Το μέτωπο το οποίο άνοιξε τις προηγούμενες ημέρες το Μέγαρο Μαξίμου με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, εξ αφορμής της κριτικής που άσκησε ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στην πρωτοβουλία της κυβέρνησης να εκκινήσει τις διαδικασίες για τη συνταγματική αναθεώρηση, είναι ενδεικτικό της απόφασης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη «να μη μένει τίποτε αναπάντητο», ειδικά στην παρούσα φάση που έχει αρχίσει να μετρά αντίστροφα ο χρόνος προς τις κάλπες και στο πρωθυπουργικό περιβάλλον θεωρούν ότι βάλλονται πανταχόθεν.

Μπορεί ο ίδιος ο Πρωθυπουργός να υποστήριξε πρόσφατα ότι το δίλημμα της επικείμενης προεκλογικής περιόδου «δεν είναι “Μητσοτάκης ή χάος”, είναι “Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος”», αλλά από τον κύκλο των συνεργατών του αναγνωρίζεται ότι «είναι πολύ περισσότεροι οι παίκτες με τους οποίους θα βρεθεί αντιμέτωπη η κυβέρνηση στο διάστημα που απομένει μέχρι τις εκλογές».

Το τελευταίο διάστημα το Μέγαρο Μαξίμου μοιάζει να βρίσκεται σε μια ιδιότυπη πολιορκία. Οχι από έναν ενιαίο αντίπαλο, αλλά από διαφορετικά μέτωπα που συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο: τη φθορά της κυβέρνησης και προσωπικά του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος δεν περνά απαρατήρητο ότι υπολείπεται του «κανένα» στο δημοσκοπικό ερώτημα για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό.

Εκλογικός στίβος υπό διαμόρφωση

Την ίδια ώρα, ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης επιτρέπει μεν στην κυβέρνηση να εμφανίζεται ως «άτρωτη», λόγω της μεγάλης δημοσκοπικής απόστασης που τη χωρίζει από τους άμεσους ανταγωνιστές της, πλην όμως ο εκλογικός στίβος παραμένει υπό διαμόρφωση. Κι αυτό διότι τρεις πιθανοί δρομείς, ο Αλέξης Τσίπρας, η Μαρία Καρυστιανού και ο Αντώνης Σαμαράς, δεν έχουν πάρει τις τελικές αποφάσεις τους για τη συμμετοχή στην κούρσα προς την κάλπη. Ως εκ τούτου, επισήμως τουλάχιστον, δεν καταμετράται η απήχησή τους στην πρόθεση ψήφου, οπότε είναι δύσκολο να προβλεφθεί εκ των προτέρων η τροπή που μπορεί να λάβουν οι πολιτικές εξελίξεις όταν θα πάρουν – όσοι πάρουν – θέση στην αφετηρία.

Στο κυβερνητικό επιτελείο, βεβαίως, δεν περιμένουν να πληροφορηθούν τις τάσεις που επικρατούν στην κοινή γνώμη μόνον από τις μετρήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και οι οποίες προσώρας περιορίζονται να δίνουν τις απαντήσεις που συγκέντρωσαν στο ερώτημα για το πόσο πιθανό είναι ο ερωτώμενος να ψηφίσει ένα από τα υπό ίδρυση κόμματα.

Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι άνθρωποι του Μεγάρου Μαξίμου είναι αποδέκτες στοχευμένων ερευνών που γίνονται ειδικά για εκείνους και οι οποίες συνήθως δεν δημοσιοποιούνται, ενώ μια πολύ καλύτερη εικόνα λαμβάνουν από τα λεγόμενα «focus group», τις μικρές και κατά τεκμήριο αντιπροσωπευτικές ομάδες πολιτών που καλούνται να απαντήσουν σε πληθώρα ερωτημάτων αποτυπώνοντας τις εκάστοτε διαθέσεις της κοινωνίας.

Μεταρρυθμίσεις με μήνυμα στο Κέντρο

Κύριο μέλημα της κυβερνητικής κορυφής στην τρέχουσα περίοδο είναι «να περιφρουρήσει τον μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα» που θέλει να έχουν οι πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει, όπως το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας για τις συλλογικές συμβάσεις που ψηφίστηκε αυτές τις μέρες στη Βουλή, η συζήτηση που ξεκίνησε στις κοινοβουλευτικές Επιτροπές για το Εθνικό Απολυτήριο, καθώς και οι ρυθμίσεις για την επιστολική ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού που θα ψηφιστούν το αμέσως προσεχές διάστημα.

Κορωνίδα των μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης θεωρείται η προαναγγελθείσα έναρξη των διαδικασιών για τη συνταγματική αναθεώρηση, καθώς η επικρατούσα εντύπωση του Μεγάρου Μαξίμου είναι ότι «μέσω αυτής ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία θα αναθερμάνουν τη σχέση με το κεντρώο εκλογικό ακροατήριο που τους έδωσε τις δύο προηγούμενες εκλογικές νίκες».

Με το ίδιο σκεπτικό ξεκίνησε και η (αντ)επίθεση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη κατά των απόψεων που εξέφρασε ο Ευάγγελος Βενιζέλος τόσο για αυτή καθεαυτή τη σκοπιμότητα της αναθεώρησης του καταστατικού χάρτη της Πολιτείας όσο ειδικότερα για τις ρυθμίσεις περί της ποινικής ευθύνης των διατελεσάντων υπουργών.

Διότι, όπως εξηγούν γνώστες του παρασκηνίου, «μπορεί ο Βενιζέλος να μην είναι ενεργός πολιτικός με την τυπική έννοια του όρου και να συμμετέχει στη δημόσια συζήτηση με την ιδιότητα του συνταγματολόγου, ωστόσο η γνώμη του είναι βαρύνουσα για τη μερίδα του εκλογικού σώματος που η συμπεριφορά της επηρεάζεται από θέσεις και απόψεις επί θεμάτων που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών».

Οπως παραδέχονται κυβερνητικά στελέχη, «ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει σήμερα δεν προέρχεται από ένα πρόσωπο». Είναι, εξηγούν, «η σύμπτωση πολλών μετώπων». Με κυρίαρχα την παγιωμένη κοινωνική δυσαρέσκεια που εκφράζεται από τρεις στους τέσσερις πολίτες, την – αποτυχημένη προς το παρόν – προσπάθεια της αντιπολίτευσης να αποκτήσει συνεκτικό αφήγημα, καθώς και την εσωκομματική αμφισβήτηση που πολλοί θεωρούν ότι θα ενταθεί αν δεν βρεθεί δίαυλος επικοινωνίας του Μαξίμου με τους πρώην πρωθυπουργούς Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά ώστε να μην είναι και οι δύο τους απέναντι στη ΝΔ στην τελική ευθεία προς τις κάλπες.

Οι μετρήσεις της κυβέρνησης

Συγκλίνουσες πληροφορίες από τα ευρήματα των μετρήσεων που έχει στη διάθεσή του το Μέγαρο Μαξίμου επιβεβαιώνουν ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την κυβέρνηση προέρχεται ακριβώς από τα πολλά μέτωπα που αντιμετωπίζει τόσο στο κοινωνικό πεδίο (όπως, π.χ., η επίμονη ακρίβεια ή η δυσαρέσκεια των αγροτών αλλά και της μεσαίας τάξης εξαιτίας σκανδάλων όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ), αλλά και στο πολιτικό επίπεδο, όπου ο βασικός εν δυνάμει μετεκλογικός εταίρος, που είναι το ΠαΣοΚ, αποτελεί την ίδια ώρα και τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή στη διεκδίκηση των μετριοπαθών ψηφοφόρων.

Κατά τις ίδιες πληροφορίες, με εξαίρεση το πιθανό κόμμα Σαμαρά, για το οποίο στο Μέγαρο Μαξίμου εκφράζουν αμφιβολίες για το αν θα βρίσκεται τελικά στην αφετηρία των επόμενων εκλογών, η εκτίμηση που κάνουν επιτελείς του πρωθυπουργικού γραφείου είναι ότι η απήχηση της ΝΔ στο εκλογικό σώμα δεν θα επηρεαστεί ούτε από το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού ούτε από τον κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Ειδικά για το εγχείρημα της πρώην προέδρου του συλλόγου συγγενών των θυμάτων στα Τέμπη, κυβερνητικοί αξιωματούχοι με γνώση των μετρήσεων για τις υπόγειες μετακινήσεις του εκλογικού σώματος προβλέπουν ότι «προϊόντος του χρόνου θα ξεφουσκώνει». Θεωρούν ότι οι θέσεις που υποστηρίζει η Μαρία Καρυστιανού (αμβλώσεις, Μεταναστευτικό, ελληνοτουρκικά) «την αποξενώνουν από την Κεντροαριστερά που την αποθέωνε μέχρι πρότινος και την οδηγούν στην Ακροδεξιά, όπου θα παλέψει για την προσέλκυση ψηφοφόρων από τη Νίκη, τη Λατινοπούλου και λιγότερο από τον Βελόπουλο».

Σε ό,τι αφορά το κόμμα Τσίπρα, κυβερνητικοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι από τα στοιχεία που διαθέτουν φαίνεται ότι «δεν ικανοποίησε τις αρχικές προσδοκίες που δημιουργήθηκαν» τις παραμονές της έκδοσης του βιβλίου Ιθάκη του πρώην πρωθυπουργού. Από τις προβολές που κάνουν συμπεραίνουν ότι «το περισσότερο που μπορεί να συμβεί είναι να καταφέρει να συσπειρώσει γύρω του λίγο πάνω από το μισό των ψηφοφόρων που επέλεξαν τον ΣΥΡΙΖΑ το 2023».

Για το κόμμα Σαμαρά, τέλος, πιστεύουν ότι «ακόμη και αν τελικά δημιουργηθεί, θα κάνει πολύ χαμηλή πτήση, διότι δεν θα αγγίξει τον πυρήνα όσων ψήφισαν τη ΝΔ στις ευρωεκλογές του 2023». Επικαλούνται, μάλιστα, το πρόσφατο ταξίδι Μητσοτάκη στην Αγκυρα για να υποστηρίξουν ότι «καταρρίφθηκε όλη η επιχειρηματολογία περί ενδοτικότητας της σημερινής κυβέρνησης, στην οποία κατά βάση επιχειρεί να βρει έρεισμα η προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού».