Εκλειψη και επάνοδος μιας δυνητικής επιλογής
Του Μάρκου Καρασαρίνη
Οταν τον Μάρτιο του 2011, τρεις μέρες μετά το πυρηνικό ατύχημα της Φουκουσίμα, η Ανγκελα Μέρκελ ανακοίνωνε τη σταδιακή αποδέσμευση της Γερμανίας από την πυρηνική ενέργεια ως το 2022, η απόφασή της γινόταν αντιληπτή ως επίδειξη πολιτικής τόλμης και ταυτόχρονα γενναία ώθηση προς το μέλλον.
Επρόκειτο, όπως δήλωνε δημόσια, για μια θεμελιώδη αναπροσαρμογή: η χώρα θα χάραζε μια νέα στρατηγική που θα την καθιστούσε πρωτοπόρο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η προοπτική την οποία περιέγραφε τον Μάιο της ίδιας χρονιάς δεν αφορούσε απλώς την ενεργειακή αυτάρκεια και την «αξιόπιστη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε προσιτές τιμές», αρθρωνόταν με όρους καινοτομίας και οικονομικής επιτυχίας: η καγκελάριος υποσχόταν στο κοινό της «εξαγωγές, ανάπτυξη, τεχνολογία, θέσεις εργασίας». Μετά τα όσα ακολούθησαν, την κρίση, την εξάρτηση της Γερμανίας από το ρωσικό φυσικό αέριο, το ενεργειακό σοκ της εισβολής στην Ουκρανία, όλα τα παραπάνω μοιάζουν ανεδαφικά, την εποχή των εξαγγελιών τους όμως δεν ακούγονταν ανέφικτα.
Για πολλούς, η Φουκουσίμα, επαναφέροντας το φάντασμα του Τσερνόμπιλ, είχε δώσει τη χαριστική βολή στην πυρηνική ενέργεια και μόνο το (τότε και τώρα) επιστημονικά μακρινό όραμα της σύντηξης θα μπορούσε να την αναβιώσει.
Και αναμφίβολα τα επόμενα χρόνια το γερμανικό παράδειγμα ενέπνευσε μια γενικότερη στροφή στις πράσινες πηγές ενέργειας στην Ευρώπη.
Οσο όμως η κλιματική κρίση επιδεινώνεται και οι υδρογονάνθρακες συνεχίζουν να αποτελούν ζωτικό στοιχείο της παγκόσμιας οικονομίας, όπως απέδειξε έμπρακτα η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν, η πυρηνική επιλογή θα παραμένει υπολογίσιμος παράγοντας. Στο μεταξύ νέες τεχνολογίες, ιδίως εκείνη των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, ενσωματώνουν συστήματα παθητικής ασφάλειας, ενώ ταυτόχρονα ξεπερνούν το πρόβλημα των μεγάλων αρχικών επενδύσεων κάνοντας ελκυστική την ιδέα της ένταξής τους στο ενεργειακό μείγμα.
Αλλα προβλήματα, βέβαια, με βασικότερο εκείνο των ραδιενεργών αποβλήτων, εξακολουθούν να προξενούν δεύτερες σκέψεις, την ίδια στιγμή που ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε τον κίνδυνο παρόμοιες εγκαταστάσεις να καταστούν στόχοι ή να γίνουν αντικείμενο «πυρηνικής ομηρείας». Ωστόσο, σε μια στιγμή κατά την οποία τα ορυκτά καύσιμα, δέσμια της γεωγραφίας, φαίνεται να μετατρέπονται σε όπλο ή σε διακύβευμα διεθνών συρράξεων και οι ανανεώσιμες πηγές συνεχίζουν να υστερούν ως προς την αποθήκευση, η ενέργεια του ατόμου επανέρχεται διά της εις άτοπον απαγωγής στο προσκήνιο ως δυνητική εναλλακτική λύση και στη χώρα μας.
Η σοβαρή ευκαιρία και η ανάγκη διαλόγου
Από την Μαρία Δαμανάκη, πρώην επίτροπο της Ευρωπαϊκής Ενωσης
Η επίσκεψη του προέδρου Μακρόν στην Αθήνα αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα. Οι δύο κυβερνήσεις υπέγραψαν συμφωνία τεχνολογικής συνεργασίας. Η Γαλλία έχει σαφείς στόχους: Είναι πρωταθλητής Ευρώπης στον τομέα, δεύτερη στον κόσμο σε παραγωγική ικανότητα και προφανώς έχει προηγμένη πυρηνική τεχνολογία προς εξαγωγή. Ποιοι μπορεί να είναι οι στόχοι της Ελλάδας;
H Ελλάδα πρέπει κατ’ αρχάς να ενημερωθεί. Χρειάζεται έναν σοβαρό διάλογο με ρεαλισμό και τεκμηρίωση, με βάση σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, αποφεύγοντας ιδεολογήματα και εμμονές του παρελθόντος. Οποιεσδήποτε λύσεις προκριθούν πρέπει να συνοδευθούν από σχέδια και προϋποθέσεις εφαρμογής που θα ελέγχονται και θα πιστοποιούνται. Ας μην ξεχνάμε τον κακό μας εαυτό που αγαπά την προχειρότητα και μισεί τις προθεσμίες και τη λογοδοσία. Σε πυρηνικές εγκαταστάσεις όλα αυτά δεν θα συνιστούσαν απλή έκφραση παθογένειας. Θα ήταν καταστροφή.
Επιπλέον, η συζήτηση για τη χρήση πυρηνικής ενέργειας θα πρέπει να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο των ενεργειακών επιλογών της χώρας με βάση τις ανάγκες της και τις εξελίξεις στην αγορά ενέργειας. Διατυπώνω λοιπόν κάποιες σχετικές σκέψεις.
Η χώρα μας έχει μικρό μέγεθος, σεισμογενές περιβάλλον και περιορισμένα οικονομικά διαθέσιμα. Τούτων δοθέντων, η οικοδόμηση μεγάλων πυρηνικών εγκαταστάσεων δεν φαίνεται οικονομικά εφικτή και βιώσιμη. Η χρήση όμως μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων δεν απορρίπτεται εκ των προτέρων, με βάση τα επιστημονικά δεδομένα.
Η αγορά ενέργειας κινείται στους ρυθμούς του πολέμου της Μέσης Ανατολής. Η κρίση σε εξέλιξη μας βοήθησε να συνειδητοποιήσουμε ότι η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα έχει σοβαρές συνέπειες. Ακόμη και αν αντικατασταθεί το αραβικό φυσικό αέριο από αμερικανικό, μπορούμε να εναποθέσουμε την ενεργειακή μας ασφάλεια στις διαθέσεις ενός απρόβλεπτου προέδρου που περιπατεί σε έναν απρόβλεπτο κόσμο;
Η πράσινη μετάβαση έχει εξασφαλίσει την αναβάθμιση της ενεργειακής κατάστασης της χώρας. Η Ελλάδα συμβάλλει στη μάχη για το κλίμα, έχει μειώσει τις εισαγωγές, έχει μικρή εξάρτηση από τον λιγνίτη και εξοικονόμηση σοβαρού κόστους, καθώς αποφεύγει την πληρωμή δεκάδων εκατομμυρίων που θα όφειλε με βάση το σύστημα εμπορίας ρύπων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η πράσινη ενέργεια είναι φτηνή, έχει όμως ένα βασικό μειονέκτημα: Δεν έχει σταθερή παραγωγή καθώς εξαρτάται από τον ήλιο και τον άνεμο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η πλήρης αξιοποίησή της. Χρειάζεται σοβαρές εγκαταστάσεις αποθήκευσης, διασύνδεσης και έξυπνα δίκτυα. Ομως, ακόμη και αν υπάρχουν αυτά, το σύστημα δεν ισορροπεί πλήρως.
Η χρήση των μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων μπορεί να δώσει λύση σε αυτό το πρόβλημα και σε ανάγκες ενεργοβόρων βιομηχανιών, απομακρυσμένων ή νησιωτικών περιοχών, ακόμη και στην ηλεκτροκίνηση των πλοίων. Οι εξελίξεις της τεχνολογίας είναι ταχύτατες λόγω και των τεράστιων επενδύσεων που δημιουργούν συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού. Από τα παλιότερα μοντέλα των αντιδραστήρων αερίου περάσαμε στους ψυχόμενους με μόλυβδο ή με υγρά άλατα, για να καταλήξουμε στην τέταρτη γενιά που χρησιμοποιεί το θόριο ως καύσιμο και ψυκτικό μέσο αξιοποιώντας τα πολλαπλά του πλεονεκτήματα. Πρωταθλήτρια τεχνολογίας και εδώ είναι η Κίνα, που διαθέτει το ταχύτερα αναπτυσσόμενο πυρηνικό πρόγραμμα και που προσφάτως ανακοίνωσε ότι κατασκευάζει πυρηνοκίνητο πλοίο νέας γενιάς.
Ομως, δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει το Αγιο Δισκοπότηρο, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται. Υπάρχουν και κακά νέα. Τα τεχνικά προβλήματα παρασκευής των νέων καυσίμων του αντιδραστήρα και της διάθεσης των αποβλήτων δεν έχουν επιλυθεί πλήρως. Δυστυχώς χρειαζόμαστε μια εικοσαετία ή δεκαετία για να μιλήσουμε για εμπορικής κλίμακας κατασκευές με λογικό κόστος. Πάντως ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας αναφέρεται σε επιτάχυνση των διαδικασιών ένταξης χωρών στο πυρηνικό πρόγραμμα, ενώ ενδιαφέρον εκδηλώνεται και από την ΕΕ. Προς το παρόν θα χρειαστούμε μία δεκαετία διαδικασιών από τη στιγμή της αίτησης μέχρι την ένταξη στην παγκόσμια λέσχη παραγωγών. Η συζήτηση λοιπόν είναι ανάγκη να ανοίξει τώρα.
Το συμπέρασμα απ’ όλα τα παραπάνω: Η ενεργειακή πολιτική της χώρας μας οφείλει να είναι πλουραλιστική. Οι ανανεώσιμες μορφές είναι η πρώτη επιλογή που πρέπει να υποστηριχθεί με επένδυση σε έξυπνα, επαρκή δίκτυα και έργα αποθήκευσης. Για την ασφάλεια της αναγκαίας ισορροπίας του δικτύου, όμως, χρειάζεται συμπλήρωση. Προς το παρόν έχουμε στραφεί στο φυσικό αέριο. Οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες θα είναι μία άλλη επιλογή για την οποία πρέπει εγκαίρως να προετοιμαστούμε.
Ελπίζω στον καλό εαυτό μας.
Η Μαρία Δαμανάκη είναι πρώην επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ενωσης
Η πυρηνική διπλωματία της Ελλάδας
Της Μαρίας Ρεντετζή
Η εποχή των σαφών διαχωριστικών γραμμών μεταξύ πυρηνικής ενέργειας και πυρηνικών όπλων έχει πλέον τελειώσει οριστικά. Το τέλος της σηματοδοτήθηκε στις 4 Μαρτίου 2022, όταν ρωσικές δυνάμεις βομβάρδισαν και κατέλαβαν το μεγαλύτερο πυρηνικό εργοστάσιο της Ευρώπης, στη Ζαπορίζια της νότιας Ουκρανίας. Τέσσερα χρόνια αργότερα, συνεχείς βομβαρδισμοί έχουν πλήξει ακόμη και τον θόλο του αντιδραστήρα της Μονάδας 6, ενώ οι πρόσφατες επιθέσεις σε πυρηνικές υποδομές στο Ιράν καταδεικνύουν πόσο ευάλωτες είναι οι πυρηνικές εγκαταστάσεις σε συνθήκες πολέμου.
Σε αυτή τη συγκυρία, η Ελλάδα στρέφεται σε πυρηνικές τεχνολογίες – και ειδικότερα στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες – ως μέρος του ενεργειακού της σχεδιασμού. Παράλληλα, ευθυγραμμίζεται στενότερα με τη γαλλική αμυντική στρατηγική, υιοθετώντας την πυρηνική της ομπρέλα ως μηχανισμό αποτροπής πιθανών πυρηνικών επιθέσεων στην καρδιά της Ευρώπης.
Η στροφή αυτή δεν προκύπτει σε ιστορικό κενό, αλλά συνομιλεί με μια παλαιότερη, ανολοκλήρωτη πυρηνική φιλοδοξία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 η Ελλάδα επιδίωξε να ενταχθεί στην πυρηνική εποχή μέσω της επιστημονικής έρευνας. Αρχικά, η βασίλισσα Φρειδερίκη συνέβαλε στην ίδρυση του ερευνητικού κέντρου «Δημόκριτος», προσελκύοντας έλληνες επιστήμονες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και έχοντας την υποστήριξη του αμερικανού προέδρου και του προγράμματος «Ατομα για την Ειρήνη». Η συμμετοχή της χώρας στο CERN το 1954 και στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας λίγα χρόνια αργότερα την ενέταξαν στο διεθνές πυρηνικό σύστημα. Παράλληλα, η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας διαμόρφωσε το νομοθετικό πλαίσιο ακτινοπροστασίας και ενίσχυσε τη δέσμευση της χώρας στη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων.
Η βασιλική φιλοδοξία ωστόσο, σε συνδυασμό με την εξάρτηση από την αμερικανική οικονομική υποστήριξη του Σχεδίου Μάρσαλ και τη δυτική τεχνολογική ανάπτυξη, δεν κατέληξε στην εισαγωγή της πυρηνικής ενέργειας στη χώρα. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, παρά την ένταξη στο ΝΑΤΟ και τη φιλοξενία αμερικανικών πυρηνικών κεφαλών στον Αραξο, η πυρηνική ενέργεια δεν κατέστη ποτέ βιώσιμη επιλογή για τη χώρα. Απόρροια πολιτικών επιλογών και όχι τεχνολογικών αδυναμιών, αυτή η θέση καθόρισε την πυρηνική διπλωματία της χώρας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι πρόσφατα. Το ισχυρό αντιπυρηνικό κίνημα που αναπτύχθηκε, ιδίως μετά το ατύχημα του Τσερνόμπιλ, διαμόρφωσε μια ισχυρή κοινωνική αντίθεση που ήταν δύσκολο να αγνοηθεί.
Η περίοδος αυτή συνέπεσε με την παγίωση της διάκρισης μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών πυρηνικών προγραμμάτων. Η Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Οπλων το 1970 καθιέρωσε ένα πλαίσιο όπου η πυρηνική ενέργεια παρουσιαζόταν ως εργαλείο ειρηνικής ανάπτυξης, ξεκάθαρα διαχωρισμένου από τις στρατιωτικές της χρήσεις. Νομικά εργαλεία όπως το Πρόσθετο Πρωτόκολλο I των Συμβάσεων της Γενεύης ενίσχυσαν αυτή τη διάκριση, επιδιώκοντας την προστασία των πυρηνικών εγκαταστάσεων από στρατιωτικές επιθέσεις. Ετσι καλλιεργήθηκε η πεποίθηση ότι το «ειρηνικό άτομο» μπορεί να παραμείνει ασφαλές από πολεμικές συγκρούσεις.
Ωστόσο, οι πόλεμοι σε Ουκρανία και Ιράν αποδεικνύουν ότι οι πυρηνικές εγκαταστάσεις δεν είναι μόνο ευάλωτες αλλά μπορούν να μετατραπούν σε στρατηγικούς στόχους. Οι επανειλημμένοι βομβαρδισμοί και οι επιχειρήσεις εντοπισμού του ιρανικού εμπλουτισμένου ουρανίου με κάθε κόστος θολώνουν τη διάκριση μεταξύ πολιτικής υποδομής και στρατιωτικής στόχευσης. Ο πυρηνικός κίνδυνος δεν περιορίζεται πλέον σε ατυχήματα ή φυσικές καταστροφές, αλλά επεκτείνεται στη σκόπιμη στοχοποίηση πυρηνικών εγκαταστάσεων ως μέσο γεωπολιτικής πίεσης. Αυτό που κάποτε φαινόταν αδιανόητο έχει καταστεί πραγματικότητα.
Μέσα σε αυτό το κρίσιμο γεωπολιτικό πλαίσιο, η Ελλάδα επανεξετάζει τη στάση της, χαρακτηρίζοντας την εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας ως στρατηγικό λάθος. Ωστόσο, η επαναπροσέγγιση αυτή συμβαίνει τη στιγμή που οι κίνδυνοι εντείνονται. Οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες μπορεί να προσφέρουν ευελιξία και χαμηλότερο κόστος, αλλά δεν εξαλείφουν τη βασική έκθεση των πυρηνικών υποδομών σε γεωπολιτικούς κινδύνους, ιδιαίτερα σε μια περιοχή με διαρκείς εντάσεις.
Η υιοθέτηση της πυρηνικής ενέργειας σήμερα δεν αφορά απλώς τη διαφοροποίηση της ενεργειακής παλέτας. Αναδεικνύει μια βαθύτερη αντίφαση στη διεθνή πυρηνική πολιτική, ιδίως στον τρόπο με τον οποίο η πυρηνική ενέργεια χαρακτηρίζεται ως βιώσιμη. Η αφήγηση αυτή βασίζεται σε μια επιλεκτική θεώρηση του πυρηνικού κύκλου, που παραβλέπει κρίσιμα ζητήματα όπως οι συνθήκες εξόρυξης ουρανίου. Συχνά εντοπισμένη σε περιοχές με ιστορίες αποικιακής εκμετάλλευσης και περιβαλλοντικής υποβάθμισης, η εξόρυξη παραμένει συνδεδεμένη με ανισότητες, τροφοδοτώντας αυτό που έχει χαρακτηριστεί ως «πράσινος καπιταλισμός».
Παράλληλα, η ενεργειακή πολιτική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εθνική ασφάλεια. Η υιοθέτηση της πυρηνικής ενέργειας αγνοεί τις αλλαγές στη διεθνή τάξη και τον νέο ρόλο των πυρηνικών εγκαταστάσεων σε συνθήκες σύγκρουσης. Η Ελλάδα δεν επιστρέφει σε ένα γνώριμο πλαίσιο τύπου Ψυχρού Πολέμου· εισέρχεται σε αχαρτογράφητα νερά, με μια εσκεμμένη αφέλεια ότι οι αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες συνιστούν μια εγγενώς ασφαλή τεχνολογική λύση. Οσο το όριο μεταξύ ειρηνικών και στρατιωτικών πυρηνικών χρήσεων καταρρέει, μαζί του καταρρέει και η ψευδαίσθηση ότι ο πυρηνικός κίνδυνος μπορεί να περιοριστεί.
Η κυρία Μαρία Ρεντετζή είναι καθηγήτρια και κάτοχος της Εδρας «Σπουδές στην Επιστήμη, Τεχνολογία και Φύλο» στο Friedrich-Alexander-Universität του Ερλάνγκεν – Νυρεμβέργης.
Η αναδυόμενη αναγέννηση
Του Εντουαρντ Α. Φρίντμαν
Μια σειρά αναδυόμενων πυρηνικών αντιδραστήρων, μικρών και μεγάλων, υπόσχεται σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου τα επόμενα χρόνια. Η πυρηνική ενέργεια, από κοινού με την αιολική και την ηλιακή ενέργεια, μπορεί να εξαλείψει πάνω από το 90% των εκπεμπόμενων υδρογονανθράκων. Το υπόλοιπο θα χρειαστεί να αντιμετωπιστεί με τεχνικές δέσμευσης άνθρακα.
[…]
Βλέπουμε μια πυρηνική αναγέννηση να εξελίσσεται σε πολλά μέτωπα. Η δέσμευση 22 χωρών στην COP 28 να τριπλασιάσουν την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας ως το 2050 βρίσκεται σε καλό δρόμο. Μπορεί κανείς να παραθέσει πολλαπλά παραδείγματα. Αξιοσημείωτη είναι η χρηματοδότηση που δρομολογήθηκε στις ΗΠΑ, όπου και τα δύο αντιμαχόμενα ως προς άλλα ζητήματα κόμματα του Κογκρέσου ομονόησαν με εντυπωσιακό τρόπο στη νομοθέτηση που στηρίζει τη μελλοντική εξάπλωση της πυρηνικής ενέργειας. Ειδικότερα, το Κογκρέσο στηρίζει σχέδια προχωρημένων αντιδραστήρων τα οποία αποτελούν στην ουσία συνέργειες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα προκειμένου να επιτρέψουν σε ιδιώτες επιχειρηματίες να αναπτύξουν αρχικούς σχεδιασμούς με θετικές προοπτικές. Παρόμοιοι αντιδραστήρες πειραματικού χαρακτήρα είναι δύσκολο να χρηματοδοτηθούν αποκλειστικά με βάση τις οικονομικές εκτιμήσεις της αγοράς. […] Αν αποδειχθούν αποτελεσματικοί, κάποιοι από αυτούς τους τέταρτης γενιάς αντιδραστήρες θα λειτουργήσουν στις ΗΠΑ ως το 2030 προετοιμάζοντας τη βιομηχανική αναπαραγωγή τους με ορίζοντα τον στόχο της COP 28. Το Κογκρέσο έχει ήδη περάσει νομοθεσία που προωθεί τον εξορθολογισμό της αδειοδότησης για την πυρηνική τεχνολογία νέας γενιάς.
Στην Ευρώπη, η πυρηνική αναγέννηση προωθείται υπό την ηγεσία της Γαλλίας, της οποίας ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει επιδοθεί σε μια εκστρατεία να πείσει την Ευρωπαϊκή Ενωση να υιοθετήσει μια πιο δυναμική στάση ως προς την πυρηνική ενέργεια, όπως φαίνεται από τη δήλωσή του «Η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει!» κατά τη διάρκεια της COP 28.
[…]
Το Ηνωμένο Βασίλειο εφαρμόζει σαφή σχέδια προκειμένου όχι απλώς να επιτύχει αλλά και να ξεπεράσει τους στόχους της COP 28, όπως προβλέπει ένας οδικός χάρτης που ανακοινώθηκε τον Ιανουάριο του 2024, επιδιώκοντας τον τετραπλασιασμό της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας ως το 2050. Πέρα από την αύξηση του συνόλου των πυρηνικών αντιδραστήρων της, η Βρετανία αποβλέπει στο να αποβεί η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που θα εφαρμόσει ένα πρόγραμμα καυσίμων υψηλής τεχνολογίας αποσκοπώντας στην οριστική απεξάρτηση από τα ρωσικά καύσιμα.
[…]
Η πραγματικότητα μιας πυρηνικής αναγέννησης είναι εμφανής και στην ανατροπή της πολιτικής σε χώρες όπου μετά τα γεγονότα της Φουκουσίμα ο τομέας της πυρηνικής ενέργειας βρισκόταν σε φάση οπισθοδρόμησης. Προεξάρχουσες σε αυτή την κατηγορία είναι η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, όπου η προηγούμενη απόφαση αποδέσμευσης από την πυρηνική ενέργεια μοιάζει τώρα να αντιστρέφεται.
[…]
Στην Κίνα επίσης παρατηρείται ανάπτυξη διάφορων τύπων τέταρτης γενιάς αντιδραστήρων. Πρόσφατα, μάλιστα, ένας από αυτούς τέθηκε σε λειτουργία. Η επιτυχία πλωτών αντιδραστήρων και πολλαπλών σχεδίων αντιδραστήρων νέας γενιάς προαναγγέλλει τη συνέχιση της παρουσίας τόσο της Κίνας όσο και της Ρωσίας ως δυναμικών παικτών στην εξαγωγική αγορά.
[…]
Ας σημειωθεί εδώ ότι όσο παρακολουθούμε την εξέλιξη των διάφορων πιθανών λύσεων της πρόκλησης της απαλλαγής από τους υδρογονάνθρακες η ίδια η πρόκληση γίνεται όλο και μεγαλύτερη, καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός και κατά συνέπεια οι ενεργειακές του ανάγκες συνεχίζουν να αυξάνονται. Τα σημερινά 8 δισεκατομμύρια του παγκόσμιου πληθυσμού προβλέπεται να γίνουν 9,7 το 2050 σύμφωνα με τις προβολές των αρμόδιων υπηρεσιών του ΟΗΕ. Μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού αυτού, ιδιαίτερα στην Κίνα, την Ινδία και την Αφρική, θα προβαίνει σε υψηλότερη κατανάλωση ενέργειας ελεύθερης από άνθρακα, καθιστώντας την ανάγκη της αύξησης της παραγωγής της όλο και πιο άμεση. Ταυτόχρονα αυτές οι ανάγκες διογκώνονται εξαιτίας ενεργοβόρων εφαρμογών, την εξάπλωση της χρήσης ηλεκτρικών οχημάτων και τις κολοσσιαίες απαιτήσεις της τεχνολογίας της τεχνητής νοημοσύνης και των κρυπτονομισμάτων. Αν η εργοστασιακή παραγωγή μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMR) γίνει πραγματικότητα, θα συμβάλει οπωσδήποτε στην αντιμετώπιση αυτής της ανάγκης για καθαρή ενέργεια.
Ο κ. Εντουαρντ Α. Φρίντμαν είναι ομότιμος καθηγητής Διαχείρισης Τεχνολογίας του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Στίβενς στις ΗΠΑ. Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από τον επίλογο του βιβλίου του Nuclear Energy. Boom, Bust and Emerging Renaissance (εκδ. Oxford University Press, 2025).



