Αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ δύο κορυφαίων προσωπικοτήτων της ισπανικής τέχνης, του χορευτή και χορογράφου Αντόνιο Γκάδες και του σκηνοθέτη Κάρλος Σάουρα, η χοροθεατρική παράσταση «Κάρμεν» παρουσιάστηκε στο Παρίσι το 1983, λίγο μετά την ομώνυμη ταινία τους που σάρωσε τα βραβεία στα διεθνή φεστιβάλ. Αυτή η αυθεντική εκδοχή θα φιλοξενηθεί στις 24, 25 και 26 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με την υπογραφή της Compañía Antonio Gades, της ομάδας που δημιούργησε ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης. Τους κεντρικούς ρόλους ενσαρκώνουν τέσσερις από τους κορυφαίους χορευτές της Compañía.

Η Εσμεράλδα Μανθάνας κρατά τον ομώνυμο ρόλο, ο Αλβαρο Μαδρίδ υποδύεται τον Δον Χοσέ, ο Χάιρο Ροντρίγκες τον ταυρομάχο και ο Μιγκέλ Ανχελ Ρόχας τον σύζυγο. Το ΒΗΜΑgazino μίλησε για την παράσταση με την Εουχένια Εϊρίθ ντε Γκάδες, η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 2004, ακολούθησε την επιθυμία του και δημιούργησε το Iδρυμα Αντόνιο Γκάδες, το οποίο διατηρεί, προστατεύει και διαδίδει την καλλιτεχνική του κληρονομιά. Το 2009, μάλιστα, ανέλαβε χρέη γενικής διευθύντριας.

Ο Αντόνιο Γκάδες δεν ήταν μόνο καλλιτέχνης, αλλά και μια προσωπικότητα βαθιά συνδεδεμένη με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Πώς πλοηγείται σήμερα το Ιδρυμα όσον αφορά αυτή τη διάσταση του έργου του;

«Ο Αντόνιο ήταν βαθιά αφοσιωμένος στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του, χωρίς όμως ποτέ να γίνει προπαγανδιστής. Το έργο του δεν λειτουργεί ως πολιτικό μανιφέστο. Η κοσμοθεωρία του εκφράζεται στον τρόπο με τον οποίο αναπαρίστανε τους ανθρώπους στη σκηνή – στην αξιοπρέπεια των καθημερινών ζωών, στη συλλογική παρουσία του θιάσου, στην άρνηση κάθε διακοσμητικής υπερβολής. Αυτή τη διάσταση δεν τη μεταφράζουμε σήμερα με λόγια, αλλά επιδιώκουμε να τη μεταδώσουμε μέσα από την καλλιτεχνική πράξη. Ο τρόπος που αντιλαμβανόταν τον κόσμο, το σώμα, την εργασία, την κοινότητα, παραμένει ζωντανός μέσα στην ίδια την ομάδα. Υπ’ αυτή την έννοια, το Ιδρυμα δεν συνεχίζει κάποια πολιτική δράση, αλλά αναλαμβάνει την ευθύνη να διαφυλάξει μια καλλιτεχνική οπτική στην οποία η ηθική και η αισθητική ήταν αδιαχώριστες».

©Alberto Rodrigálvarez «Carmen»

Στο πλαίσιο του ρόλου σας ως γενικής διευθύντριας, πώς εξισορροπείτε την πιστότητα στα πρωτότυπα έργα με τη νομοτελειακή ανανέωση της παράστασης;

«Η ευθύνη μου είναι να διασφαλίσω ότι η δομική ακεραιότητα του έργου παραμένει άθικτη – η χορογραφική του γλώσσα, η δραματουργία του και το ηθικό πλαίσιο που το διέπει. Αυτή η πιστότητα είναι απαραίτητη. Ταυτόχρονα, ο χορός δεν είναι κάτι σταθερό. Σε αντίθεση με έναν πίνακα ζωγραφικής που παραμένει αναλλοίωτος, ένα μπαλέτο περνά μέσα από τους ερμηνευτές του, την εποχή τους, τα σώματά τους, τις συναισθηματικές τους καταστάσεις – και φυσικά μέσα από το κοινό. Κάθε παράσταση είναι λοιπόν ταυτόχρονα διαφύλαξη και ανανέωση μιας κληρονομιάς. Το έργο παραμένει το ίδιο, αλλά ζωντανεύει διαφορετικά κάθε βράδυ, μέσα από τη συνάντηση ερμηνευτών και θεατών.

Η καλλιτεχνική μας διευθύντρια, Στέλα Αραούθο, που συνεργάστηκε στενά με τον Γκάδες για σχεδόν 20 χρόνια, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην καθοδήγηση των χορευτών – όχι μόνο τεχνικά, αλλά και στην κατανόηση του ήθους του έργου. Υπ’ αυτή την έννοια, η εξέλιξη δεν προέρχεται από αλλαγές στη χορογραφία, αλλά αφήνοντας το έργο να αναπνέει μέσα από αυτούς που το ερμηνεύουν».

© Jesús Vallinas CARMEN © Jesús Vallinas

Η Κάρμεν παραμένει ένας από τους πιο συχνά ερμηνευμένους γυναικείους χαρακτήρες στον δυτικό πολιτισμό. Τι κάνει τη δική σας εκδοχή να παραμένει επίκαιρη σήμερα;

«Η “Κάρμεν” των Γκάδες και Σάουρα ήταν επαναστατική όταν ανέβηκε για πρώτη φορά, γιατί έφερνε μαζί δύο κόσμους που σπάνια είχαν μοιραστεί τον ίδιο χώρο: τη συμφωνική δομή της μουσικής του Μπιζέ και την ακατέργαστη, ζωντανή παρουσία του φλαμένκο. Σήμερα παραμένει επίκαιρη γιατί αποκαθιστά την ιστορία στον ανθρώπινο πυρήνα της. Απογυμνώνει τον μύθο από τα στολίδια και τον επαναφέρει στο σώμα – στις χειρονομίες, την ένταση, την ανάσα, και τη συλλογική ενέργεια μιας κοινότητας στη σκηνή. Η συνάντηση του λαϊκού με το λόγιο, της σπλαχνικής αλήθειας του φλαμένκο με την εξαιρετική παρτιτούρα του Μπιζέ, συνεχίζει να μιλάει άμεσα στο σύγχρονο κοινό, γιατί ξανασυνδέει τον μύθο με το βιωμένο συναίσθημα».

«Η Κάρμεν του Γκάδες μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη. Δεν είναι μια εικόνα για να την επιθυμείς ή να την κρίνεις, αλλά μια θέληση που δρα.»

Ο Γκάδες απέρριψε τη στερεοτυπική εικόνα τής μονοδιάστατα φλογερής Κάρμεν. Στο σημερινό πλαίσιο, πώς τη βλέπετε εσείς;

«Τη βλέπω ως υποκείμενο, όχι ως αντικείμενο. Η Κάρμεν δεν ζητά άδεια για να υπάρχει, ούτε συμμορφώνεται με τις προσδοκίες που της επιβάλλονται. Δεν είναι ούτε θύμα ούτε εξιδανικευμένη ηρωίδα. Ο Γκάδες ενδιαφερόταν βαθιά να αποκαταστήσει την ανθρώπινη διάστασή της – δεν την έβλεπε ως εξωτική φαντασίωση, αλλά ως γυναίκα που ορίζει τον εαυτό της με τους δικούς της όρους, ακόμα και όταν αυτό ενέχει ρίσκο. Ο αισθησιασμός της δεν είναι κάτι που προσφέρεται στους άλλους για έγκριση, αλλά έκφραση ζωτικότητας, ένας τρόπος να κατοικείς τον κόσμο πλήρως και χωρίς να απολογείσαι γι’ αυτό. Σε αυτή την ανάγνωση, η Κάρμεν του Γκάδες μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη. Δεν είναι μια εικόνα για να την επιθυμείς ή να την κρίνεις, αλλά μια θέληση που δρα».

©Alberto Rodrigálvarez CARMEN ©Alberto Rodrigálvarez

«Το έργο τού Γκάδες μάς υπενθυμίζει ότι το βάθος στην ερμηνεία συχνά προέρχεται από το να παραμένεις πιστός στις ρίζες σου.»

Η Κάρμεν σε αυτή την παραγωγή συνδέεται βαθιά με την ταξική συνείδηση. Πόσο σημαντική ήταν αυτή η διάσταση για τον Γκάδες; Κινδυνεύει το σύγχρονο φλαμένκο να χάσει αυτή την κοινωνική του ρίζα;

«Ο Γκάδες πάντα αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως μέρος του λαού, και το καμάρωνε. Η καθημερινή ζωή – οι χειρονομίες της, οι τελετουργίες της, οι εντάσεις της – ήταν θεμελιώδης πηγή έμπνευσης για το έργο του. Στα μπαλέτα του, η παρουσία του συνόλου δεν είναι διακοσμητική αλλά δομική. Η κοινότητα δεν αποτελεί σκηνικό φόντο για τους πρωταγωνιστές· είναι μέρος της δραματικής δύναμης του έργου. Αυτή η κοινωνική ρίζα είναι ουσιαστική για την αισθητική του. Επιτρέπει στο φλαμένκο να λειτουργεί όχι μόνο ως έκφραση, αλλά ως αφήγηση – ως τρόπος να διηγείσαι ιστορίες για αξιοπρέπεια, σύγκρουση, αλληλεγγύη και πόθο. Το σύγχρονο φλαμένκο εξελίσσεται συνεχώς, όπως πρέπει. Αλλά όταν η σύνδεσή του με τη βιωμένη εμπειρία αποδυναμώνεται, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος η έκφραση να γίνει απλώς διακοσμητική. Το έργο τού Γκάδες μάς υπενθυμίζει ότι το βάθος στην ερμηνεία συχνά προέρχεται από το να παραμένεις πιστός στις ρίζες σου».

Πείτε μας πιο πολλά για αυτό. Τι ήταν το φλαμένκο για τον Γκάδες;

«Ο Γκάδες προσέγγισε το φλαμένκο με βαθύ σεβασμό. Ελεγε συχνά ότι το να έρχεσαι σε επαφή με το φλαμένκο μοιάζει με το να μπαίνεις σε μεγάλο καθεδρικό ναό – μια εμπειρία που εμπνέει δέος, μια αίσθηση μυστηρίου που σε υπερβαίνει. Σε πολλά σκηνικά πλαίσια στα μέσα του 20ού αιώνα, το φλαμένκο παρουσιαζόταν στο κοινό ως κάτι φολκλορικό. Ο Γκάδες αναγνώρισε σε αυτό μια ισχυρή δραματική γλώσσα. Πίστευε ότι το φλαμένκο μπορεί να αφηγείται ιστορίες με το ίδιο βάθος που το κάνει το κλασικό μπαλέτο, και το τοποθέτησε στο επίκεντρο της θεατρικής κατασκευής, όχι στο περιθώριό της. Στο έργο του, το φλαμένκο δεν λειτουργεί διακοσμητικά – δομεί. Δεν στολίζει την αφήγηση, την κουβαλά στις πλάτες του».

Εουχένια Εϊρίθ ντε Γκάδες @Lucrecia Díaz

Πώς επιλέγετε και εκπαιδεύετε χορευτές ώστε να ενσαρκώνουν όχι μόνο την τεχνική αλλά και το ήθος του έργου;

«Σήμερα, οι χορευτές αποφοιτούν από τις σχολές με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση. Αλλά ο Γκάδες συνήθιζε να λέει: “Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται όταν ένας χαρακτήρας μπαίνει στη σκηνή είναι να τον πιστέψω”. Στο έργο του, το σύνολο έχει την πρωτοκαθεδρία. Πρωταγωνιστής είναι το ίδιο το έργο, όχι το άτομο. Οι χορευτές μας πρέπει να κατανοήσουν ότι τα πάντα στη σκηνή υπηρετούν το έργο. Αυτή η μεταβίβαση γίνεται μέσα από την εγγύτητα με αυτούς που εργάστηκαν στενά μαζί του. Η Στέλα Αραούθο υπήρξε για πολλά χρόνια η πρώτη του χορεύτρια στη σκηνή, και συνεχίζει να καθοδηγεί τους χορευτές στη στυλιστική και ερμηνευτική γλώσσα του έργου. Μέσα στην ομάδα, αυτή η διαδικασία συνοδεύεται επίσης από τη Μαρία Εστέβε, κόρη του και νυν πρόεδρο του Ιδρύματος, και από εμένα, που είχα το προνόμιο να εργαστώ δίπλα του κατά την ίδρυση αυτού του θεσμού. Μαζί, επιδιώκουμε να διασφαλίσουμε ότι αυτό που μεταδίδεται δεν είναι μόνο η κίνηση, αλλά ένας τρόπος κατανόησης του γιατί κινούμαστε».

Οταν ο θίασος περιοδεύει διεθνώς – τώρα, για παράδειγμα, έρχεται στην Αθήνα –, ανταποκρίνεται διαφορετικά το εκάστοτε κοινό ανάλογα με το πολιτισμικό πλαίσιο;

«Υπάρχουν φυσικά πολιτισμικές αποχρώσεις. Αλλά η συναισθηματική ανταπόκριση είναι εντυπωσιακά σταθερή. Για θεατές που ίσως γνωρίζουν ήδη την “Κάρμεν” από την παράδοση της όπερας, η συνάντηση με τη δική μας εκδοχή λειτουργεί συχνά ως αποκάλυψη. Η εκπληκτική δύναμη του φλαμένκο προσφέρει μια οδό αυθεντικότητας που κάνει την εμπειρία ιδιαίτερα βαθιά, και παράλληλα κατανοητή και αξιόπιστη».

Σε μια εποχή ψηφιακής κατανάλωσης και περιορισμένης σε διάρκεια προσοχής, πώς προσεγγίζετε τις νεότερες γενιές;

«Η τέχνη είναι μια κατάσταση της ψυχής. Καλούμε το κοινό να αφήσει κατά μέρος τα κινητά του και να μας δώσει την ευκαιρία να το πάρουμε από το χέρι σε μιαν άλλη διάσταση – εκεί όπου θα ζήσει μια ζωή που δεν είναι η δική του, σε μια εποχή διαφορετική από τη δική του».

Η συνεργασία μεταξύ Γκάδες και Κάρλος Σάουρα έδωσε αριστουργήματα τόσο στον κινηματογράφο όσο και επί σκηνής. Πώς μετασχημάτισε ο κινηματογράφος τη διεθνή εμβέλεια του φλαμένκο;

«Λίγες καλλιτεχνικές γλώσσες μιλούν τόσο άμεσα στην ανθρώπινη καρδιά όσο το σώμα σε κίνηση. Και μέσω του κινηματογράφου, αυτή η γλώσσα γίνεται οικουμενική. Ενας θίασος φλαμένκο αυτού του μεγέθους κουβαλά μαζί του όχι μόνο χορευτές, αλλά μουσικούς, τεχνικούς, σκηνικά, κοστούμια – έναν ολόκληρο ζωντανό οργανισμό. Δεν μπορεί να φιλοξενήσει μια τέτοια παραγωγή κάθε πόλη του κόσμου. Υπάρχουν μέρη όπου σίγουρα δεν θα φτάσουμε ποτέ σωματικά. Αλλά ο κινηματογράφος δεν έχει σύνορα. Μέσα από το “Bodas de sangre” του 1981, την “Κάρμεν” του 1983 και το “El amor brujo” του 1986, οι Γκάδες και Σάουρα ταξίδεψαν το φλαμένκο. Επέτρεψαν σε θεατές ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου να γνωρίσουν αυτή τη γλώσσα του σώματος, αυτόν τον τρόπο αφήγησης ιστοριών. Ο κινηματογράφος δεν αντικατέστησε τη σκηνή, αλλά επέκτεινε την εμβέλειά της. Διασφάλισε ότι το φλαμένκο, ως θεατρική έκφραση, έφτασε παντού».

Photo © Javier del Real CARMEN

Το ελληνικό κοινό είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στα θέματα της μοίρας και του πάθους. Βλέπετε παραλληλισμούς μεταξύ της Κάρμεν και των κλασικών τραγικών ηρωίδων;

«Σίγουρα. Οπως πολλές κλασικές τραγικές ηρωίδες, η Κάρμεν αντιδρά στα όρια που της επιβάλλονται και αρνείται την υποταγή. Η μοίρα της δεν διαμορφώνεται από την παθητικότητα, αλλά από την αυτοδιάθεση – και ακριβώς αυτή η αυτονομία τη φέρνει σε διάλογο με την τραγική παράδοση. Η αρχαία ελληνική τραγωδία μάς έχει διδάξει ότι η ελευθερία συχνά έχει κόστος. Η Κάρμεν ενσαρκώνει αυτή την ένταση ανάμεσα στην επιθυμία και τις συνέπειες, ανάμεσα στο ένστικτο και την κοινωνική τάξη».

Η παράδοση του φλαμένκο έχει φτάσει σε νεότερο κοινό διεθνώς μέσα και από pop stars όπως η Rosalía. Πώς αισθάνεστε γι’ αυτήν;

«Μπορεί να υπάρχουν εκείνοι που αμφισβητούν τα νέα μονοπάτια. Αλλά οι καλλιτεχνικές παραδόσεις παραμένουν ζωντανές ακριβώς επειδή επανερμηνεύονται από κάθε γενιά. Η Rosalía δεν έβαλε στα στάδια το παραδοσιακό φλαμένκο στην πιο αγνή του μορφή, αλλά έχει εισαγάγει εκατομμύρια ακροατές σε ρυθμούς, δομές και εκφραστικούς κώδικες που ανήκουν σε αυτό το είδος. Είναι καλλιτέχνις με την πλήρη σημασία της λέξης, και διαθέτει τη σπάνια ικανότητα να συγκεντρώνει την προσοχή τεράστιου κοινού. Αυτή η ορατότητα αναπόφευκτα ξυπνά την περιέργεια. Το φλαμένκο γεννήθηκε από μιαν ανάγκη για εσωτερική ελευθερία και από ανθρώπους που δεν είχαν τίποτε άλλο πέρα από τη φωνή τους, το σώμα τους και την αξιοπρέπειά τους. Η δύναμή του ήταν πάντα η ικανότητά του να μεταμορφώνεται και να προσαρμόζεται διατηρώντας τον πυρήνα του ακέραιο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι οι πρωτότυπες προσεγγίσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με ανοιχτό μυαλό και κριτική διάθεση, όχι με φόβο».

INFO «Carmen», των Αντόνιο Γκάδες και Κάρλος Σάουρα, με την Compañía Antonio Gades: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Βασ. Σοφίας & Π. Κόκκαλη), Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, στις 24, 25 & 26 Απριλίου.