Το 2026 βρίσκει τον κόσμο ιδιαιτέρως ασταθή και αβέβαιο, σχεδόν υπό αναδιαμόρφωση. Οι πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ κλόνισαν τις προηγούμενες γεωπολιτικές σταθερές, έθεσαν υπό αίρεση και αμφισβήτηση παραδοσιακές σχέσεις και συμμαχίες και μαζί μετέβαλαν τους όρους εμπορίου σε ολόκληρο τον πλανήτη, αμφισβητώντας ευθέως την αμερικανικής έμπνευσης παγκοσμιοποίηση των ανοιχτών και ελεύθερων αγορών.

Η στροφή στον προστατευτισμό και τη συναλλακτική διαχείριση της ισχύος πολλαπλασίασε τις γεωπολιτικές και οικονομικές αβεβαιότητες, ενίσχυσε τις εντάσεις και διαμόρφωσε νέες εστίες διαταραχής παγκοσμίως.

Τα πολεμικά μέτωπα

Τα πολεμικά μέτωπα της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής παραμένουν ενεργά, η ειρήνη στη Γάζα επισφαλής, το καθεστώς του Ιράν ζει μέρες κοινωνικής αμφισβήτησης και έντασης, ο Νετανιάχου αναδεικνύει σχέδια ενδεχόμενης νέας αεροπορικής προσβολής αν επιβεβαιωθεί αναβίωση του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, η Σαουδική Αραβία βομβαρδίζει στρατιωτικές βάσεις του καθεστώτος της Υεμένης και στην Αφρική πολλαπλασιάζονται οι εστίες έντασης και συγκρούσεων.

Επιπλέον, ένα νέο μέτωπο σύγκρουσης τείνει να διαμορφωθεί στην κινεζική θάλασσα μετά τις τοποθετήσεις της νέας ιαπωνικής κυβέρνησης για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Ταιβάν, την οποία το Πεκίνο θεωρεί αναπόσπαστο τμήμα της κινεζικής επικράτειας και υπόσχεται να διεκδικήσει κάποια στιγμή την ενσωμάτωσή της στην κινεζική επικράτεια.

Πρόσφατα η απόφαση της Ταϊπέι να προμηθευτεί νέα αμερικανικά όπλα αξίας 11 δισ. δολαρίων προκάλεσε ασκήσεις ναυτικού αποκλεισμού της Ταιβάν με πραγματικά πυρά από τις κινεζικές ένοπλες δυνάμεις. Ακόμη συνεχείς είναι οι δηλώσεις κινέζων επισήμων που καλούν το Τόκιο να αποκηρύξει τα μιλιταριστικά του σχέδια και να αποδεχθεί την αρχή της μιας και ενιαίας Κίνας.

Την ίδια στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες απειλούν το καθεστώς Μαδούρο της Βενεζουέλας να παραδώσει τη διαχείριση του ενεργειακού πλούτου της χώρας και μαζί επαναφέρουν διεκδικήσεις για τη Γροιλανδία και τους θαλάσσιους διαδρόμους του παγωμένου Αρκτικού κύκλου.

Η επιθετική πολιτική της Ουάσιγκτον δεν αφήνει αδιάφορους τους ανά τον κόσμο αυταρχικούς αναθεωρητές ηγέτες, με πρώτο τον Ταγίπ Ερντογάν που φέρνει με κάθε ευκαιρία στο προσκήνιο τα αυτοκρατορικά του σχέδια για την ευρύτερη ζώνη της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, του Αιγαίου συμπεριλαμβανομένου.

Οι απειλές για την Ευρώπη

Ταυτόχρονα η Ευρώπη, μετά την ουκρανική εμπειρία και τελούσα υπό την πίεση και τη λογική ευαισθησία των χωρών που βρέθηκαν υπό σοβιετικό έλεγχο στα μεταπολεμικά χρόνια, αναδεικνύει σε μείζονα τη ρωσική απειλή και σε συνδυασμό με την αμερικανική απομάκρυνση από τις μεταπολεμικές δεσμεύσεις της Ατλαντικής Συμμαχίας, επανατοποθετείται και επανεξοπλίζεται μανιωδώς προκειμένου να αντιμετωπίσει τα υποτιθέμενα επεκτατικά σχέδια του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Την ίδια ώρα, η άλλοτε ανθηρή Γηραιά Ηπειρος βιώνει μακράς διαρκείας ενεργειακή κρίση, απειλείται από κύματα υποτονικής ανάπτυξης, απώλειας του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, τεχνολογικής πίεσης από τις ΗΠΑ και την Κίνα, πληθυσμιακής γήρανσης και μαζί συνθήκες πολιτικής κρίσης και αμφισβήτησης των κυρίαρχων δυνάμεων από αναδυόμενα σχήματα εθνικιστικού και αντισυστημικού λαϊκισμού.

Στη Γαλλία η Λεπέν διεκδικεί ευθέως την εξουσία, στη Μεγάλη Βρετανία ο κήρυκας του Brexit και φίλος του Ντόναλντ Τραμπ, Νάιτζελ Φάρατζ, διεκδικεί με αξιώσεις την εξουσία και εσχάτως η γερμανική μεταπολεμική πολιτική τάξη απειλείται από την Αλίς Ελίζαμπετ Βάιντελ του εθνικιστικού AfD. Στη διάρκεια του 2026 σε έξι ομόσπονδα γερμανικά κρατίδια θα διεξαχθούν εκλογές. Σε δύο από αυτά, της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, το κόμμα της Βάιντελ συγκεντρώνει ποσοστά υψηλότερα του 40%, αμφισβητώντας ευθέως την υπεροχή της παραδοσιακής γερμανικής χριστιανοδημοκρατίας.

Οι κινήσεις της κυβέρνησης

Σε αυτές τις ιδιαιτέρως ασταθείς διεθνώς γεωπολιτικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες θα δοκιμαστεί και η ασθμαίνουσα ελληνική πολιτική, η οποία είναι ήδη αντιμέτωπη με κύματα αμφισβήτησης και ελλείμματα εμπιστοσύνης. Το 2026 περιγράφεται και από τους κυβερνώντες ως αμιγώς προεκλογικό έτος και κατά τα φαινόμενα πολλά θα κριθούν υπό το πρίσμα και της διεθνούς γεωπολιτικής αστάθειας και των πολλαπλών κινδύνων που μας περιβάλλουν.

Η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη, φθαρμένη από τον χρόνο και αμφισβητούμενη για τη μονομέρεια και τις χαμηλές επιδόσεις της οικονομικής πολιτικής της, διασώζεται επί του παρόντος από τον πολυκερματισμό της αντιπολίτευσης και την αδυναμία της να εμφανίσει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Πολιορκείται ωστόσο από κύματα μεταπολιτικής που εμφανίζονται και στον ελληνικό πολιτικό ορίζοντα. Πρόσωπα και δυνάμεις προετοιμάζονται να διεκδικήσουν κεντρική θέση στον χώρο της αντιπολίτευσης και να αμφισβητήσουν την καταγραφόμενη ακόμη δημοσκοπική υπεροχή του κ. Μητσοτάκη.

Στους κυβερνητικούς κύκλους παραδέχονται τη φθορά, μετρούν και ξαναμετρούν παρά ταύτα τις πολλές δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Εκτιμούν ότι η δεξιά λαϊκιστική αντιπολίτευση διεισδύει μεν στη νεοδημοκρατική εκλογική βάση, αλλά δεν διαθέτει την αξιοπιστία και το κύρος να την πληγώσει πραγματικά.

Θεωρούν επίσης ότι το κεντροαριστερό ΠαΣοΚ δεν έχει τις δυνάμεις να επιχειρήσει το άλμα που χρειάζεται και ακόμη πιστεύουν ότι τα υπάρχοντα σχήματα της Αριστεράς δεν είναι σε θέση να πείσουν ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Τους απασχολεί η πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα να δημιουργήσει νέο σχήμα, αλλά βάσει των δημοσκοπικών στοιχείων που διαθέτουν εκτιμούν ότι δεν μπορεί να τους απειλήσει πραγματικά, τουλάχιστον στην παρούσα φάση. Σύμφωνα με πληροφορίες και εκτιμήσεις τους, το εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα σκοντάφτει, δεν δημιουργεί δυναμική σπουδαία, ούτε προσελκύει πρόσωπα που θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά. Ούτε επίσης νιώθουν ότι πιθανή κίνηση από την πλευρά του Αντώνη Σαμαρά θα στεφθεί με επιτυχία.

Αντιθέτως, θεωρούν ότι ενδεχόμενη δημιουργία κόμματος από την κυρία Μαρία Καρυστιανού θα είχε καλύτερες επιδόσεις από τις δύο προηγούμενες. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση επιμένουν ότι δεν θα δημιουργηθούν προϋποθέσεις ανατροπής των υφιστάμενων πολιτικών συσχετισμών.

Ακόμη και αντιπολιτευόμενες τον κ. Μητσοτάκη εσωκομματικές δυνάμεις εκτιμούν ότι η Νέα Δημοκρατία ακόμη και στις τρέχουσες συνθήκες φθοράς παραμένει ισχυρή και σε κάθε περίπτωση θα κινηθεί στη ζώνη τού 30% στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση.

Και μπορεί να ελπίζει ότι στη δεύτερη αναμέτρηση με το επιχείρημα της σταθερότητας θα καταφέρει να επιτύχει αποτέλεσμα ικανό να της προσφέρει, με τη συνδρομή μικρότερων δεξιών σχημάτων, τρίτη κυβερνητική θητεία.

Για αυτό και ο κ. Μητσοτάκης θα επιμείνει στη γραμμή της σταθερότητας, προβάλλοντας τους κινδύνους της σύμπτωσης διεθνούς και εσωτερικής αστάθειας. Στην αυτή λογική, στα τέλη του προσεχούς Μαρτίου, αναμένεται να ανακοινώσει την παραμονή του Γιάννη Στουρνάρα στη Διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος για τρίτη εξαετή θητεία.

Κίνηση, πέραν των άλλων, συμβολική, που θα υπηρετεί ακριβώς το επιχείρημα της σταθερότητας. Οπως και να έχει, με το χαρτί της σταθερότητας ανά χείρας θα κινηθεί η κυβέρνηση το 2026, υπολογίζοντας και εκτιμώντας ότι η πλειονότητα των πολιτών δεν είναι διατεθειμένη να θέσει σε κίνδυνο ή ακόμη χειρότερα να ξαναχάσει και αυτά τα λίγα που ανέκτησε με τόσους κόπους και τόσες θυσίες. Απλώς μένει να αποδειχθεί ότι τα κύματα φθοράς και αμφισβήτησης δεν θα λάβουν κατακλυσμιαίο χαρακτήρα.