Το Σύνταγμα του 1975, σημαντικό για το πέρασμα της χώρας στη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, έχει και μια άλλη ιδιομορφία. Σε μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής, περιέλαβε διάταξη για την προστασία του περιβάλλοντος, το άρθρο 24. Διάταξη που την εποχή εκείνη υπήρχε μόνο στα συντάγματα Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας, σε πολύ πιο αόριστη μορφή.

Το άρθρο 24, σε συνδυασμό με το άρθρο 117 παρ. 3 και 4, θέτει τους εξής κανόνες:

α) Επιβάλλει στο κράτος την υποχρέωση να λαμβάνει προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος.

β) Αναθέτει στο κράτος τη ρυθμιστική αρμοδιότητα για τη χωροταξική διάρθρωση της χώρας. γ) Υπάγει τα δάση και τις δασικές εκτάσεις σε προστατευτικό καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο η μεταβολή της μορφής τους είναι δυνατή μόνο κατ’ εξαίρεση για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενώ σε περίπτωση αποψίλωσής τους από ενέργειες ανθρώπων ή από τυχαία γεγονότα η έκταση που αποψιλώθηκε κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα. Η διάταξη ολοκληρώνεται με τη ρητή κατοχύρωση της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Ετσι, το περιβάλλον προστατεύεται σε όλες του τις μορφές: φυσικό, οικιστικό και πολιτιστικό.

Οι πρωτοποριακές αυτές ρυθμίσεις χρησιμοποιήθηκαν εντατικά και πήραν ολοκληρωμένη υπόσταση αρχικά από το Δ’ και στη συνέχεια από το Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, και φυσικά από την Ολομέλειά του.

Μια από τις πρώτες εργασίες που μου ανέθεσε ο αείμνηστος Βάσσος Ρώτης, τότε σύμβουλος, στη συνέχεια πρόεδρος του Δικαστηρίου και τέλος υπουργός Δικαιοσύνης, αφορούσε τους παραδοσιακούς οικισμούς της χώρας.

Η πρώτη σημαντική απόφαση μετά την ψήφιση του άρθρου 24 αφορούσε την επιχειρούμενη κατασκευή ναυπηγοεπισκευαστικής μονάδας στην Πύλο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι από τα άρθρα 24, 22 και 106 του Συντάγματος απορρέει ευθεία υποχρέωση της Διοίκησης να συνεκτιμά όλους τους παράγοντες που συνθέτουν το εθνικό συμφέρον.

Το ζήτημα της αυθαίρετης δόμησης απασχολεί το ΣτΕ ήδη από το 1980. Το Δικαστήριο εντόπισε το πρόβλημα της νομιμοποίησης αυθαιρέτων στην παραβίαση των αρχών του Κράτους Δικαίου, της ισότητας και βέβαια του ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Ο νομοθέτης, δυστυχώς, επέλεξε σταθερά τον δρόμο της συμφιλίωσης με την αυθαίρετη πραγματικότητα, θεσπίζοντας κατ’ επανάληψη ρυθμίσεις νομιμοποίησης αυθαίρετων κατασκευών. Το ΣτΕ κλήθηκε σε πολλές περιπτώσεις να αμβλύνει και να εναρμονίσει συγκρούσεις μεταξύ τυπικά ισοδύναμων συνταγματικών διατάξεων, όπως εκείνες που προστατεύουν το περιβάλλον, την ιδιοκτησία και την οικονομική ανάπτυξη.

Η σχετική νομολογία αναγνώρισε τη δυνατότητα επιβολής ευρύτερων περιορισμών στην ιδιοκτησία από τους γενικά ισχύοντες, τόσο για την προστασία πολιτιστικών αγαθών όσο και για την εξυπηρέτηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, που εξασφαλίζει το δικαίωμα ακώλυτης πρόσβασης κάθε ατόμου προς τη θάλασσα, κάνοντας λόγο για το κοινωνικό δικαίωμα χρήσεως του φυσικού περιβάλλοντος.

Με ιδιαίτερη προσοχή αντιμετωπίστηκαν τα ευπαθή οικοσυστήματα, όπως οι ακτές και τα μικρά νησιά, που πρέπει να τελούν σε καθεστώς ήπιας διαχείρισης και ανάπτυξης, σε εναρμόνιση προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης.

Στην αναθεώρηση του 2001, παρότι προηγήθηκαν εύλογες αμφισβητήσεις και καχυποψία ως προς την αρχική της στόχευση, τον περιορισμό δηλαδή της εντατικής αυτής νομολογιακής αξιοποίησης, μετά και τον δημόσιο διάλογο επιστημόνων και την κινητοποίηση περιβαλλοντικών οργανώσεων το άρθρο 24 ενισχύθηκε. Σχετικά τοποθετήθηκε και η Διοικητική Ολομέλεια ΣτΕ, με το 4/2001 Πρακτικό της.

Η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή θέσπισε το ατομικό δικαίωμα στην προστασία του περιβάλλοντος και την αρχή της αειφορίας, περιέλαβε ορισμό για το δάσος, ακολουθώντας σχετική απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, και προέβλεψε την υποχρεωτική κατάρτιση δασολογίου και τον χωροταξικό σχεδιασμό σύμφωνα με τα πορίσματα της επιστήμης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με την αναθεώρηση αυτή θεσπίστηκε η υποχρέωση των τμημάτων του ανωτάτων δικαστηρίων να παραπέμπουν στην οικεία ολομέλεια κρίση για αντισυνταγματικότητα διάταξης νόμου. Η διάταξη επικρίθηκε τότε, αλλά οδήγησε σε πιο στέρεες και πειστικές αποφάσεις, αφού αυτές περιβάλλονταν με τις εγγυήσεις ενός σχηματισμού με ιδιαίτερη θεσμική και συνταγματική βαρύτητα.

Στην αναθεώρηση του 2007, κυβερνητική πρόταση για την εξαίρεση των δασικών εκτάσεων, που έπαυσαν να έχουν την ιδιότητα αυτή πριν από τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975, χαρακτηρίστηκε ως οπισθοδρομική, συνάντησε πολιτική, κοινωνική και επιστημονική αντίδραση και τελικώς δεν προχώρησε. Οπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, το γεγονός ότι υπάρχουν μέλη συνεταιρισμών, που εγκλωβίστηκαν λόγω της αδυναμίας πολεοδόμησης των εκτάσεων των συνεταιρισμών μετά το Σύνταγμα, με βάση και τη σχετική νομολογία του ΣτΕ, δεν αποτελεί λόγο να ανατραπεί μια βασική θεσμική κατάκτηση της μεταπολίτευσης. Σχετικά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η αδυναμία αυτή μπορεί να θεμελιώσει μόνο δικαίωμα αποζημίωσης των καλόπιστων πολιτών.

Οπως πολλές φορές έχει παρατηρηθεί, η συμμόρφωση στις συνταγματικές επιταγές δεν επιτυγχάνεται μόνο με την ψήφιση νόμων, αλλά με την εφαρμογή τους. Στον τομέα αυτόν διαπιστώνεται δυστυχώς διαχρονική ολιγωρία της Διοίκησης, όπως σημαντικές καθυστερήσεις στην ψήφιση χωροταξικών σχεδίων, με παράλληλη θέσπιση ρυθμίσεων ή έγκριση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων που υπονομεύουν τον μελετώμενο σχεδιασμό.

Η απουσία χωροταξικών σχεδίων, δασικών χαρτών και κτηματολογίου αποτελεί βασική αιτία της ανασφάλειας δικαίου και της αβεβαιότητας που, εκτός από τις άλλες παρενέργειες, δυσκολεύουν το επενδυτικό κλίμα.

Και αυτός πάντως ο ημιτελής και καθυστερημένος σχεδιασμός δεν ολοκληρώθηκε, ούτε εφαρμόστηκε. H απουσία δασικών χαρτών και κτηματολογίου διευκόλυνε τη σύγχυση, ενώ η κρατούσα αντίληψη «όπου γης οικόπεδο» και η ακολουθούμενη πολιτική με κανόνες real estate δυσχεραίνουν το τοπίο. Αντί να προχωρά ο σχεδιασμός σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που δίνει η νομολογία του ΣτΕ για χρόνια προβλήματα, όπως τα τυφλά οικόπεδα και η οριοθέτηση των οικισμών, γίνονται συνεχείς προσπάθειες παράκαμψής της από τον νομοθέτη.

Για το πολύπαθο ζήτημα των δασικών χαρτών, το ΣτΕ ήδη το 1997 ακύρωσε την παράλειψη του νομοθέτη να τους καταρτίσει, ενώ υπήρξε και σειρά πρόσφατων αποφάσεων της Ολομέλειας του Δικαστηρίου. Οι περιπέτειες της ακολουθούμενης διαδικασίας, που πλέον έχει και ρητή συνταγματική πρόβλεψη, είναι γνωστές και συνεχίζονται.

Στη μακρά δικαστική μου διαδρομή διαπίστωσα ότι οι αρχαιολόγοι και οι δασάρχες προσπάθησαν πολλές φορές να διασώσουν τη δημόσια περιουσία, καλύπτοντας το κενό της απουσίας δασικών χαρτών και κτηματολογίου.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το πρόβλημα δεν είναι το Σύνταγμα, αλλά η εφαρμογή του και οι χρόνιες παθογένειες της Πολιτείας: οι καθυστερήσεις στη θέσπιση των αναγκαίων ρυθμίσεων, η επιμονή σε ρυθμίσεις που αποδοκιμάζονται από τη νομολογία, οι δομικές ελλείψεις στη δημόσια διοίκηση και η απροθυμία του πολιτικού συστήματος να αναλάβει το αναγκαίο πολιτικό κόστος δημιουργούν μεγάλα εμπόδια στην προστασία του περιβάλλοντος. Οσο για το τεράστιο και κατεπείγον ζήτημα της αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, το διεθνές δίκαιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το συμβατικό δίκαιο της κλιματικής αλλαγής και το εθιμικό διεθνές δίκαιο αποτελούν το πλαίσιο που ρυθμίζει τις σχετικές υποχρεώσεις των κρατών· πλαίσιο που λειτουργεί ανεξάρτητα από τυχόν ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 24 ειδικής διάταξης για το απειλητικό αυτό φαινόμενο.

Συμπερασματικά, το άρθρο 24 του Συντάγματος, όπως ερμηνεύθηκε και απέκτησε περιεχόμενο ιδίως από το ΣτΕ, σε συνδυασμό με τη νομολογία των κορυφαίων διεθνών δικαστηρίων, αποτελεί επαρκές οπλοστάσιο τόσο για την προστασία του περιβάλλοντος όσο και για την κλιματική αλλαγή.

Αυτό που λείπει είναι η πιστή εφαρμογή του και η ανάπτυξη της ηθικής της ευθύνης στον καθένα από εμάς. Ανεξάρτητα από την απουσία των αναγκαίων συναινέσεων στο πολιτικό σύστημα που θα επέτρεπαν την ενδυνάμωση και όχι την απαξίωση του Συντάγματος, το άρθρο 24 είναι σαφές και αποδείχθηκε ανθεκτικό. Εργο του κοινού νομοθέτη και της Διοίκησης είναι να εφαρμόσουν τις διατάξεις του και να τις εξειδικεύσει όπου χρειάζεται, παραμένοντας πιστοί στις αρχές και τις κατευθύνσεις τους.

Η κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου είναι τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.