Ο Γιάννης Χουβαρδάς επιστρέφει στον Πειραιά (στο Δημοτικό Θέατρο) με τον «Ιβάνοφ», το πρώτο-πρώιμο θεατρικό έργο του Αντον Τσέχοφ. Παλιός γνώριμος με το σύμπαν του Ρώσου δραματουργού – «Τρεις αδελφές» (Αμόρε, 1994-95), «Θείος Βάνιας» (Εθνικό, 2009-10), «Ο γλάρος» (ΔΘΠ, 2017-18) –, ο σκηνοθέτης καταθέτει μια παράσταση σε δική του διασκευή και με το προσωπικό του στίγμα.

Χάρης Φραγκούλης και Αργύρης Ξάφης στις πρόβες του έργου. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: KAROL JAREK
Τι κάνει τον Τσέχοφ τόσο μοναδικό;
«Είναι πολλοί οι λόγοι. Ενώ μιλάει για θέματα της προεπαναστατικής Ρωσίας, για ένα φεουδαρχικό κράτος που διαλύεται, μια κοινωνία σε αποσύνθεση, έχει το τρομερό προνόμιο σαν συγγραφέας – και αυτό είναι έμφυτο, γιατρός ήταν, τους ανθρώπους μελετούσε – να μιλάει για τη ζωή εντελώς απροκατάληπτα.
Χωρίς, δηλαδή, να παίρνει εκ των προτέρων μια θέση για να αποδείξει κάτι – ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει στην τέχνη. Δεύτερον, παρουσιάζει τη ζωή σε όλη της την πολυπλοκότητα. Το πρώτο στοιχείο φέρνει το δεύτερο. Αυτόματα, λοιπόν, όλοι εμείς, καλλιτέχνες ή θεατές, βρίσκουμε εκεί ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και αναφορών».
Η ιδιότητα του γιατρού συμβάλλει;
«Απολύτως. Είμαστε σε μια εποχή που δεν υπάρχει η ψυχιατρική, η ψυχανάλυση, η εξειδίκευση των γιατρών στις ψυχικές ασθένειες – τους έκλειναν στα ιδρύματα και τα νοσοκομεία. Οπότε ο γιατρός αυτομάτως γιατρεύει και την ψυχή του ανθρώπου. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για το πόσο ο Τσέχοφ πληγωνόταν βαθιά από αυτά που συνέβαιναν στους ασθενείς του και πόσο ταλαιπωριόταν ο ίδιος για να μπορέσει να φθάσει κοντά τους, να τους βοηθήσει.
Μια άλλη πλευρά της ιδιότητάς του, πέραν της επιστημονικότητας, ήταν και η ενσυναίσθηση. Χρειάζεται το ταλέντο ενός ανθρώπου, μιας προσωπικότητας, για να εκπέμψουν τα έργα του αυτή την ανθρωπιά. Γιατί αγαπάει όλους τους ρόλους, δεν τους κρίνει – κάτι πολύ σπάνιο».
Το θέατρο δεν λειτουργεί ιαματικά;
«Εννοείται. Και επειδή ξεκίνησε γράφοντας μυθιστορήματα και διηγήματα, μπορεί να είναι κι αυτός ένας λόγος που τα θεατρικά του έχουν τέτοια απήχηση. Γιατί στα μυθιστορήματα αναγκαστικά διεισδύεις πολύ περισσότερο σε βάθος, έχεις μεγαλύτερο εύρος. Οπότε όλο αυτό μεταφέρθηκε και στο θέατρο».
Φαίνεται ότι ο «Ιβάνοφ» είναι το πρώτο του;
«Ναι, για όποιον έχει διαβάσει τα άλλα του έργα. Γιατί έχει μια ορμή, μια αθωότητα και σαν έργο και στον τρόπο που παρουσιάζονται οι χαρακτήρες, αλλά και σαν στάση που έχει ο ίδιος, ως συγγραφέας, απέναντί τους. Είναι ένα πρωτόλειο έργο που δεν του άρεσε, το ξανάγραψε, απέτυχε αρχικά, πέτυχε μετά. Και επειδή δεν έχει ακόμα κατασταλάξει στην τέχνη του, μας ελκύει γιατί είναι ανοιχτό, χωράει πολλές παρεμβάσεις. Αρκεί να έχεις ακούσει τον σφυγμό του».
Ποιες είναι οι δικές σας;
«Είναι η πρώτη φορά που κάνω τέτοιου είδους διασκευή: Βάζω δηλαδή πρωτότυπα τραγούδια, εκ του μη όντος, με δικούς μου στίχους – έξι στα ελληνικά και ένα στα γαλλικά, τα οποία θα τραγουδηθούν από τον Μπλέιν Ράινινγκερ και θα συνδεθούν με την παράσταση. Εχω επινοήσει κι αυτή τη φιγούρα του μουσικού, ο οποίος έχει κάτι από τον ίδιο τον Τσέχοφ.
Σαν ένας ιδιότυπος ψυχοθεραπευτής που, επειδή είναι εκεί, κάποιοι ρόλοι τού μιλούν, του εξομολογούνται. Αγγίζει λίγο το θέατρο του παραλόγου. Αυτή η παρέμβαση πιστεύω ότι βοηθάει το έργο που, ως πρωτόλειο, χρειάζεται κάποιες ανάσες – γιατί έχει κάτι εμμονικό. Μιλάει για έναν νέο άνθρωπο που βρίσκεται στο πέρασμα στη μέση ηλικία και ο οποίος στα νιάτα του ήταν χαρισματικός, επαναστατικός, ιδεολόγος, δημιουργικός, πρωτοποριακός, οι γυναίκες τον ερωτεύονταν.
Και ξαφνικά, στα 35-40 του, αδειάζει τελείως και προσπαθεί να ανακαλύψει τι του συνέβη. Δεν έχει πια κίνητρο να ζήσει. Αυτό λοιπόν έχει γραφτεί από τον Τσέχοφ με τρόπο εμμονικό – κινδυνεύει να γίνει μονότονο. Και εκεί είναι που η μουσική λέει κάποια από τα πράγματα που θα ήθελε να πει ο ίδιος ή οι άλλοι».
Απελπισμένος ήρωας;
«Απελπισία έχουν όλα τα έργα του Τσέχοφ. Εδώ είναι λίγο πιο στριμωγμένα τα πράγματα γιατί το πολυδιάστατο που υπάρχει στα επόμενα έργα του δεν έχει ακόμα αρχίσει να αναπτύσσεται. Οπότε έχει κάτι μονοδιάστατο. Πολλοί ρόλοι είναι στο όριο της καρικατούρας, λίγοι είναι ανεπτυγμένοι σε βάθος. Ακόμα και ο Ιβάνοφ, σαν ρόλος, δεν είναι ζηλευτός όπως είναι οι ρόλοι των άλλων έργων του. Γκρινιάζει, βαρυθυμεί».
Η παράσταση έχει τα χαρακτηριστικά γιορτής, τσίρκου;
«Θα ήθελα να αποφύγω τη λέξη “γιορτή”, γιατί το έχω κάνει αρκετά. Εδώ θα έλεγα ότι έχουμε περισσότερο να κάνουμε με ένα σύνολο ανθρώπων που βρίσκονται σε ένα τέλμα κοινωνικό, αλλά κυρίως ψυχικό, που με παρέπεμψε πολλές φορές σε ψυχιατρικό ίδρυμα.
Τα τελευταία χρόνια έχω λοξοδρομήσει από ένα παλαιότερο ιδίωμα που χρησιμοποιούσα – με πολύ συγκεκριμένες μεταφορές, μετατοπίσεις σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα και μιλούσα μέσα από αυτά, και τώρα όλο αυτό γίνεται πιο έμμεσα. Για εμένα, η κεντρική μεταφορά στο έργο είναι μια πεταλούδα που χτυπιέται στο φως και καίγεται. Εγραψα κι ένα σχετικό τραγούδι.
Γιατί όλοι οι ρόλοι μου θύμισαν ακριβώς αυτό: Σαν να βρέθηκε μια πεταλούδα μέσα σε ένα πολύ φωτεινό περιβάλλον, έλκεται και καίγεται. Και εμείς βλέπουμε όλη αυτή τη διαδικασία – το σπαρτάρισμα, το τσιτσίρισμα της πεταλούδας στο φως… Μέσα σε αυτό το συμβάν προφανώς θέση έχει και η μουσική, και το γκροτέσκο, και το δράμα – τραγωδία θα μπορούσα να πω. Κι ακόμα σασπένς, κωμωδία, γελοίο, οπότε πηγαίνει και προς το τσίρκο. Ομως οι αφορμές είναι μέσα στο ίδιο το έργο».
Είναι αισθητή η διαφορά από τον «Γλάρο», το πρώτο της μεγάλης τετραλογίας του;
«Ναι. Στον “Ιβάνοφ” είναι σαν να πειραματίστηκε με κάτι και τον εκνεύρισε γιατί δεν μπορούσε να το βρει και το άφησε με πόρτες και παράθυρα ανοιχτά».
Τα τελευταία χρόνια γίνεστε όλο και περισσότερο προσωπικός, «εκτίθεστε». Τώρα γράφετε και στίχους.
«Πράγματι. Εκτίθεμαι και επισήμως. Δεν ήταν στόχος, έγινε».
Δείγμα μιας απελευθέρωσης; Κάτι σαν «αυτός είμαι»;
«Μπορεί να υπάρχει από πίσω, αλλά δεν με απασχολεί ιδιαίτερα. Εδώ η διασκευή συνίσταται στα τραγούδια και στο γεγονός ότι έχω αναπτύξει κάποιους ρόλους, προσθέτοντας κείμενα, συμβάντα που τους δίνουν ένα άνοιγμα. Αλλά είναι και το ανέβασμα: Το σκηνικό κατοικείται συνέχεια από όλους.
Μια παραπομπή που μου αρέσει να κάνω, την έκανα και στον θίασο, είναι με τη “Φωλιά του κούκου” του Μίλος Φόρμαν, όπου συνωστίζονται και συγχρωτίζονται διάφοροι άνθρωποι κάτω από μια στέγη, οι οποίοι όμως δεν ζουν στο ίδιο σύμπαν, αλλά σε παράλληλα σύμπαντα. Οπότε όλο αυτό βοηθάει στο να έρθει πιο κοντά μας σήμερα ο “Ιβάνοφ”, να γίνει πιο ψυχαγωγικός. Γιατί μπορεί να γίνει ένα πολύ καταθλιπτικό έργο».
Πιστεύετε στον όρο «κωμωδία» που επικαλείται ο Τσέχοφ για τα έργα του;
«Δεν είναι κωμωδίες από πρόθεση. Είναι οι κωμικές και οι, στα όρια του γελοίου, στιγμές της ζωής που προκύπτουν από μόνες τους. Ο Τσέχοφ δεν είναι ένας κωμωδιογράφος που δημιουργεί κωμικές καταστάσεις για να γελάσουμε».
Με μία λέξη πώς θα τον χαρακτηρίζατε;
«Είναι πάρα πολλά. Αν έπρεπε οπωσδήποτε να διαλέξω μία, θα τον έλεγα ψυχοθεραπευτή».
INFO «Ιβάνοφ» του Αντον Τσέχοφ. Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς, διασκευή-σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς, σκηνικά: Εύα Μανιδάκη, κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, μουσική: Μπλέιν Ράινινγκερ, κίνηση: Μαρκέλλα Μανωλιάδη, φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου. Παίζουν: Αργύρης Ξάφης, Μαρία Σκουλά, Γιάννης Νταλιάνης, Νίκος Χατζόπουλος, Αλεξάνδρα Καζάζου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας, Κατερίνα Λυπηρίδου, Θανάσης Δόβρης, Ευάγγελος Βογιατζής & Blaine Reininger/Tuxedo Moon. Πρεμιέρα στις 23 Ιανουαρίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.






