Νέο ιστορικό ρεκόρ σε αφίξεις, εισπράξεις και διανυκτερεύσεις, κατέγραψε το 2025 ο τουρισμός στην Ελλάδα, συνεχίζοντας την ανοδική τάση που ξεκίνησε μετά την πανδημία. Συνυπολογίζοντας και τις κρουαζιέρες, το σύνολο των εισπράξεων ανήλθε σε 23.627 εκατ. ευρώ (αύξηση 9,4%). Ωστόσο, λόγω της διαρκούς μείωσης της μέσης διάρκειας παραμονής, που πλέον ανέρχεται σε 6,1 διανυκτερεύσεις, έναντι 6,4 το 2024 (μείωση 4,5%) και 7,4 προ πανδημίας Covid (μείωση 17,2%), οι διανυκτερεύσεις, αν και ανήλθαν σε νέο υψηλό επίπεδο, παραμένουν στα επίπεδα των 230 εκατ. όπως όλα τα χρόνια από το 2019 (πλην των ετών 2020, 2021 και 2022 που υπήρχαν οι περιορισμοί λόγω πανδημίας). Είναι χαρακτηριστικό ότι η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε με διψήφιο ποσοστό έναντι του 2019 και στις δέκα μεγαλύτερες ελληνικές αγορές.
Από την άλλη πλευρά η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση, που αποτελεί δείκτη «αξίας» του τουριστικού προϊόντος σε ημερήσια βάση, παρουσίασε νέα αύξηση (8,8%) στα 97 ευρώ και είναι πλέον κατά 27,5% υψηλότερη από το 2019. Ως αποτέλεσμα της μείωσης της μέσης διάρκειας παραμονής και της αύξησης της μέσης δαπάνης διανυκτέρευσης, η μέση κατά κεφαλή δαπάνη παρουσιάζει μικρή αύξηση τόσο έναντι του 2024 (3,9%), όσο και του 2019 (5,5%) και ανέρχεται πλέον στα 595 ευρώ, έναντι 573 ευρώ το 2024 και 564 ευρώ το 2019.
Υπάρχουν όμως και σημαντικές αγορές για τις οποίες η μέση κατά κεφαλή δαπάνη παρουσίασε μείωση έναντι του 2019, και συγκεκριμένα αυτή της Γερμανίας (-13,5%), της Αυστρίας (-13,2%), της Ιταλίας (-10,0%), της Γαλλίας (-5,1%) και της Ολλανδίας (-0,9%).
Τα παραπάνω στοιχεία περιλαμβάνονται στη νέα μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) για τον «Εισερχόμενο Τουρισμό στην Ελλάδα: Εξελίξεις και Τάσεις σε σχέση με 2024 και 2019».
Που αποδίδεται η μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής
Οι συγγραφείς της μελέτης Άρης Ίκος, επιστημονικός διευθυντής και Σεραφείμ Κουτσός, αναλυτής, αποδίδουν τη μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής σε τρεις δομικές αλλαγές που δρουν συμπληρωματικά:
- Η διεθνής τάση για μικρότερης διάρκειας ταξίδια.
- Ο περιορισμός της διάρκειας των ταξιδιών, καθώς το ημερήσιο κόστος αυξάνει και μάλιστα σε μια εποχή που οι πολίτες των κύριων (ευρωπαϊκών) αγορών αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.
- Η αύξηση του μεριδίου των ημερήσιων ταξιδιωτών, που κατά 90% προέρχονται από τις τέσσερις όμορες χώρες (Αλβανία, Β. Μακεδονία, Βουλγαρία, Τουρκία), από 7,5% σε 9,3%.
Δυναμική ανάπτυξη του τουρισμού city break
Σε διαφορετική κατηγορία εντάσσεται ένας τέταρτος παράγοντας που επίσης συμπιέζει τη μέση διάρκεια παραμονής για στατιστικούς λόγους, «αν και από μόνος του αποτελεί ιδιαίτερα θετική εξέλιξη για τον ελληνικό τουρισμό», σχολιάζουν οι συντάκτες της μελέτης. Πρόκειται για τη δυναμική ανάπτυξη του τουρισμού city break (σ.σ. σύντομα ταξίδια σε πόλεις) έχει οδηγήσει σε αύξηση του μεριδίου της Αττικής στο σύνολο των επισκέψεων από 16,2% το 2019 σε 22,3% το 2024 και 23,2% το 2025.
«Καθώς τα city breaks χαρακτηρίζονται από τη φύση τους από μικρότερη διάρκεια παραμονής σε σχέση με τον τουρισμό για “ήλιο και θάλασσα”, η ενίσχυση του μεριδίου του συγκεκριμένου τύπου ταξιδιού αναπόφευκτα συνεισφέρει στην περαιτέρω μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής σε εθνικό επίπεδο», εξηγούν.
Εδραίωση της Ελλάδας ως προορισμού MICE
Άλλες δομικές αλλαγές που παρατηρούνται είναι:
- Η σημαντική αύξηση του μεριδίου των επαγγελματικών ταξιδιών από 5% σε 7% του συνόλου, που προήλθε από αύξησή τους κατά 76% μεταξύ 2019 και 2025. Η τάση αυτή αντανακλά τη σταδιακή εδραίωση της Ελλάδας ως προορισμού MICE (σ.σ. οργανωμένη προώθηση ταξιδιών που σχετίζονται με επαγγελματικές δραστηριότητες, όπως συνέδρια, εκθέσεις και εταιρικά events) και σηματοδοτεί τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης με τη δημιουργία εθνικού σχεδίου MICE που θα περιλαμβάνει και την ανάπτυξη Διεθνούς Συνεδριακού Κέντρου στην Αθήνα.
- Η σημαντική ενίσχυση της κρουαζιέρας, από μισό δισ. ευρώ έσοδα το 2019 σε ένα δισ. ευρώ το 2024 και το 2025, πιθανότατα λόγω αύξησης των απευθείας αεροπορικών συνδέσεων του Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών με τις ΗΠΑ.
- Περαιτέρω ενίσχυση του μεριδίου των τουριστών που έρχονται αεροπορικώς (73,2% το 2024 και 2025) σε σχέση με την προ Covid εποχή (66,1% το 2019), έχοντας αύξηση 5,6% έναντι του 2024 και 34,2% έναντι του 2019. Αντίθετα οι οδικώς εισερχόμενοι παρουσιάζουν οριακή αύξηση (0,8%) έναντι του 2019, με αποτέλεσμα το μερίδιό τους στις αφίξεις να έχει μειωθεί από 30,6% το 2019 σε 25,4% το 2025. Λόγω της σημαντικά υψηλότερης μέσης κατά κεφαλή δαπάνης των αεροπορικώς εισερχομένων (733 ευρώ) έναντι των οδικώς εισερχομένων (190 ευρώ), τα αντίστοιχα μερίδια στις εισπράξεις είναι 90,2% και 8,1%.
- Μείωση της εποχικότητας, καθώς το 3ο τρίμηνο (Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος) πλέον αντιπροσωπεύει το 52,4% των αφίξεων, 52,9% των διανυκτερεύσεων και το 52,5% των εισπράξεων έναντι 56,0%, 58,5% και 59,3% αντίστοιχα το 2019.
Αττική και Ν. Αιγαίο: Προορισμοί υψηλής αξίας
Σε επίπεδο Περιφερειών, η διαφορά μεταξύ τουριστικά ανεπτυγμένων και υπολοίπων διευρύνεται. Οι πέντε ανεπτυγμένες Περιφέρειες (Αττική, Νότιο Αιγαίο, Κρήτη, Κεντρική Μακεδονία, Ιόνια Νησιά) συγκεντρώνουν το 90% των εισπράξεων.
Η Αττική αναδεικνύεται ως κύριος μοχλός ανάπτυξης — με το 54% της συνολικής αύξησης εισπράξεων το 2025 να αποδίδεται σε αυτή — ενώ το Νότιο Αιγαίο καταγράφει την υψηλότερη μέση δαπάνη ανά επίσκεψη πανελλαδικά (869 ευρώ).
Αντίθετα, η Κρήτη εμφανίζει μείωση (5%) των εισπράξεων παρά την αύξηση των επισκέψεων, συνεχίζοντας μια τάση που ξεκίνησε το 2024. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζουν τα Ιόνια Νησιά (-4,1% εισπράξεις έναντι +10% σε επισκέψεις).
Σημαντική μείωση διανυκτερεύσεων παρουσιάζει η Κεντρική Μακεδονία (-8,6% έναντι του 2024, -30,5% έναντι του 2019).
Σημάδια κόπωσης στη γερμανική αγορά
Η μεγαλύτερη αγορά, η γερμανική, παρουσιάζει σημάδια κόπωσης με τη μέση κατά κεφαλή δαπάνη να εμφανίζει συνεχή μείωση (-7,2% σε σχέση με το 2024 και -13,5% σε σχέση με το 2019), λόγω στασιμότητας της μέσης δαπάνης ανά διανυκτέρευση και μείωσης της μέσης διάρκειας παραμονής. Έτσι, παρά την αύξηση των αφίξεων κατά 10,2% έναντι του 2024, η αύξηση των εισπράξεων περιορίστηκε σε μόλις 2,2% και, έναντι του 2019, κατά 47,8% και 27,9% αντίστοιχα.






