. Οι μικροί καταπράσινοι λόφοι με τον ελαφρότατο κυματισμό, οι ήρεμες φλέβες νερού που διασχίζουν τις κοιλάδες, τα όμορφα χωριά που διακρίνονται στις πλαγιές στέρεα δομημένα με πέτρα και ξύλο, όλα προδιαθέτουν για κρασιά καλότροπα, αρμονικά, χωρίς αιχμές, εκφραστικά και φιλικά, ακόμη και για τον αμύητο καταναλωτή. Αλλωστε δεν είναι τυχαία η επιτυχία που γνωρίζουν, τα τελευταία ιδίως χρόνια, τόσο στην ίδια τη Γαλλία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Η πραγματική οινική ιστορία της Αλσατίας αρχίζει με την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους, αν και ένας τοπικός μύθος, που μου διηγήθηκε ο γλυκύτατος κύριος Guy Dopff, πρώην ιδιοκτήτης της άλλοτε κραταιάς οινοπαραγωγού εταιρείας Dopff et Irion, υποδηλώνει ίσως παλαιότερες καταβολές αλλά και… ελληνική παρουσία.
Ο Ηρακλής, αφού ολοκλήρωσε τον άθλο του στον Κήπο των Εσπερίδων, αναγκάσθηκε να επιστρέψει διά ξηράς στην αυλή του βασιλιά Ευρυσθέα (διότι προφανώς οι εργαζόμενοι στον εθνικό μας αερομεταφορέα πραγματοποιούσαν απεργιακές κινητοποιήσεις διεκδικώντας την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων τους), οπότε, πάντα κατά τον μύθο, πέρασε και από την Αλσατία. Επιρρεπής στις απολαύσεις, υπέκυψε στα θέλγητρα των εύχυμων νεανίδων της περιοχής, διασκέδασε μαζί τους και μεθυσθείς με εντόπιο οίνο, έπεσε θύμα κλοπής. Οι Αλσατοί του έκλεψαν το ρόπαλό του, το οποίο έκτοτε παραμένει, σε μέρος κρυφό, στις όχθες του Ρήνου. Κατ’ άλλους βέβαια, ο πρόγονός μας κατέλιπε οικειοθελώς το ρόπαλο έναντι των προσφερθεισών… υπηρεσιών, αλλά, εν πάση περιπτώσει, αυτά είναι θέματα τα οποία οφείλουν να διερευνήσουν οι ιστορικοί και όχι οι οινογράφοι.
Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες σταφυλιού, για να επανέλθουμε στα καθαρώς οινικά ενδιαφέροντα, είναι οκτώ, μόνον όμως οι επτά επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν αυτοτελώς για την παραγωγή οίνων Ελεγχόμενης Ονομασίας Προελεύσεως. Να επισημάνουμε ότι η Αλσατία είναι η μόνη οινοπαραγωγός ζώνη της Γαλλίας που τα κρασιά της αναγνωρίζονται κυρίως από την ποικιλία του σταφυλιού και όχι από την Ονομασία Προελεύσεώς τους, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι Alsace ή σπανιότερα Alsace Grand Cru, όπως θα εκθέσουμε διεξοδικότερα στη συνέχεια. Κατά κανόνα, κάθε κρασί προέρχεται από μία και μοναδική ποικιλία, η οποία και αναγράφεται στην ετικέτα της φιάλης.
Πιο αναλυτικά:
* Η Sylvaner, η οποία κατάγεται από την Αυστρία ή την Ουγγαρία, προσφέρει κρασιά ζωηρά, φρέσκα και συχνά σπινθηροβόλα στη νεότητά τους. Διακριτικά αρώματα και ζωντάνια τα καθιστούν ιδανικούς προδόρπιους οίνους.
* Η Pinot blanc (μαζί με τη συγγενική της Pinot Auxerrois) προσφέρει οίνους δροσιστικούς που δεν τους λείπει η δομή. Αριστη πρώτη ύλη για την παραγωγή αφρωδών οίνων ποιότητος.
* Η Chasselas είναι ο πληβείος μέσα στην αλσατική αριστοκρατία και τείνει να εξαφανισθεί. Χρησιμοποιείται μόνο στην παραγωγή του Edelzwicker, ενός κρασιού μαζικής καταναλώσεως.
* Η Pinot noir, μετανάστης από τη Βουργουνδία, είναι η μοναδική κόκκινη ποικιλία, η οποία, καθώς δεν βρίσκει τις ιδανικότερες για την ωρίμανσή της συνθήκες, μετατρέπεται κυρίως σε ροζέ και σπανιότερα σε κόκκινα κρασιά.
* Η Muscat ή μάλλον οι Muscats, μια και πρόκειται για δύο συγγενείς ποικιλίες που οινοποιούνται μαζί, εδώ μετατρέπονται σε ξηρά κρασιά, με εκρηκτικά αρώματα μοσχάτου σταφυλιού.
* Η Riesling, παραδοσιακή ποικιλία της κοιλάδας του Ρήνου, βρίσκει στη γαλλική πλευρά την πληρέστερη έκφρασή της. Θεωρείται ο βασιλεύς των αλσατικών κρασιών και μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να φθάσει σε επίπεδα ανυπέρβλητης τελειότητας. Το καλύτερο Riesling πιστεύεται από το σύνολο σχεδόν των επαϊόντων ότι παράγεται στον «περιτειχισμένο αμπελώνα» της Ste. Hune, κοντά στο Ribeauville. Εξαιρετικές δυνατότητες παλαίωσης, παρά το λευκό του χρώμα και την ευρέως καλλιεργούμενη αντίληψη ότι τα «λευκά δεν παλαιώνουν».
* Η Tokay Pinot Gris, παρά το όνομά της, δεν έχει καμία σχέση με την Ουγγαρία. Πλούτος αρωματικός και γευστική πολυπλοκότητα χαρακτηρίζουν τα περισσότερα κρασιά αυτής της ποικιλίας.
* Τέλος, η Gewurztraminer, με την εντυπωσιακή αρωματική παρουσία, που θυμίζει τριαντάφυλλα, εξωτικά φρούτα και μπαχαρικά, το πάχος και την πληρότητα στο στόμα, δικαίως αποκαλείται… αυτοκράτωρ της Αλσατίας.
Οι τέσσερις τελευταίες ποικιλίες λέγονται και «ευγενείς ποικιλίες», έχουν δε ουσιαστική συμμετοχή στη δημιουργία των οίνων ποιότητος.
Θα επανέλθουμε όμως και στο επόμενο σημείωμά μας για να ολοκληρώσουμε την παρουσίαση αυτής της μαγευτικής περιοχής, καθώς είναι μάλλον δύσκολο να «χωρέσουμε» 12.000 στρέμματα… σε 850 λέξεις!



