Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Αν αποφασίσατε να επενδύσετε σε μετοχές του ελληνικού Χρηματιστηρίου μέσα στο 1997 ίσως στο τέλος της χρονιάς που πέρασε να θεωρούσατε ότι η εξέλιξη της επένδυσής σας δεν είναι αυτή που αναμένατε. Αν, π.χ., γύρω στον Σεπτέμβριο της περασμένης χρονιάς είχατε αγοράσει ένα καλάθι από τις μετοχές που συνθέτουν τον γενικό δείκτη του ελληνικού Χρηματιστηρίου, αξίας 10 εκατ. δρχ., η συνολική αξία της επένδυσής σας θα ήταν στο τέλος Δεκαμβρίου γύρω στα 8,5 εκατ. δραχμές. Είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ευχάριστη αλλά αυτό δεν αποτελεί λόγο για να πανικοβληθεί κανείς. Ηδη τα πράγματα φαίνεται να είναι καλύτερα και την εβδομάδα που πέρασε η αξία της επένδυσής σας πλησίασε περισσότερο το αρχικό σας κεφάλαιο.


Οσοι έχουν παλαιούς και καλούς δεσμούς με τη χρηματιστηριακή αγορά συνηθίζουν να λένε ότι οι απότομες μεταβολές των τιμών των μετοχών συνήθως εξομαλύνονται με την πάροδο του χρόνου. Το χειρότερο που θα μπορούσε να κάνει κανείς είναι να πανικοβληθεί ή να ενθουσιαστεί και να προσπαθεί να πουλήσει ή να αγοράσει μετοχές κατά τη διάρκεια μιας περιόδου κρίσης ή συγκυριακών γεγονότων αντίστοιχα που ανεβάζουν τον πυρετό στο Χρηματιστήριο.


Αυτο δεν σημαίνει βέβαια ότι οποιαδήποτε επιλογή, με όποια κριτήρια και αν γίνει, μπορεί να δικαιωθεί με την πάροδο του χρόνου. Οι καλές όμως τοποθετήσεις, που αποτελούν αποτέλεσμα σοβαρής και ορθολογικής προσέγγισης, έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να αποδώσουν, υπό την προϋπόθεση ότι, πέραν των άλλων, ο επενδυτής διαθέτει και υπομονή.


Τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου ήταν επί σειρά ετών το προσφιλέστερο επενδυτικό «καταφύγιο» για τον μέσο και μικρό επενδυτή – αποταμιευτή, όχι μόνο διότι αποτελούσαν και συνεχίζουν να είναι μια μορφή επένδυσης με σχεδόν μηδενικό επενδυτικό κίνδυνο. Η ασφάλεια ωστόσο που παρέχει αυτή η μορφή της επένδυσης έχει και το κόστος της, αφού η συγκεκριμένη επιλογή μπόρεσε να προσφέρει τα χρόνια που πέρασαν τη μεγαλύτερη ασφάλεια αλλά όχι και την υψηλότερη μακροχρόνια απόδοση.


Αν το 1982 είχε κάποιος τοποθετήσει σε έντοκα γραμμάτια του ελληνικού Δημοσίου 1.000.000 δρχ., το κεφάλαιό του ύστερα από συνεχείς κεφαλαιοποιήσεις των τόκων θα είχε φθάσει σήμερα, στο τέλος του 1997, τα 14 εκατ. δραχμές. Αν όμως εκείνη την εποχή η ελληνική αγορά πρόσφερε εύκολη πρόσβαση σε ευρωπαϊκά ομόλογα σε όποιον είχε τη διάθεση να ανοιχθεί σε μια μορφή επενδύσεων διαφορετική από τις τότε συνήθεις, τα χρήματά του θα είχαν «αβγατίσει» πολύ περισσότερο αφού θα είχαν ενσωματώσει και τις συναλλαγματικές μεταβολές και θα είχαν φθάσει στο τέλος του 1997 να είναι πάνω από 26 εκατ. δραχμές.


Καλύτερη θα ήταν η απόδοση για όποιον είχε τοποθετήσει το εκατομμύριό του σε ελληνικές μετοχές, και συγκεκριμένα σε αυτές που απαρτίζουν τον γενικό δείκτη τιμών του Χρηματιστηρίου.


Το κεφάλαιό του, ενισχυμένο με τις υπεραξίες των μετοχών ιδίως αυτές που προέκυψαν το 1997, θα ήταν κοντά στα 20 εκατ. δραχμές, ενώ θα είχε επιπλέον ένα αξιοσέβαστο ποσό και από τα μερίσματα τα οποία θα είχε λάβει. Τελος, αν ο κάποιος είχε τη δυνατότητα να επενδύσει το 1982 σε ένα καλάθι μετοχών που είναι εισηγμένες στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια θα είχε στο τέλος του 1997 γύρω στα 33,4 εκατ. δραχμές, πλέον των μερισμάτων που θα είχε λάβει.


Για τον υπολογισμό των αποδόσεων αυτών λαμβάνεται υπόψη, σε ό,τι αφορά τις αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων, ο δείκτης ECU Index της τράπεζας Paribas, ενώ για τις ευρωπαϊκές μετοχές χρησιμοποιείται ως βάση ο δείκτης Europe Index της Morgan Stanley.


Αυτός ο δείκτης παρακολουθεί την εξέλιξη όλων των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων τα οποία συμμετέχουν σε αυτόν ανάλογα με το μέγεθός τους. Το Χρηματιστήριο του Λονδίνου συμμετέχει κατά 33%, της Φραγκφούρτης κατά 14%, του Παρισιού κατά 13%, της Γενεύης κατά 12% κλπ.


Είναι γεγονός ότι με χρονικό ορίζοντα μια δεκαπενταετία, οι τοποθετήσεις κυμαινόμενου χαρακτήρα προσέφεραν υψηλότερες αποδόσεις από τις τοποθετήσεις σε έντοκα γραμμάτια, παρά το γεγονός ότι την τελευταία πενταετία είχαμε την επικράτηση των πολύ υψηλών δραχμικών επιτοκίων καθώς και την υπερτίμηση της δραχμής έναντι των περισσότερων νομισμάτων.


Το στοιχείο αυτό είναι εκείνο το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού για τους επενδυτές σε ό,τι αφορά μελλοντικές επενδυτικές επιλογές, αφού την τρέχουσα πενταετία δεν θα επικρατήσουν πλέον υψηλά επιτόκια αλλά ούτε θα υπάρξει ο ίδιος βαθμός υπερτίμησης της δραχμής.