Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει καταγράψει μια αξιοσημείωτη πρόοδο. Ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, περιόρισε την ανεργία και βελτίωσε κρίσιμους μακροοικονομικούς δείκτες. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη θετική εικόνα, παραμένει μια θεμελιώδης πρόκληση: το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς η συνέχιση της ανάπτυξης, αλλά η επιτάχυνσή της με τρόπο διατηρήσιμο και ανταγωνιστικό.

Στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η ανάπτυξη δεν κρίνεται μόνο εντός συνόρων. Κρίνεται κυρίως από το κατά πόσο τα προϊόντα και οι υπηρεσίες μιας χώρας επιλέγονται από το διεθνές καταναλωτικό κοινό. Η ανταγωνιστικότητα, με άλλα λόγια, δεν είναι μια αφηρημένη έννοια· είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών που οδηγούν σε καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερη παραγωγή ανά μονάδα χρόνου. Και στον πυρήνα αυτής της εξίσωσης βρίσκεται η παραγωγικότητα.

Η παραγωγικότητα, ωστόσο, δεν είναι μόνο θέμα επενδύσεων και τεχνολογίας. Είναι και – ίσως κυρίως – θέμα τρόπου λειτουργίας των οργανισμών. Είναι το αποτέλεσμα τόσο του «hardware» μιας οικονομίας όσο και του «software»: της ηγεσίας, της κουλτούρας και των πρακτικών διοίκησης. Αν θέλουμε ένα πραγματικό άλμα παραγωγικότητας, χρειάζεται να κινηθούμε ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα. Πρώτον, να επενδύσουμε σε σύγχρονες μορφές ηγεσίας, πιο ανθρωποκεντρικές και συνεργατικές, που απελευθερώνουν τη δημιουργικότητα και ενισχύουν την απόδοση των ανθρώπων. Δεύτερον, να καλλιεργήσουμε μια κουλτούρα αξιολόγησης και λογοδοσίας, όχι ως εργαλείο τιμωρίας, αλλά ως μοχλό ανάπτυξης και βελτίωσης. Και τρίτον, να επενδύσουμε συστηματικά στις ήπιες δεξιότητες – την προσαρμοστικότητα, τη συνεργασία, την ενσυναίσθηση – που καθορίζουν την αποτελεσματικότητα των σύγχρονων οργανισμών.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις της ΕΑΣΕ για την ενίσχυση της παραγωγικότητας κινούνται σε τρεις βασικούς πυλώνες: τη σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την πραγματική οικονομία, την ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης και τη δημιουργία συνθηκών που ευνοούν την εφαρμοσμένη καινοτομία. Η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ γνώσης και παραγωγής, η ενίσχυση της εμπιστοσύνης μέσω διαφάνειας και η πρακτική αξιοποίηση της καινοτομίας μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για τη μετάβαση σε ένα πιο δυναμικό αναπτυξιακό μοντέλο. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: ανθρώπινο δυναμικό υψηλού επιπέδου, ευελιξία και ανθεκτικότητα. Αυτό που απαιτείται σήμερα είναι η συστηματική αξιοποίησή τους, με όρους συνέπειας και στρατηγικής.

Η παραγωγικότητα δεν είναι τεχνικός δείκτης. Είναι η αντανάκλαση του τρόπου που εργαζόμαστε, συνεργαζόμαστε και ηγούμαστε. Και τελικά, είναι το κλειδί για να μετατραπεί η πρόοδος των τελευταίων ετών σε πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη και σε ένα βιώσιμο μέλλον για την ελληνική οικονομία.

Ο κ. Γιάννης Παπαχρήστου είναι πρόεδρος του ΔΣ της ΕΑΣΕ.