Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο «δεύτερος βίος» και η ανατρεπτική δυναμική

Του Μάρκου Καρασαρίνη

Οπως σε κάθε αστυνομικό μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του, στο τέλος του Ονόματος του Ρόδου του Ουμπέρτο Εκο η κορύφωση επέρχεται με την αναμέτρηση κυνηγού και θηράματος, ερευνητή και δράστη. Οταν ο Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ ρωτά τον Χόρχε του Μπούργκος για το κίνητρο που τον οδήγησε να δολοφονήσει έξι μοναχούς στο απομονωμένο αβαείο της Ιταλίας όπου βρίσκονται προκειμένου να αποκρύψει την ύπαρξη του χαμένου δεύτερου βιβλίου της Ποιητικής του Αριστοτέλη, εκείνος απαντά «Διότι ήταν του Φιλοσόφου!». Για τον Χόρχε η τεράστια επίδραση του αριστοτελικού στοχασμού στη χριστιανική γνώση είναι φθοροποιός, εφόσον ανατρέπει τη θεολογικά επιθυμητή εικόνα του κόσμου προτάσσοντας τη λογική εξέταση των πραγμάτων έναντι της πίστης.

Την ανατρεπτική δυναμική των κλασικών που έντεχνα υποδεικνύει εδώ ο Ουμπέρτο Εκο προβάλλει σε πρώτο πλάνο ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ Στίβεν Γκρίνμπλατ στο βραβευμένο με Πούλιτζερ βιβλίο του The Swerve (στα ελληνικά Παρέγκλισις, εκδ. ΜΙΕΤ, 2017) όπου αφηγείται την καίρια συμβολή στην αναγεννησιακή σκέψη του έτερου πόλου της αρχαιότητας, του λατινικού, με τη μορφή της ανακάλυψης το 1417 του De Rerum Natura (Περί φύσεως) του Λουκρήτιου, το οποίο λάνθανε επί αιώνες. Για μια τρανταχτή απόδειξη της αδιάλειπτης γοητείας που ασκούν ως σήμερα, βέβαια, δεν χρειάζεται καν να σηκώσει κανείς το βλέμμα από την οθόνη του – όλο και κάπου θα εμφανιστεί ένα link, μια διαφήμιση, κάποια υπόμνηση της πολυαναμενόμενης «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν.

Είτε ως πάλαι ποτέ πρότυπο παιδείας, είτε με την πιο ποπ εκδοχή της αυτοβελτίωσης διά της φιλοσοφίας, είτε αποδεκτή ως fons et origo πανανθρώπινων αξιών, είτε διαστρεβλωμένη από τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα, είτε εξιδανικευμένη όπως στο παρελθόν, είτε κριτικά προσλαμβανόμενη ως προς τους πολλαπλούς περιορισμούς και τους αποκλεισμούς της όπως στις μέρες μας, η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα προσεγγίζεται και επανανοηματοδοτείται σε έναν διαρκή δεύτερο βίο.

Καθώς όμως φαίνεται να εκχωρούμε με προθυμία διάφορους τομείς του επιστητού στην τεχνητή νοημοσύνη, υπάρχει ένας επιπλέον επίκαιρος λόγος να επιστρέψει κανείς στην ανατρεπτική εκείνη διάστασή της που επικαλούνται ο Ουμπέρτο Εκο και ο Στίβεν Γκρίνμπλατ: οι κλασικοί προτρέπουν τον άνθρωπο να σκέφτεται μόνος του.

Ο παλιός καθρέφτης που μας δείχνει πάντα ωραίους

Του Νίκου Μάντη

Το φετινό καλοκαίρι αναμένεται «καυτό» από πλευράς ποπ κουλτούρας, με την πολυαναμενόμενη «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν να πρωταγωνιστεί σε ειδήσεις και ρεπορτάζ, έχοντας κάνει απανωτά sold-out προπωλήσεων. Για ακόμα μία φορά η κλασική αρχαιότητα βρίσκεται εδώ, ανάμεσά μας, έτοιμη προς χρήση για κάθε ιδεολογική ανάγκη ή και προς κατανάλωση σε κάθε αφηγηματικό μέσο, «υψηλού» ή «χαμηλού» πολιτισμικού προφίλ, ολοζώντανη και διαρκής. Ωστόσο, όπως με κάθε αντίστοιχη επίκληση σε ένα πολιτισμικό παρελθόν διαμεσολαβημένο από αλλεπάλληλες ερμηνείες και επαναναγνώσεις αιώνων, τίποτα δεν είναι ενδεχομένως τόσο αθώο.

Από την Αναγέννηση και ύστερα, όταν η δυτική σκέψη έπαψε να επικεντρώνεται στον ουρανό και στράφηκε ξανά στον άνθρωπο, τα ομηρικά έπη, οι τραγωδίες, η αρχαιοελληνική φιλοσοφία και ποίηση, η τέχνη, τόσο στη γλυπτική όσο και στη ζωγραφική της μορφή, απέκτησαν ρόλο οδηγού για την εξεύρεση ενός καινούργιου, ανθρωποκεντρικού νοήματος, το οποίο ήταν ανοιχτό προς διαπραγμάτευση, πέρα από την ουσιοκρατία του θεολογικού Μεσαίωνα (που και εκείνος σε μεγάλο βαθμό αριστοτελικός είχε υπάρξει).

Εκεί στηρίχτηκαν οι αναδυόμενες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, εκεί και τα διαδοχικά καλλιτεχνικά ρεύματα, από τον κλασικισμό ως τον ρομαντισμό και παραπέρα. Αργότερα, φιλόσοφοι όπως ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ αποζήτησαν την επαναβάπτιση στο αρχαίο βλέμμα, μακριά από τις συμβατικότητες του οργανωμένου χριστιανικού ή τεχνολογικού πολιτισμού.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια Δύση που έβγαινε πολλαπλά τραυματισμένη, η σχέση με την αρχαιότητα τέθηκε σε αμφισβήτηση. Εχοντας περάσει σε μια εποχή όπου το ζητούμενο δεν ήταν πια η εγελιανή ιστορική πρόοδος (αφού εκείνη είχε οδηγήσει τόσο στο Αουσβιτς όσο και στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι), ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός θεωρήθηκε εν μέρει ένοχος. Ενοχος για το «πας μη Ελλην βάρβαρος», όπως και για την κουτσουρεμένη του δημοκρατία, όπου οι γυναίκες και οι δούλοι ήταν ωσεί υπάρχοντες και όπου το θαύμα του Παρθενώνα συνυπήρχε με τη σφαγή των Μηλίων και με τη βαναυσότητα του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Εδώ και κάποιες δεκαετίες, ο κλασικός πολιτισμός περνάει μια εποχή εκ νέου δημοφιλίας στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα. Κάποιοι κλασικιστές, όπως ο Ιταλός Τζιούστο Τράινα (Θα μας σώσουν οι Ελληνες και οι Ρωμαίοι από τη βαρβαρότητα;, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2025) στέκονται καχύποπτοι απέναντι στο φαινόμενο, επισημαίνοντας ότι η αρχαιότητα έχει επανειλημμένα χρησιμοποιηθεί ιδεολογικά – από τον φασισμό έως τις σύγχρονες πολιτικές του αποκλεισμού, της ξενοφοβίας και της εχθροπάθειας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τη Δύση ο κλασικός πολιτισμός, πέρα από ένα αρτεσιανό πηγάδι αφηγήσεων, τέχνης και ανεξάντλητης σοφίας, αποτελεί και έναν καθρέφτη στον οποίο επιθυμεί να κοιτάζεται όποτε έχει ανάγκη για άντληση νοήματος ή ακόμα και ιδεολογικό άλλοθι. Ενας καθρέφτης όπου η αρχαιότητα επαναχρωματίζεται περίπου κατά το δοκούν, για να ανταποκριθεί στανικώς στα δικά μας εκάστοτε ζητούμενα και μέτρα.

Οπως οι αρχαίοι ναοί και τα αγάλματα στα όνειρά μας παραμένουν εκτυφλωτικά λευκά, άσπιλα στη μαρμάρινή τους τελειότητα, καθώς μας είναι σχεδόν δυσάρεστο να τα φανταστούμε στην αυθεντική τους πολυχρωμία που μας χτυπάει στο βλέμμα ως κάτι κακόγουστο και εξοβελιστέο, το ίδιο συμβαίνει και με άλλες πτυχές της αρχαίας ζωής.

Εκπληκτοι μαθαίνουμε ότι οι αρχαίοι Ελληνες δεν είχαν λέξεις για το πράσινο χρώμα, ενώ ακόμα και το ασύγκριτο μπλε του Αιγαίου, αυτό που για εμάς ταυτίζεται με την καταστατική συνθήκη της ύπαρξής μας σε τούτη τη σημαδιακή γωνιά της γης, για εκείνους αποτελούσε μια απροσδιόριστη απόχρωση, αφού το κυανό ήταν, τουλάχιστον σύμφωνα με τις ομηρικές περιγραφές, κάτι κοντά στο βαθύ κόκκινο του κρασιού. Πώς μπορούμε λοιπόν να επικαλούμαστε τους αρχαίους μας προγόνους τόσο άφοβα και ελαφρά τη καρδία για το καθετί, όταν αγνοούμε ακόμα και τον τρόπο που αντίκριζαν τον κόσμο με τα μάτια τους;

Σε ένα πρόσφατο άρθρο των «Financial Times», με αφορμή το βιβλίο της ιστορικού Μέρι Μπέαρντ με τίτλο Talking Classics, διατυπώνεται μια πιο χρήσιμη προτροπή, πιστεύω. Αντί να προσπαθούμε να χωρέσουμε τους κλασικούς στα δικά μας σταθμά, αποζητώντας ένα επίχρισμα νομιμοποίησης για ό,τι έχουμε κάθε φορά κατά νου, είναι καλύτερο να τους πλησιάζουμε με ταπεινότητα και με ανοιχτό πνεύμα, πνεύμα αναζήτησης. Και ίσως τότε να ανακαλύψουμε σε αυτούς κάτι πραγματικά καινούργιο, κάτι που θα φωτίσει με άλλο τρόπο ακόμα και τις τωρινές μας ανάγκες.

Γιατί είναι άλλο πράγμα η μελέτη και άλλο η εργαλειοποίηση. Και σε έναν κόσμο όπου η γνώση τείνει να γίνει εργαλείο συναλλαγής (εσχάτως ανάμεσα σε ανθρώπους και μηχανές), ίσως αξίζει να επιμείνουμε σε εκείνο που δεν υποτάσσεται στην απλή χρήση: σε μια σκέψη που δεν μας επιβεβαιώνει, αλλά μας αντιστέκεται και – ενίοτε – μας διαψεύδει.

Ο κύριος Νίκος Μάντης είναι συγγραφέας.

Το αναγνωστικό του ουμανισμού

Του Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής

«Να διαβάζετε τους συγγραφείς της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας γιατί αυτοί είναι η μόνη και βασιλική οδός προς τον διττό προορισμό ύφους και ήθους: αυτοί θα ακονίσουν τη σμίλη της γραφής σας, με αυτούς θα ολοκληρώσετε την προσωπικότητά σας». Ετσι θα απαντούσαν στο ερώτημα του αφιερώματος οι ουμανιστές της Αναγέννησης και δεν θα είχαν καμιά αμφιβολία ότι τα κλασικά «Μεγάλα Βιβλία» ήταν το αντίδοτο στον εκπρόθεσμο σχολαστικισμό του Μεσαίωνα.

Θρονιασμένοι σ’ αυτό το βάθρο οι έλληνες και ρωμαίοι συγγραφείς απόλαυσαν αδιαμφισβήτητο κύρος και επικαθόρισαν κυριαρχικά την εκπαιδευτική πράξη ως μέσα στον 17ο αιώνα, όταν με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών δέχτηκαν τα πρώτα εχθρικά πυρά. Οι αντιφρονούντες της υπόθεσης αμφισβήτησαν την επιστημολογική βάση του κλασικού curriculum αντιπροτείνοντας τον προοδευτικό ποζιτιβισμό της επιστημονικής σκέψης αντί του συντηρητικού «προς τα πίσω και επί τα αυτά» που καταλόγιζαν σε όσους επέμεναν στην παραδεδομένη σοφία του παρελθόντος.

Τώρα παράλληλα προς τη βασιλική οδό των κλασικών ουμανιστικών σπουδών (humanities) οι επιστήμες (sciences) έστρωναν λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας. Εδώ οι δεξιότητες είχαν μεγαλύτερη σημασία από το ύφος και το ήθος, οι κλασικοί άρχισαν να γίνονται λιγότερο ευανάγνωστοι και ευπώλητοι και το ερώτημα «γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς;» άρχισε να ακούγεται πιο θαρρετά.

Το δεύτερο πλήγμα ήρθε πιο ύπουλα και σχεδόν ανεπαισθήτως όταν μέσα στον 18ο αιώνα το hot spot των κλασικών σπουδών, το γερμανικό πανεπιστήμιο, σαγηνεμένο από το Zeitgeist του επιστημονικού θετικισμού δρομολόγησε την αρχαιογνωστική επιστήμη (Altertumswissenschaft). Tο επαγγελματοποιημένο «προφεσοριάτο» του, θαυμαστό καθ’ εαυτό, ανακήρυξε τους κλασικούς πεδίο εξειδικευμένων ερευνητικών ανασκαφών και εκ των πραγμάτων υποβάθμισε κι άλλο το παιδαγωγικό και διδακτικό χαρτοφυλάκιο που τους είχαν εμπιστευθεί οι πρώτοι ουμανιστές.

Παρά τη «Μεγάλη Ιδέα» μιας γενικευμένης γερμανικής αρχαιομάθειας και παρά την «τυραννία» που άσκησε η κλασική κυρίως Ελλάδα στη διανοούμενη γερμανική ελίτ, οι κλασικοί περνούν στη νομή και κυριότητα εξειδικευμένων ερευνητών και αρχίζουν να ξεθωριάζουν στην πολιτισμική συνείδηση του λεγόμενου ευρέος μορφωμένου κοινού. Τώρα διαβάζουμε τους κλασικούς όχι τόσο για να σφυρηλατήσουμε πνευματική προσωπικότητα όσο για να προσθέσουμε νέα αρχαιογνωστικά data.

Για τον αναγεννησιακό Πετράρχη και τους συν αυτώ, η αδυσώπητα συστηματική γερμανική αρχαιογνωσία θα φάνταζε σαν τεχνοκρατούμενος, παραστρατημένος ουμανισμός. Και αν ο Πετράρχης μπορούσε να προβλέψει το πώς η ιδεολογική κατάχρηση της κλασικής αρχαιότητας έμελλε αργότερα να θρέψει φυλετικές και εξουσιαστικές φαντασιώσεις ίσως να έλεγε στους Γερμανούς: εσείς μη διαβάζετε τους κλασικούς.

Ας μην παρερμηνευτούμε. Η ανάπτυξη μιας αρχαιογνωστικής επιστήμης ήρθε νομοτελειακά και τα ευρήματά της έδωσαν, και συνεχίζουν να δίνουν, καλύτερη και εναργέστερη θέα του κλασικού κόσμου. Ωστόσο, το ζήτημα είναι ότι με απομειωμένο το παιδαγωγικό κύρος που της έδωσαν οι πρώτοι ουμανιστές η κλασική παιδεία βρέθηκε βαθμιαία να ανταγωνίζεται τις θετικές επιστήμες σε ένα πεδίο κυριαρχούμενο από τα προτάγματα της πρακτικής χρησιμότητας και πασχίζοντας να αποδείξει τη δική της χρησιμότητα δοκίμασε, μεταξύ άλλων, να οχυρωθεί πίσω από απρόσφορες αξιώσεις: «Διαβάστε τα κλασικά κείμενα ως απαράμιλλα υποδείγματα γραμματικής και συντακτικής πειθαρχίας» – κι άλλοι παραστρατημένοι θεράποντες του ουμανισμού, θα ξανασκεφτόταν ο Πετράρχης.

Το τρίτο πλήγμα έχει πιο περίπλοκη ιστορία. Από τα μέσα του 20ού αιώνα ο στρουκτουραλιστικός συρμός απεργάστηκε μια αντιστροφή έμφασης από το κειμενικό περιεχόμενο στις δομικές αρχές που συγκροτούν το κείμενο. Στη ρύμη αυτής της αντιστροφής όλα τα κείμενα ανέβηκαν στην πίστα και με τη συνέργεια των λεγομένων «πολιτισμικών σπουδών» λογοτεχνία και παραλογοτεχνία, Πλάτων και πορνογράφημα αξίωσαν ισότιμη προσοχή. Αυτό το είδος «εκδημοκρατισμού» δεν ερμηνεύει, απλώς «διαβάζει» και, κυρίως, δεν αξιολογεί – ευθεία βολή στην παράδοση των ουμανιστικών Great Books που προϋπέθετε αξιολόγηση και επιλογή των τιμαλφέστερων της κλασικής κληρονομιάς για βαθύτερη μύηση σε πνευματικές και ηθικές αξίες.

Απέμενε η χαριστική βολή, και αυτή ήρθε με τα στρουκτουραλιστικά απόνερα του μεταμοντερνισμού, της πολιτικής ορθότητας, της wοke culture και της πολιτικής ταυτοτήτων που τοιχοκόλλησαν το κηδειόχαρτο του Συγγραφέα, των «λευκών νεκρών αρρένων» και των «μεγάλων αφηγήσεων» της Δύσης. Ρητή ή υπόκωφη, η ντιρεκτίβα του μεταμοντέρνου επιτελείου είναι: «Τα κλασικά κείμενα μπορεί να είναι βλαβερά για την πολιτισμική μας υγεία. Προσέξτε τι διαβάζετε ή μη διαβάζετε καθόλου».

Αλλά γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των, γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι κλασικοί. Σε εποχές αξιακού σχετικισμού δεν είναι εύκολο να τους υπερασπιστούμε ανακυκλώνοντας την εδραία πεποίθηση των πρώτων ουμανιστών. Αν πρέπει να μην τους χάσουμε από το οπτικό μας πεδίο είναι κυρίως επειδή στην πρώτη ώρα, με τα χείλη ακόμη στον πηλό αυτοί άρθρωσαν καθοριστικά τα πράγματα του κόσμου και την ιστορία που μας έκανε αυτό που είμαστε και συνεχίζουμε να γινόμαστε. Είναι οι πρώτοι και απαράγραπτοι χορηγοί της ιστορικής μας νοημοσύνης χωρίς την οποία θα σερφάρουμε αμνήμονες σε έναν «παροντισμό» που θα αρχίζει κάθε φορά από το τελευταίο αλγοριθμικό επίτευγμα.

Ο κύριος Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι ακαδημαϊκός και πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.

Ο μύθος του Θευθ στην εποχή της ΤΝ

Του Φραντσέσκο Σκαλόρα

Η γραφή υπήρξε ίσως η πιο καθοριστική εφεύρεση στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Κι όμως, η δική της καθιέρωση, παρά τη χρησιμότητά της, φαίνεται ότι αρχικά προκάλεσε αντιδράσεις και δυσπιστία. Το γεγονός αυτό μπορεί να μας φαίνεται παράδοξο, όπως ίσως παράδοξες θα φανούν στο μέλλον οι επιφυλάξεις με τις οποίες αντιμετωπίζεται σήμερα η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (TN) στις πρακτικές διατήρησης και μετάδοσης της γνώσης.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στον Φαίδρο (274c-275e), ο Πλάτωνας βάζει στο στόμα του Σωκράτη έναν χαρακτηριστικό μύθο. Πρωταγωνιστής είναι ο θεός Θευθ, που ζούσε στη Ναύκρατι της Αιγύπτου επί βασιλείας Θαμούν. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Θευθ παρουσιάστηκε μια μέρα στο παλάτι για να επιδείξει στον βασιλιά τις εφευρέσεις του, πεπεισμένος ότι άξιζαν να διαδοθούν σε ολόκληρο τον αιγυπτιακό λαό.

Ανάμεσα στις διάφορες εφευρέσεις, ξεχώριζε η τέχνη της γραφής. Προκειμένου να αναδείξει τη σημασία της, ο Θευθ υποστήριζε ότι η γραφή θα καθιστούσε τους Αιγυπτίους σοφότερους και θα ενίσχυε τη μνήμη τους. Ο Θαμούν, ωστόσο, απάντησε επιφυλακτικά: «Πολύτεχνε Θευθ, άλλος έχει τη δύναμη να γεννάη τις τέχνες, κι άλλος πάλι να κρίνη πόσο θε να βλάψουν και θε να ωφελήσουν εκείνους που μέλλουν να τις μεταχειρισθούν. Και συ τώρα, σαν πατέρας των γραμμάτων, από εύνοια είπες το αντίθετο απ’ εκείνο που αυτά μπορούν.

Γιατί τα γράμματα στις ψυχές εκείνων που θα τα μάθουν, θα φέρουν λησμονιά, μια και αυτοί θα παραμελήσουν τη μνήμη τους, γιατί από εμπιστοσύνη στη γραφή θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους απ’ έξω με ξένα σημάδια, όχι από μέσα από τον εαυτό τους τον ίδιο. Ωστε δεν ευρήκες το φάρμακο για τη μνήμη την ίδια, αλλά για το να ξαναφέρνης κάτι στη θύμηση. Κι από τη σοφία δίνεις στους μαθητές σου μια δόκηση, κι όχι την αλήθεια· γιατί έχοντας πολλά ακούσει χωρίς να τα διδαχθούνε θάχουν τη γνώμη πως ξέρουνε πολλά, ενώ είναι ανίδεοι στα πιο πολλά και φορτικοί στη συντροφιά τους, και θα έχουν γίνει αντίς σοφοί δοκησίσοφοι» (μτφρ. Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου, εκδ. Εστία 2013).

Ο μύθος του Θευθ είχε ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., όταν η γραφή άρχισε σταδιακά να υποκαθιστά την προφορικότητα ως κυρίαρχο μέσο διατήρησης και μετάδοσης της γνώσης. Σήμερα, υπό διαφορετικές συνθήκες αλλά με ανάλογες ανησυχίες, καλούμαστε να αναστοχαστούμε τα οφέλη και τους κινδύνους της ΤΝ: μιας επαναστατικής τεχνολογικής τομής που, όπως κάθε ανατροπή τάξεων και ισορροπιών, προκαλεί προβληματισμό.

Η ΤΝ παράγει κείμενα, συνοψίζει και αναδιατυπώνει αφηγήσεις με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα. Ωστόσο, δεν διαθέτει κατανόηση του βαθύτερου νοήματος του περιεχομένου που επεξεργάζεται. Δεν αντιλαμβάνεται τι παραλείπει όταν απλουστεύει, ούτε μπορεί να αξιολογήσει τη σημασία αυτών των παραλείψεων.

Η λειτουργία της βασίζεται στην επεξεργασία δεδομένων και όχι στη βιωματική κατανόηση. Σε κάθε πράξη σύνοψης, ανθρώπινη ή μη, αφαιρείται ό,τι κρίνεται μη απαραίτητο, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται η πολυπλοκότητας της εμπειρίας. Η διαφορά έγκειται στο ότι η τεχνητή νοημοσύνη το επιτυγχάνει με πρωτοφανή ταχύτητα και συνέπεια.

Ο μηχανισμός, ωστόσο, παραμένει ίδιος: η εξάλειψη της τριβής και της σύγκρουσης, εκεί ακριβώς όπου κινείται το συναίσθημα, καλλιεργείται η σκέψη και διαμορφώνεται η γνώση. Σε αυτό το σημείο αναδύεται και η σύγκλιση με το πλατωνικό χωρίο: όπως κάθε μορφή γνώσης που δεν έχει διανύσει τη διαλεκτική πορεία, έτσι και τα προϊόντα της ΤΝ – θα έλεγε ο Σωκράτης – μοιάζουν να «στέκονται μπροστά σου σαν να είναι ζωντανά», αλλά «αν τα ρωτήσης, σιωπούνε με πολλή σοβαροφάνεια».

Γιατί, άραγε, διαβάζουμε ακόμη τους «κλασικούς»; Τι μπορούν να μας διδάξουν στην εποχή της ΤΝ; Το πρώτο ζήτημα είναι η αποσαφήνιση του ίδιου του όρου. Ετυμολογικά, η λέξη «κλασικός» (λατ. primae classis) δηλώνει εκείνον που ανήκει σε ανώτερη κοινωνική τάξη. Σήμερα, ωστόσο, χρησιμοποιείται με ασάφεια: παραπέμπει κυρίως στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα υποδηλώνει κάτι διαχρονικά ανυπέρβλητο. Παράλληλα, «κλασικά» θεωρούνται και τα έργα των Τολστόι, Ουγκό, Μαντσόνι και Θερβάντες, όχι μόνο εκείνα του Αριστοτέλη ή του Σενέκα.

Ισως, μάλιστα, θα ήταν προτιμότερο να μιλάμε για «αρχαίους», με καθαρά ιστορικούς όρους. Μια τέτοια προσέγγιση διευρύνει το πεδίο πέρα από τους Ελληνες και τους Ρωμαίους, ώστε να περιλάβει και άλλους πολιτισμούς, όπως τους Αιγύπτιους του Θαμούν, τους Ινδούς και τους Κινέζους· κόσμους με τεράστια ιστορική και γεωγραφική έκταση, δύσκολα αποτυπώσιμη στο σύνολό της. Ετσι υποχωρεί η ιδέα ότι οι «κλασικοί» μπορούν να προσφέρουν μια ενιαία και οριστική αλήθεια.

Εκείνο που όμως απομένει είναι κάτι πιο ουσιαστικό: οι πολιτισμοί αυτοί εξακολουθούν να μας ενδιαφέρουν επειδή μαθαίνουμε πώς τελειώνει ένας κόσμος και τι είναι αυτό που επιβιώνει μετά το τέλος του.

O κύριος Φραντσέσκο Σκαλόρα διδάσκει Νέα Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα.