«Η φωτογραφία μόδας είναι τέχνη. Οπως και στη φωτογραφία τοπίου, έτσι και εδώ, η ποιότητα κάνει τη διαφορά. Αυτό που μετατρέπει τη φωτογραφία μόδας σε τέχνη είναι η πρωτοτυπία: μια ιδέα που δεν έχει ξαναειπωθεί ή που τουλάχιστον παρουσιάζεται με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Είναι εκείνη η εικόνα που, όταν τη δεις, δεν την κατανοείς αμέσως: σε ξαφνιάζει, αποκλίνει από το αναμενόμενο και σε αναγκάζει να σταθείς, να την κοιτάξεις ξανά και να αναρωτηθείς. Αυτό το “κάτι που σε τραβά πίσω στην εικόνα είναι που της δίνει καλλιτεχνική αξία».

Ο Μπιλ Γεωργούσης (Bill Georgoussis) ξέρει για τι πράγμα μιλάει, άλλωστε έχει 30 χρόνια φωτογραφικής διαδρομής στην πλάτη του και συνεργασίες με διεθνή περιοδικά όπως τα «Arena Homme+», «Dazed & Confused», «Self Service», «i-D», «Document Journal», «Jalouse», «Purple Fashion», μεταξύ άλλων. Οπότε η έκθεση «Push Plus One» (17/1-15/3) στην K-Gold Temporary Gallery στην Αγία Παρασκευή της Λέσβου εντάσσεται σε μια φυσική τάξη πραγμάτων, όπου ο Γεωργούσης ανατρέχει στο παρελθόν του, όχι για να το τακτοποιήσει, αλλά για να το κοιτάξει ξανά, με την ίδια περιέργεια που κοιτάζει κάθε νέα εικόνα.
Η έκθεση, σε επιμέλεια του Νικόλα Βαμβουκλή, παρουσιάζει φωτογραφίες του Γεωργούση από τα τέλη των 90s, εικόνες από την περίοδο της μετάβασης από την αναλογική στην ψηφιακή φωτογραφία, αλλά και πρόσφατα έργα του τελευταίου χρόνου.
Φωτογραφία μόδας και τοπίου, καθώς και πορτρέτα προσωπικοτήτων που ο Γεωργούσης θαυμάζει, όπως ο Γιούργκεν Τέλερ, η Κιμ Γκόρντον και ο Σεμπαστιέν Τελιέ. Ορισμένες από αυτές τις εικόνες δεν έχουν εκτεθεί ποτέ. «Στην αρχή έλεγα ότι θα κάνω κάτι τελείως καινούργιο, αλλά όταν κοίταξα όλο αυτό το υλικό είπα: “Αν είναι να τα δείξω κάποτε, ας τα δείξω τώρα”».
Υπογραφή απρόβλεπτη και με σαφές DNA
Ο Γεωργούσης ανήκει στους ελάχιστους έλληνες φωτογράφους που συνεργάστηκαν σταθερά με τα σημαντικότερα διεθνή περιοδικά μόδας και τέχνης. Η δουλειά του διατρέχει την ακμή των έντυπων εκδόσεων και τη ριζική αλλαγή που έφερε η ψηφιακή εικόνα.
Μέσα σε αυτή τη μετάβαση, ο ίδιος κράτησε έναν πιο αργό, στοχαστικό ρυθμό. Μια υπογραφή αναγνωρίσιμη και σταθερά απρόβλεπτη, με σαφές DNA: μια αισθητική που φλερτάρει με το decadence, με έντονη προτίμηση στη μαυρόασπρη φωτογραφία, όπου οι σκιές και το υψηλό κοντράστ δεν λειτουργούν απλώς τεχνικά, αλλά ως βασικά εκφραστικά εργαλεία.

Οπως στα δύο υπερμεγέθη κάδρα στο σαλόνι του – από καμπάνια για τη γαλλική εταιρεία APC στο Παρίσι, όπου ένα αγόρι και μια κοπέλα φαίνεται να αιωρούνται μέσα σε έναν δικό τους, ιδιωτικό κόσμο, αποπνέοντας ένταση και κινητικότητα. Η δραματική απόδοση με τις σκιές και το κοντράστ σε μινιμαλιστικά φόντα παραπέμπει μάλιστα στην αισθητική του ζωγράφου Ρόμπερτ Λόνγκο.
«Η μόδα πάντα ακολουθούσε την τέχνη. Παλιότερα, οι φωτογράφοι μόδας συχνά τη μιμούνταν ή την αναπαρήγαν. Σήμερα όμως ένας φωτογράφος μόδας που κινείται και στον χώρο της τέχνης δεν δημιουργεί απαραίτητα ως αντίγραφο αλλά κάτι ιδιαίτερο, με προσωπική ταυτότητα. Βλέπεις πλέον καμπάνιες μεγάλων οίκων μόδας και σκέφτεσαι ότι αυτό που αντικρίζεις είναι καθαρή τέχνη. Ο τρόπος με τον οποίο ο Χέντι Σλιμάν αντιμετωπίζει τη φωτογραφία μόδας είναι χαρακτηριστικός: έχει διαμορφώσει ένα αναγνωρίσιμο ύφος, αντλώντας επιρροές από προηγούμενους δημιουργούς, όπως ο Ρόμπερτ Μάπλθορπ. Η απλότητα και ο μοντερνισμός του Μάπλθορπ, η καθαρή, άμεση ματιά στους ανθρώπους που φωτογράφιζε, επηρέασαν βαθιά αυτή την αισθητική. Ο Σλιμάν πήρε αυτό το ύφος και το μετέτρεψε σε κάτι δικό του, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι μετά από αυτόν».
Πολίτης του κόσμου
Ο Μπιλ Γεωργούσης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μελβούρνη, όπου σπούδασε Καλλιτεχνική Φωτογραφία και Κινηματογράφο στο Royal Melbourne Institute of Technology. Ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία στην Ισπανία και στη συνέχεια έζησε και εργάστηκε στο Μιλάνο, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο, προτού εγκατασταθεί στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Εκεί ξεκίνησαν οι συνεργασίες του με τα περιοδικά του Τερζόπουλου, μέσα από τις οποίες έχτισε ένα ισχυρό και αναγνωρίσιμο brand name στο ελληνικό εκδοτικό τοπίο.
«Επέμεινα από την αρχή να κάνω τα πράγματα όπως ήθελα, και ήταν ένα ρίσκο, αλλά ευτυχώς πέτυχε. Γι’ αυτό άρχισα να δουλεύω πολύ στην Ελλάδα, ήμουν νέος, είχα μεγαλώσει στο εξωτερικό, είχα δουλέψει σε άλλες χώρες με περιοδικά προχωρημένης αισθητικής, με εμπιστεύτηκαν και με άφησαν να πειραματίζομαι».
Αυτή η πορεία με τα ζιγκ-ζαγκ, οι άνθρωποι που γνώρισε, οι εκθέσεις που είδε, οι πόλεις που τον διαμόρφωσαν, λειτουργούν ως διαδοχικές στρώσεις μέσα στο έργο του.
«Δεν είσαι μόνο τα υλικά που χρησιμοποιείς, αλλά κυρίως οι επιλογές σου, αυτές που σε έχουν οδηγήσει σε ένα συγκεκριμένο σημείο και καθορίζουν τι τελικά παράγεις όταν φτάνεις εκεί. Είσαι το αποτέλεσμα όλων αυτών των εμπειριών. Στη Νέα Υόρκη έμαθα από τους ανθρώπους που γνώρισα, από όσα είδα, από τις εκθέσεις που επισκέφθηκα.
Απορρόφησα ό,τι μπορούσα, “ξεζούμισα” τα ερεθίσματα όσο ήμουν εκεί, και κάποια στιγμή κατάλαβα πως έπρεπε να συνεχίσω αλλού. Στο Λονδίνο ήρθα σε επαφή με κάτι εντελώς διαφορετικό, μου άλλαξε τον τρόπο σκέψης και την κατεύθυνση. Τότε κατάλαβα και γιατί θαύμαζα τους φωτογράφους που θαύμαζα όταν ήμουν μικρότερος στη Μελβούρνη, όλα άρχισαν να συνδέονται».
Η σχέση του με τη φωτογραφία μόδας διαμορφώθηκε από πολύ νωρίς. «Πάντα ήξερα ότι θέλω να γίνω φωτογράφος μόδας. Θαύμαζα φωτογράφους όπως ο Αβεντον και ο Πεν. Στις βιβλιοθήκες έβλεπα τις δουλειές τους και εντυπωσιαζόμουν. Αργότερα τους “συναντούσα” και στα περιοδικά και παρακολουθούσα πώς είχε εξελιχθεί το ύφος το έργο τους. Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η ματιά τους: πώς δούλευαν όταν έκαναν ένα βιβλίο και πώς αυτή η ίδια ματιά μεταφραζόταν όταν δούλευαν για ένα περιοδικό».
Η μαγεία της αναλογικής φωτογραφίας
Αναπόφευκτα, η συζήτηση φτάνει και στη σχέση ανάμεσα στην αναλογική και την ψηφιακή φωτογραφία, όχι μόνο ως αισθητική επιλογή, αλλά και ως τεχνική και πρακτική συνθήκη. Ο Γεωργούσης μεγάλωσε με το φιλμ και τον σκοτεινό θάλαμο και πέρασε στο ψηφιακό μόνο όταν ένιωσε ότι δεν θα χάσει την ποιότητα της εικόνας.
«Κάποτε η φωτογραφία είχε κάτι το μαγικό. Ο μάγος ήταν ο φωτογράφος: έμπαινε σε ένα σκοτεινό κουτί και, με χημεία, έβγαζε κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει. Ηταν λίγο και σαν μαγειρική. Είχες έναν καλό σεφ που, με τρία υλικά, μπορούσε να δημιουργήσει είτε ένα πιάτο για αστέρι Michelin είτε κάτι εντελώς για πέταμα. Υπήρχαν το φιλμ, η εμφάνιση, ο φωτισμός, ο φακός, η κάμερα, το χαρτί της εκτύπωσης.
Η προσωπικότητα του φωτογράφου τότε ήταν πολύ πιο ξεκάθαρη. Είχες ένα συγκεκριμένο ύφος, ένα προφίλ που δεν μπορούσες να αλλάξεις εύκολα. Ηταν ενσωματωμένο στον τρόπο που έβλεπες και δούλευες. Σήμερα, με το Photoshop ή ακόμα και με τις ίδιες τις κάμερες, μπορείς να αλλάξεις πάρα πολλά. Τίποτα δεν μένει πραγματικά σταθερό. Γι’ αυτό και όλοι μοιάζουν λίγο μεταξύ τους: στο τέλος ο ένας κοιτάζει τον άλλον και προσπαθεί να κάνει το ίδιο – και μπορεί να το κάνει. Παλιά δεν ήταν τόσο εύκολο. Και ίσως γι’ αυτό, τότε, η φωτογραφία είχε πιο καθαρή φωνή».
INFO «Push Plus One» στην K-Gold Temporary Gallery. Aγία Παρασκευή, Λέσβος, από τις 17 Ιανουαρίου έως τις 15 Μαρτίου.





