Ο π. Μιχαήλ Παλαμάρα είναι ο ιερατικός προϊστάμενος της ελληνορθόδοξης κοινότητας των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Ουέστ Νάιακ της Νέας Υόρκης. Τον συναντήσαμε για να μας μιλήσει για την πορεία του στην ιεροσύνη, καθώς και για το ποιμαντικό του έργο.
Μεγαλώσατε σε θρησκευόμενο σπίτι; Υπήρξε κάτι που σας παρακίνησε να μάθετε περισσότερα για τη θρησκεία;
Ναι, μεγάλωσα σε ένα πολύ σωστό σπίτι που έδινε προτεραιότητα στην εκκλησία. Προσευχόμαστε συχνά μαζί. Νηστεύω. Κάθε Κυριακή θυμάμαι να πηγαίνω στην εκκλησία. Ολη μου η οικογένεια επίσης, η ευρύτερη οικογένεια. Γνώριζα τον ιερέα. Πήγαινα στη μελέτη της Βίβλου. Και οι δύο γονείς μου ήταν Ελληνες Ορθόδοξοι. Ο πατέρας μου μάλιστα, ασπάστηκε κι αυτός τον Χριστιανισμό, οπότε επέλεξε να γίνει ορθόδοξος. Αυτό είχε βαθιά επίδραση πάνω μου. Και είχα πολλούς ήρωες να θαυμάζω. Και θα ήθελα επίσης, να επισημάνω ιδιαίτερα ότι η γιαγιά μου ήταν επίσης, πολύ πιστή και με ενέπνευσε πολύ.
Είχα, λοιπόν, υπέροχους ιερείς γύρω μου. Τους σεβόμουν και ήθελα να μάθω περισσότερα για το πώς έβλεπαν την πίστη και πώς θα μπορούσα να δώσω προτεραιότητα στον Χριστό στη ζωή μου. Να ζήσω τη μεγάλη πίστη που είχα κληρονομήσει.
Παράλληλα, έκανα πολλές ερωτήσεις στη γιαγιά μου ανά πάσα στιγμή. Προσπαθούσα να μάθω πολλά πράγματα από μια πολύ πνευματική γυναίκα σαν κι εκείνη, η οποία ήταν πάντα στην εκκλησία, πολλές φορές την εβδομάδα, προσπαθώντας πάντα να πηγαίνει στη μελέτη της Βίβλου. Και παρόλο που ήξερε τόσα πολλά, έλεγε πάντα ότι δεν ήξερε τίποτα και προσπαθούσε πάντα να μαθαίνει, ακόμα και σε μεγαλύτερη ηλικία. Ετσι, από μικρή ηλικία με ενέπνευσε να θέλω πάντα να μαθαίνω περισσότερα και να προοδεύω περισσότερο στην πίστη μου.

4) Ο π. Μιχάηλ με την Πρεσβύτερα Χάνα και τα τέσσερα παιδιά τους.
Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση π. Μιχαήλ Παλαμάρα
Πώς καταλάβατε ότι θέλατε να γίνετε ιερέας;
Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Ξέρετε, ήθελα πολύ να γίνω ιερέας από μικρός. Το θεώρησα καταπληκτικό – και νόμιζα ότι πράγματι ήταν – να βρίσκομαι στην εκκλησία όλη την ώρα. Ταυτιζόμουν με αυτό, καθώς θα είχα την ευκαιρία να εξασκώ την πίστη μου μέσω του έργου μου. Ξέρετε, ο συνδυασμός τους είναι κάτι όμορφο.
Παρόλα αυτά, για πολύ καιρό πίστευα ότι μια τέτοια διαδρομή δεν ήταν σωστή για μένα. Στην αρχή, σπούδασα κάτι διαφορετικό, οικονομικά. Οταν τελείωσα το πανεπιστήμιο, είχε αποκρυσταλλωθεί μέσα μου αυτή η λανθάνουσα έως τότε επιθυμία μου να γίνω ιερέας. Με παρότρυναν κυρίως άλλοι κληρικοί, ιερείς, που μου είπαν ότι ίσως θα έπρεπε να γίνω ιερέας. Και τελικά έλαβα αυτή την απόφαση, αν το ήθελε και ο Θεός, να ακολουθήσω αυτό το μονοπάτι. Ξέρετε κάτι; Ισως πάντα το ήθελα αυτό, επειδή ο Θεός με έλκει προς αυτό. Στη συνέχεια ήρθε η γνωριμία με την ευλογημένη σύζυγό μου, τη Χάνα και με παρότρυνε και εκείνη – είναι πολύ πιστή άλλωστε. Μάλιστα, όταν αρχίσαμε να σοβαρευόμαστε, συνειδητοποίησε αμέσως ότι θα κληθεί και η ίδια να υπηρετήσει αυτή τη ζωή ως πρεσβυτέρα.
Πείτε μας περισσότερα για το ταξίδι σας μέχρι να γίνετε ιερέας.
Ξέρετε, είναι ένα μακρύ ταξίδι. Δούλευα πρώτα στα οικονομικά και στην πραγματικότητα περίμενα να τελειώσει το κολέγιο η πρεσβυτέρα. Η πρεσβυτέρα ήταν στο κολέγιο όταν παντρευτήκαμε και είχε έναν ακόμη χρόνο μέχρι την αποφοίτηση. Μόλις τελειώσαμε και οι δύο το κολέγιο παρακολουθήσαμε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα της ιερατικής σχολής. Εκεί επικεντρώνεσαι όχι μόνο στη θεολογική μελέτη και την εξέταση των σχετικών ακαδημαϊκών θεμάτων, αλλά και στο πώς επιτελείς στην πράξη το έργο ενός ιερέα. Τι περιλαμβάνει αυτό; Τη διακονία σε νοσοκομεία, την παρακολούθηση ιερέων, δηλαδή το να τους ακολουθήσεις και να κάνεις διακονίες μαζί τους, να κάνεις ορισμένα πράγματα, όπως το Κατηχητικό και τις διδακτικές αποδράσεις.
«Είναι σαν ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Δεν υπάρχει στιγμή που να μην είμαι ιερέας. Ισως δεν χρειάζεται να κάνω συνέχεια ποιμαντορία, δεν χρειάζεται να συμβουλεύω ανθρώπους, αλλά ανά πάσα στιγμή είμαι ιερέας».
Φοίτησα εκεί για 3,5 χρόνια, αλλά το διάστημα αυτό μπορεί να είναι και μεγαλύτερο αν κάποιος κάνει και προπτυχιακές σπουδές στη Θεολογική σχολή του Ελληνικού Κολλεγίου του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη. Παρακολούθησα πολλούς ιερείς και προσπάθησα να κρατήσω, μέσω αυτή της ώσμωσης, τα καλύτερα χαρακτηριστικά από τον καθένα.
Ηταν χρόνια μελέτης, προσευχής, αφοσίωσης και εσωτερικής καλλιέργειας για να υπηρετήσω τον Θεό – αν μπορώ να φανώ χρήσιμος με οποιονδήποτε τρόπο.
Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην ιερατική και οικογενειακή ζωή;
Αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του να είσαι ιερέας, επειδή η ιεροσύνη δεν είναι μια δουλειά. Ξέρετε, είναι σαν ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Δεν υπάρχει στιγμή που να μην είμαι ιερέας. Ισως δεν χρειάζεται να κάνω συνέχεια ποιμαντορία, δεν χρειάζεται να συμβουλεύω ανθρώπους, αλλά ανά πάσα στιγμή είμαι ιερέας. Ακόμα και όταν χαλαρώνω με την οικογένειά μου, παίζω με τα παιδιά μου στην παιδική χαρά, εξακολουθώ να είμαι ιερέας. Μπορεί να είναι πολύ δύσκολο, επειδή υπάρχουν πολλές νύχτες που λείπω. Αυτή την εβδομάδα, για παράδειγμα, δεν υπάρχει ούτε μια νύχτα που να είμαι απλώς σπίτι. Ετσι, υπάρχουν πολλές διαφορετικές απαιτήσεις και υπάρχουν πολλές φορές που νιώθω ότι όλη την ώρα υπάρχουν απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθώ. Ταυτόχρονα, έχω κάποια ευελιξία.
Για να μπορώ να ιεραρχώ τα πραγματικά σημαντικά πράγματα για την οικογένεια, απλώς πρέπει πάντα να θυμάμαι και να ακολουθώ – όσο μου επιτρέπεται – τις συμβουλές των μεγαλύτερων, της μητέρας μου και του πνευματικού μου πατέρα, του ιερέα στον οποίο πηγαίνω για εξομολόγηση. Πρέπει να αναρωτιέμαι: «κάνω αρκετά για την οικογένειά μου; Περνάω αρκετό χρόνο με την αγαπημένη μου σύζυγο και τα παιδιά μου; Τους δίνω αρκετή προσοχή;».
Διότι, μερικές φορές, όταν έχεις 250 παιδιά, οικογένειες στην ενορία, μπορεί να απομακρυνθώ πολύ και να ανησυχώ για τα προβλήματα όλων των άλλων. Είναι λοιπόν, μια πολύ δύσκολη πρόκληση.
Υπηρετείτε εδώ και τριάμισι χρόνια στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Ουέστ Νάιακ της Νέας Υόρκης. Ποιες είναι οι προτεραιότητές σας;
Οι προτεραιότητές μου εδώ ήταν περίπου οι ίδιες από την αρχή και, νομίζω, σχεδόν οι ίδιες για κάθε εκκλησία. Θέλουμε όλοι να γνωρίσουν τον Ιησού Χριστό, για να έρθει η βασιλεία των ουρανών στη γη. Ετσι, όταν μπαίνετε στην εκκλησία, να λέμε: «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και το Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Εδώ, θα πρέπει να υπάρχει ένας χώρος που μιμείται τη βασιλεία των ουρανών, και οι άνθρωποι να αισθάνονται την παρουσία του Θεού και να αγαπούν τον Θεό τόσο πολύ και να αγαπούν ο ένας τον άλλον. Να είναι όλοι στοργικοί και να έχουν αλληλοσεβασμό, όπως θα ήθελε ο Θεός για τα παιδιά Του. Προτεραιότητά μας είναι να βοηθήσουμε τα τέκνα του Θεού να γνωρίσουν τον Χριστό σε ένα επίπεδο βαθύ και οικείο.
Μιλώντας για την εκκλησία, ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η πιο σημαντική αλλαγή που έχετε εφαρμόσει στην εκκλησία;
Η πιο σημαντική θετική αλλαγή που θα μπορούσα να πω ότι έχω κάνει είναι η προσπάθεια να αφοσιωθώ και να γνωρίσω τους πάντες, να αφοσιωθώ πραγματικά ως υπηρέτης κάθε οικογένειας, κάνοντάς τους να καταλάβουν ότι είμαι προσιτός. Είμαι πάντα εδώ, για αυτούς και θα είμαι φίλος τους όσο το δυνατόν περισσότερο. Και εφόσον είναι δυνατόν και μπορώ να τους υπηρετήσω, ακόμα και να τους καθοδηγήσω στη σχέση τους με τον Χριστό. Ηθελα η εκκλησία να μην είναι ένα μέρος σαν drive-in, σαν τα μεγάλές αλυσίδες fast food, όπου οι άνθρωποι περνούν, παίρνουν ό,τι χρειάζονται και φεύγουν. Δεν το ήθελα αυτό. Επιθυμούσα η εκκλησία να γίνει ένας τόπος στον οποίο οι πιστοί έρχονται και μένουν. Με τον τρόπο αυτό, συμβάλλουμε στην επαφή μεταξύ των ανθρώπων. Βεβαιωνόμαστε ότι τα παιδιά του ελληνικού σχολείου μας έλαβαν τις απαραίτητες γνώσεις, ότι γνωρίζονται μεταξύ τους, όπως ότι γνωρίζονται και οι γονείς τους. Μια τέτοια προσέγγιση επιτρέπει τόσο στα παιδιά όσους και στους νεαρούς ενήλικες να περνούν πραγματικά χρόνο μαζί
Παράλληλα, προσπάθησα να οικοδομήσουμε μια κοινότητα, φιλόξενη για τους νέους, τους μεγαλύτερους που μόλις έλαβαν άδεια παραμονής, αλλά και για ανθρώπους που ίσως ήταν Ελληνορθόδοξοι, που έκαναν ορθόδοξο γάμο, αλλά τελικά δεν συνδέθηκαν με την εκκλησία, δεν πήγαιναν ή δεν πίστευαν καν. Τους ανοίξαμε την πόρτα, τους προσκάλεσα προσωπικά. Επίσης, κομμάτι αυτής της κοινότητας είναι και οι νεοφώτιστοί μας, πιστοί που δεν ήταν ορθόδοξοι, αλλά επέλεξαν να ενταχθούν στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Αυτές είναι οι απλές μικρές αλλαγές, οι οποίες συνεχίζονται. Πιθανόν να έχω κάνει και λάθη, αλλά προσπαθούμε να εξελισσόμαστε. Δόξα τω Θεώ.



