Θα ήταν ευχής έργο αν η αντιπαράθεση για το κράτος δικαίου έκλεινε με τη συζήτηση της περασμένης Πέμπτης στη Βουλή.
Αλλά δεν νομίζω ότι θα συμβεί. Και ούτε ξέρω κανέναν που το νομίζει. Ιδίως στην προεκλογική περίοδο που σιγά-σιγά μπαίνουμε.
Οδεύουμε λοιπόν όλοι σαν υπνοβάτες σε μια σύγκρουση μεταξύ «διεφθαρμένων» και «τοξικών». Μια σύγκρουση αναντίστοιχη της δύσκολης πραγματικότητας που μας περιβάλλει και ανάξια της δημοκρατίας.
Ακόμη χειρότερα. Το πρώτο θύμα αυτής της κλωτσοπατινάδας είναι το ίδιο το κράτος δικαίου.
Το οποίο σε μια απερίγραπτη ή κακόβουλη σύγχυση ταλαιπωρείται κάπου μεταξύ Αρείου Πάγου (που θεωρείται διαβλητός) και Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (που αναγορεύεται ανεπίληπτη) ή Μονομελούς Πρωτοδικείου (που ειδικεύεται στα ζητήματα κατασκοπείας).
Διότι εδώ η συζήτηση περί κράτους δικαίου είναι πλέον εντελώς προσχηματική. Και σερβίρεται α λα καρτ. Βολεύει στις υποκλοπές αλλά δεν βολεύει στα Τέμπη και αντίστροφα.
Κανείς φυσικά δεν πιστεύει ότι το κράτος δικαίου απειλείται πραγματικά. Απλώς το ζήτημα είναι (όπως είπε κι ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ στη Βουλή) αν θα μείνει ή αν θα επανεκλεγεί πρωθυπουργός ο Μητσοτάκης.
Συχωρήστε με αλλά μπροστά στην ποιότητα της δημοκρατίας, μικρή σημασία έχει.
Μόνο που το προσχηματικό της υπόθεσης είναι ακριβώς αυτό. Μια δήθεν αθώα περιήγηση ανάμεσα σε «αναπάντητα ερωτήματα» αδιευκρίνιστης απορίας και σε «τοξικές επιθέσεις» που βλάπτουν την υγεία.
Μπορεί να αρέσει ή να μην αρέσει. Μπορεί να συμφέρει ή να μη συμφέρει.
Αλλά κανείς δεν γίνεται να ισχυριστεί ότι αυτό αποτελεί υγιή πολιτική αντιπαράθεση που τιμά τη δημοκρατία ή το κράτος δικαίου.
Η αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης του αντιπάλου έχει μετατραπεί σε προϊόν κοινής και ανεξέλεγκτης χρήσης. Και σε ένα χυδαίο ξεκατίνιασμα. Ειδικά έντυπα ή εκπομπές την υπηρετούν.
Προσπερνώντας τον κίνδυνο ότι αποτελεί τον πιο σίγουρο δρόμο που οδηγεί σε μια ανυπόληπτη κοινωνία γεμάτη καταδότες, χαφιέδες, πράκτορες και κάθε λογής τυχοδιώκτες.
Αυτόν τον δρόμο βαδίζουμε σαν υπνοβάτες.
Κι αν κάτι αφήνει πίσω της η περιπέτεια υγείας του υφυπουργού Γιώργου Μυλωνάκη (στον οποίο «Το Βήμα» εύχεται ολόψυχα περαστικά!) είναι η έλλειψη επίγνωσης του αντιτίμου ή του αντικτύπου μιας λέξης ή ενός χαρακτηρισμού παραπανίσιου.
Διότι εκλογές θα γίνουν και θα περάσουν. Κάποιος θα βγει, κάποιος θα χάσει.
Αλλά το πραγματικό ζητούμενο για τον έντιμο πολίτη δεν είναι ούτε ποιος θα βγει ούτε ποιος θα χάσει. Είναι να διαφυλαχθεί η χώρα από κάθε ανήκεστο βλάβη στην οποία τη σπρώχνουν επιπόλαιοι και ασυνείδητοι υπνοβάτες.
Και οι οποίοι θα μείνουν πολίτες αυτής της χώρας και μετά τις εκλογές.



