Είναι το πιο νέο μέλος της οικογένειας των ιών της γρίπης – ταυτοποιήθηκε μόλις το 2011 σε χοίρους ενώ «βαπτίστηκε» επισήμως το 2014. Είναι ένα μέλος μάλλον… παραμελημένο καθώς, παρότι έχει εντοπιστεί σε μονάδες εκτροφής βοοειδών σε όλες τις ηπείρους, δεν αποτελεί αντικείμενο συστηματικών ελέγχων. Δεν ελέγχεται συστηματικά ούτε στους ανθρώπους αν και εξετάσεις αντισωμάτων έχουν δείξει ότι μπορεί να τους μολύνει (ευτυχώς, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, χωρίς να προκαλεί σοβαρή νόσηση), αλλά και να μολύνει πιο εύκολα ανθρώπινα κύτταρα του αναπνευστικού συστήματος στο εργαστήριο.

Το ερώτημα λοιπόν που γεννάται είναι εύλογο: μπορεί η άγνωστη στους πολλούς γρίπη D, η οποία παρουσιάζει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την αποδεδειγμένα απειλητική γρίπη Α, να αποτελέσει σημαντικό μελλοντικό παγκόσμιο κίνδυνο; Εγκριτοι ειδικοί από το εξωτερικό που προσπαθούν επί έτη να λύσουν τον ιογενή «γόρδιο δεσμό» μίλησαν στο ΒΗΜΑ-Science τονίζοντας ότι αυτή τη στιγμή πολλά είναι αυτά που δεν γνωρίζουμε και ακόμη περισσότερα αυτά που καλούμαστε να μάθουμε (εγκαίρως) ώστε να μη χρειαστεί μια μέρα να τρέχουμε πίσω από τη γρίπη D και να μη φθάνουμε.

Οι απαραίτητες συστάσεις

Να «συστηθούμε» όμως καλύτερα πρώτα με τη γρίπη D. Την ανακάλυψε το 2011 ο Μπεν Χάους, υπεύθυνος εκείνη την εποχή του διαγνωστικού τμήματος των Newport Laboratories, μιας εταιρείας παρασκευής κτηνιατρικών εμβολίων στη Μινεσότα. Ο Χάους απομόνωσε από έναν χοίρο με συμπτώματα γρίπης, σε μια μονάδα εκτροφής στην Οκλαχόμα, έναν ιό που έμοιαζε με ιό της γρίπης, όμως τα τεστ αποδείκνυαν ότι δεν ήταν γρίπη Α. Ο Χάους και η ομάδα του είδαν ότι ο νέος ιός μπορούσε να μεταδοθεί στους χοίρους μέσω επαφής χωρίς να εμφανίζονται συμπτώματα. Ανησύχησε όμως για τη μελλοντική δυναμική του και έτσι ζήτησε από τον Ρίτσαρντ Γουέμπι, έναν έγκριτο ερευνητή της γρίπης από το Παιδιατρικό Νοσοκομείο St Jude, να βοηθήσει στην περαιτέρω μελέτη του. Τα πειράματα έδειξαν ότι ο ιός μπορούσε να εξαπλωθεί μέσω άμεσης επαφής μεταξύ κουναβιών (του κύριου μοντέλου μελέτης της γρίπης εξαιτίας του ότι φέρει υποδοχείς του αναπνευστικού που προσομοιάζουν πολύ με τους ανθρώπινους). Ωστόσο, ο ιός αυτός δεν εξαπλωνόταν στα κουνάβια αερογενώς και δεν τους προκαλούσε συμπτώματα.

Τα ευρήματα αυτά πρωτοδημοσιεύθηκαν από την ομάδα το 2013 και έκαναν λόγο για έναν ιό που φαινόταν να έχει συγγένεια με τη γρίπη C (ηπιότερη των Α και Β) – καθώς γονιδιακές μελέτες έδειξαν ότι μοιράζονταν το 50% του γονιδιώματός τους. Περαιτέρω πειράματα οδήγησαν στην ταξινόμηση του ιού ως γρίπη D, όπως περιέγραψαν οι ερευνητές σε δημοσίευσή τους στο περιοδικό «mBio» το 2014, αναφέροντας μάλιστα ότι το κύριο ρεζερβουάρ του ήταν τα βοοειδή και όχι οι χοίροι.

Δυναμική εξάπλωση

Εκτοτε η γρίπη D έχει δώσει το «παρών» σε πλήθος άλλων ειδών, όπως σημείωσε στο ΒΗΜΑ-Science ο καθηγητής Επιδημιολογίας Μεταδιδόμενων Νοσημάτων στο Πανεπιστήμιο του Τέξας Γκρέγκορι Γκρέι – ο καθηγητής Γκρέι διενεργεί επιτόπιους ελέγχους για τη γρίπη D σε μονάδες εκτροφής βοοειδών και πουλερικών στο Μεξικό με στόχο να ρίξει περισσότερο φως στο πώς ο ιός εξαπλώνεται και αν μπορεί να αποτελέσει απειλή για τον άνθρωπο. «Η γρίπη D έχει πλέον εντοπιστεί σε μονάδες εκτροφής βοοειδών σε όλη τη Βόρεια Αμερική αλλά και στην Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική και την Αυστραλία. Σουηδική μελέτη έδειξε αντισώματα στη γρίπη D σε γάλα πριν από την παστερίωσή του ενώ η δική μας ομάδα εντόπισε τον ιό σε δείγματα αερολύματος σε μονάδες εκτροφής πουλερικών στη Μαλαισία. Αντισώματα στη γρίπη D έχουν επίσης εντοπιστεί σε πρόβατα, κατσίκες, κότες, καμηλοπαρδάλεις, ελάφια, άλογα, αγριόχοιρους, καγκουρό αλλά και σε γάτες και σκύλους».

Αυτό το μεγάλο εύρος των ειδών στα οποία η γρίπη D… κάνει βόλτα είναι ανησυχητικό. Και αυτό διότι, σύμφωνα με τον Κόντι Γουόρεν, επίκουρο καθηγητή του Τμήματος Κτηνιατρικών Βιοεπιστημών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο, «ανοίγει τον δρόμο ώστε δύο παραλλαγές που έχουν προσαρμοστεί σε διαφορετικά είδη να μολύνουν πιθανώς το ίδιο ζώο και να ανασυνδυαστούν δημιουργώντας μια νέα παραλλαγή ικανή να μολύνει ευκολότερα τους ανθρώπους». Εξίσου ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο ιός της γρίπης D παρουσιάζει ορισμένα από τα επικίνδυνα χαρακτηριστικά της γρίπης Α: εμφανίζεται σε πολλές περιοχές του κόσμου, μολύνει πολλά είδη και έχει τάση ανασυνδυασμού. «Παρουσιάζει όλα τα ορόσημα αναδυόμενου παθογόνου για ζώα και ανθρώπους και αν επιτύχει να καταστεί πιο εύκολη στη μετάδοση μεταξύ ανθρώπων, θα έχει επιδημική και πιθανώς πανδημική δυναμική» επεσήμανε ο καθηγητής Γκρέι.

Σκοτεινά σημεία

Ηδη τα βοοειδή νοσούν από τη γρίπη D η οποία συμβάλλει στην αναπνευστική νόσο των βοοειδών (BRD), μια σοβαρή ασθένεια που προκαλείται από ένα μείγμα ιών και βακτηρίων. Αλλά και οι άνθρωποι μολύνονται με τον συγκεκριμένο ιό. Οπως σημείωσε στο ΒΗΜΑ-Science η δρ Μαριέτ Ντικατέ, διευθύντρια Ερευνών στο Τμήμα Αλληλεπίδρασης Ξενιστών και Παθογόνων του Εθνικού Ινστιτούτου της Γαλλίας για την Ερευνα στην Αγρονομία, την Τροφή και το Περιβάλλον (INRAE) – μια ειδικός από τους λίγους στην Ευρώπη που έχει μελετήσει τόσο τη γρίπη D και έχει συγγράψει περί τα 25 άρθρα για αυτή – «αρκετές μελέτες έχουν δείξει την ύπαρξη αντισωμάτων στον ιό στο αίμα εργαζομένων σε μονάδες εκτροφής. Οι μολύνσεις αυτές ήταν ικανές να προκαλέσουν ανοσολογική απόκριση, όπως αποδεικνύεται από τα αντισώματα, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει ποτέ απομονωθεί ζων ιός σε μολυσμένο άτομο».

Ο δρ Γουόρεν υπογράμμισε πάντως ότι «παραμένει ασαφές αν οι άνθρωποι νοσούν από γρίπη D. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι δεν φθάνουν ποτέ στο νοσοκομείο ώστε να διαγνωστούν, οπότε προφανώς αν εμφανίζουν συμπτώματα, αυτά είναι ήπια. Επιπλέον, δεδομένου ότι δεν υπάρχει συστηματικός έλεγχος επιτήρησης της γρίπης D πουθενά στον κόσμο, ακόμη και αν υπάρχουν κάποια συμπτωματικά κρούσματα αυτά δεν γίνονται ποτέ γνωστά». Σε γενικό πλαίσιο οι ειδήμονες με τους οποίους μιλήσαμε συμφώνησαν στο ότι ουσιαστικώς βρισκόμαστε στο σκοτάδι σχετικά με τη διασπορά της γρίπης D, ακόμη και στα ζώα, αφού, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, δεν ανήκει στα παθογόνα προτεραιότητας ώστε να διενεργούνται τακτικοί έλεγχοι που να την αφορούν στις περισσότερες χώρες του κόσμου. «Και όσο δεν ψάχνεις, δεν βρίσκεις» υπογράμμισε ο καθηγητής Γκρέι.

Ανησυχητικά ευρήματα

Και ενώ εμείς δεν ψάχνουμε, τα ερευνητικά στοιχεία που χτυπούν «καμπανάκι» συσσωρεύονται. Μελέτη του 2024 που ανέλυσε τη γενετική αλληλουχία σε δείγματα της γρίπης D βοοειδών που χρονολογούνταν από το 2005 έδειξε ταχεία γενετική εξέλιξη του ιού, γεγονός που μεταφράζεται σε συχνή μεταπήδησή του από ένα είδος σε άλλο. Παράλληλα μελέτη του καθηγητή Γκρέι και των συνεργατών του, που δημοσιεύθηκε το 2023, αποκάλυψε την ύπαρξη τμημάτων του ιού σε δείγματα που ελήφθησαν από τη ρινική κοιλότητα εργαζομένων σε κτηνοτροφικές μονάδες. Ανησυχητικά ήταν και τα πρόσφατα ευρήματα ερευνητών του Ινστιτούτου Ιολογίας και Ανοσολογίας της Ελβετίας, σύμφωνα με τα οποία η γρίπη D πολλαπλασιάζεται καλύτερα σε κύτταρα των ανθρώπινων αεραγωγών στο εργαστήριο σε σύγκριση με τη γρίπη C.

Τι συμβαίνει όμως στον γενικό πληθυσμό; Και εδώ η εικόνα είναι «θολή». Για παράδειγμα, μελέτη του δρος Χάους, που πρωτοανακάλυψε τον ιό, έδειξε την ύπαρξη αντισωμάτων μόνο στο 1,3% επί συνόλου 316 δειγμάτων ατόμων που είχαν συμμετάσχει σε μελέτες σχετικά με εμβόλια γρίπης.

Ωστόσο μια κινεζική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 παρουσίασε πολύ διαφορετικά ποσοστά. Συγκεκριμένα, ερευνητές του Κτηνιατρικού Ερευνητικού Ινστιτούτου της Τσανγκτσούν ανέφεραν ότι σε 612 δείγματα ατόμων από αστικές και αγροτικές περιοχές της βόρειας Κίνας, το 73% βρέθηκαν θετικά σε αντισώματα στη γρίπη D – σε ό,τι δε αφορούσε άτομα με νόσους του αναπνευστικού, το ποσοστό αυτό εκτοξευόταν στο 97%.

Τα κινεζικά αυτά ευρήματα τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από άλλους ειδικούς που σημείωσαν ότι αν πράγματι η γρίπη D έχει τόσο μεγάλη διασπορά στην Κίνα πιθανότατα θα είχε «συλληφθεί», με δεδομένο ότι στη συγκεκριμένη χώρα γίνεται ενδελεχής αλληλούχηση των παθογόνων.

Ωστόσο, τα κινεζικά πειράματα διεξήχθησαν με βάση ένα πιο νέο στέλεχος της γρίπης D το οποίο απομονώθηκε πρόσφατα στην Κίνα. Και ίσως αυτό το στέλεχος δείχνει μεγαλύτερη δυναμική.

Για αυτό, για να μη συνειδητοποιήσουμε την πιθανή (παγκόσμια) δυναμική της γρίπης D όταν θα είναι πια αργά, οι ειδήμονες ζητούν αυστηρότερη και τακτική επιτήρησή της. Ο καθηγητής Γκρέι τόνισε ότι «η γνώση που έχουμε αυτή τη στιγμή για τη γρίπη D είναι επιφανειακή – ο ιός δεν μελετάται ούτε ελέγχεται επαρκώς και αυτό πρέπει να αλλάξει». Από την πλευρά του ο δρ Γουόρεν υπογράμμισε πως «με δεδομένο ότι ο γενικός πληθυσμός δεν έχει ανοσία στη γρίπη D, οπότε αν ο ιός καταστεί εύκολος στη μετάδοση μεταξύ ανθρώπων οι περισσότεροι θα είναι επιρρεπείς στη λοίμωξη, εμείς οι επιστήμονες πρέπει να δρούμε προληπτικά. Αυτό που θα πρότεινα είναι αυστηρότερη επιτήρηση αρχικώς στους εργαζομένους στις μονάδες εκτροφής όπου ξέρουμε ήδη ότι ο ιός εντοπίζεται σε βοοειδή αλλά και στις στενές επαφές τους. Σε κάθε περίπτωση δεν θεωρώ άμεσο κίνδυνο για την ανθρωπότητα αυτή τη στιγμή τη γρίπη D – κάτι τέτοιο όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα αποτελέσει κίνδυνο στο μέλλον. Και για αυτό πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι». Στις ίδιες γραμμές κινήθηκε και η άποψη της δρος Ντικατέ: «Αυτή τη στιγμή δεν υφίστανται μέτρα για τον έλεγχο της γρίπης D αλλά πρέπει να υπάρξουν. Παρότι εκτιμώ ότι η γρίπη D έχει μεγαλύτερη δυναμική ως ζωονόσος και δεν φοβάμαι τόσο ότι θα προκαλέσει πανδημία, είναι σημαντικό να γίνεται αυστηρότερη επιτήρησή της ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την κυκλοφορία της τόσο στα ζώα όσο και στον ανθρώπινο πληθυσμό – καθώς οι ιοί έχει αποδειχθεί ότι μπορούν να μας εκπλήξουν». Και τέτοιες άλλες (ιογενείς) εκπλήξεις σίγουρα δεν τις θέλει κανένας…