Δίνοντας τον λόγο σε τρεις από τις πιο εμβληματικές γυναικείες μορφές του ομηρικού σύμπαντος – την Ελένη, την Ανδρομάχη και την Κασσάνδρα –, η παράσταση «Πεπρωμένον φυγείν…» επιχειρεί μια βαθιά ανασύνθεση του γυναικείου βιώματος, όπως αυτό αποτυπώθηκε στην ιταλική καντάτα του 17ου αιώνα. Την ίδια στιγμή ως μια πολυεπίπεδη καλλιτεχνική συνάντηση μύθου, μουσικολογικής έρευνας και σύγχρονης δραματουργικής αφήγησης, επαναφέρει διαχρονικά ερωτήματα πάνω στη μοίρα και στην όποια δυνατότητά μας να τη διαμορφώσουμε ή να την αλλάξουμε.
Στον πυρήνα της παραγωγής βρίσκονται τα έργα: «Η φυγή της Ελένης», ανώνυμου συνθέτη, «Ανδρομάχη» του Μπενεντέτο Μαρτσέλο, «Ιδού, αυτή που στην Ασία…» του Αλεσάντρο Στραντέλα, «Δώσε μου, άσπλαχνε Οδυσσέα…» του Ρόκο Τσιρούτι και «Γερασμένη η Ελένη» του Μάρκο Μαρατσόλι. Πρόκειται για συνθέσεις που, με εξαίρεση την καντάτα του Μαρατσόλι, παρουσιάζονται σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση.
Ψυχή της παράστασης είναι η μουσικός-ερευνήτρια Ελίζα Μπαρμπέσι (Elisa Barbessi) που παίζει και επί σκηνής τσέμπαλο, ενώ τη σκηνοθεσία υπογράφει η Μάρθα Τομπουλίδου που επιπλέον ερμηνεύει την Κασσάνδρα. Οι δύο κυρίες μάς δίνουν σήμερα μια πρώτη γεύση της δουλειάς τους· μίας σύγχρονης σκηνικής σύνθεσης που μετατρέπει τις ομηρικές ηρωίδες σε διαχρονικά σύμβολα της γυναικείας εμπειρίας, δημιουργώντας έναν ποιητικό διάλογο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στο μπαρόκ και τη σύγχρονη σκηνική αφήγηση, ανάμεσα στον μύθο και την ανθρώπινη πραγματικότητα.
EΛΙΖΑ ΜΠΑΡΜΠΕΣΙ: «Εμείς οι ίδιοι διαμορφώνουμε το μέλλον μας»

Ψυχή της παράστασης είναι η μουσικός-ερευνήτρια Ελίζα Μπαρμπέσι που παίζει και επί σκηνής τσέμπαλο.
Οι τρεις ηρωίδες σας μπορούν τελικά να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους ή απλώς να το διαπραγματευτούν;
«Το μέλλον δεν είναι κάτι προκαθορισμένο· είναι ένας χώρος δυνατοτήτων μέσα στον οποίο κινούμαστε. Αυτό που συχνά ονομάζουμε μοίρα είναι, στην ουσία, μια αφήγηση που επιχειρεί να αποφασίσει για εμάς. Σε αυτή την παράσταση το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα γεγονότα στο νόημα που ο καθένας αποδίδει στη δική του ιστορία. Η Ελένη και η Ανδρομάχη, με διαφορετικούς τρόπους, αναστοχάζονται τη διαδρομή τους και δημιουργούν έναν χώρο σκέψης γύρω από την εμπειρία τους.
Η Κασσάνδρα λειτουργεί ως φορέας της φωνής τους, επιτρέποντάς μας να αντιληφθούμε την εσωτερική τους σύγκρουση και όχι απλώς την αναπόφευκτη έκβαση του πεπρωμένου τους. Η Ελένη, με τις αμέτρητες λογοτεχνικές της εκδοχές, είναι η μορφή που εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη το ενδεχόμενο και τη δυνατότητα της επιλογής. Η Ανδρομάχη αντιπροσωπεύει την πιο σκληρή και ευθύγραμμη εκδοχή της μοίρας: δεν μπορεί να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων, αλλά τα βιώνει μέχρι τέλους, αναλαμβάνοντας το βάρος της μνήμης, με τη μητρότητα να λειτουργεί ως σύμβολο. Η Κασσάνδρα εκφράζει το κατεξοχήν δυναμικό της συνείδησης: είναι η στιγμή κατά την οποία κανείς ακούει τη δική του φωνή και της αποδίδει αξία».
Θα ακούσουμε σε παγκόσμια πρώτη ανέκδοτες ιταλικές μπαρόκ καντάτες. Πώς ήταν η διαδικασία της ανακάλυψης και της επιλογής τους;
«Τα έργα αυτά σώζονται αποκλειστικά σε χειρόγραφα. Αφού μελέτησα συστηματικά όλες τις καντάτες που μπόρεσα να εντοπίσω σε βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο και που αφορούν γυναικείες μορφές του ομηρικού κύκλου – συνολικά περισσότερα από 300 έργα – επέλεξα για την παράστασή μας τις πέντε πιο αντιπροσωπευτικές. Στόχος ήταν να αποτυπωθεί η διαδρομή των χαρακτήρων της Ελένης και της Ανδρομάχης, δύο μορφών που βρίσκονται σε άμεση αντίθεση μέσα στην τρωική παράδοση. Τέτοιου είδους χειρόγραφα δεν είναι συνήθως εύκολα προσβάσιμα ούτε άμεσα αναγνώσιμα. Η έρευνα οδήγησε στη σύγχρονη κριτική έκδοση των ανέκδοτων αυτών έργων, σε δύο τόμους, σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Αλεβίζο και τη Μαρί Σεβαλέιρε, από τις εκδόσεις Artemida».
Η συνύπαρξη της μπαρόκ μουσικής με σύγχρονες συνθέσεις της Νεφέλης Μπερή δημιουργεί έναν διάλογο αιώνων. Τι ρίσκο κρύβει μια τέτοια επιλογή;
«Πρόκειται για χρονικές στρωματώσεις, αλλά και για συμπληρωματικούς κώδικες ακρόασης. Η συνύπαρξη αυτή επιτρέπει να δούμε σε προοπτική τις διαφορετικές αναδιπλώσεις του μύθου και, ταυτόχρονα, να προσδώσουμε βάθος στις ποικίλες μορφές αντίληψης. Οι συναισθηματικές, αφηγηματικές και αισθητηριακές διαστάσεις αλληλοσυνδέονται. Ο κίνδυνος παύει να υφίσταται τη στιγμή που ο ακροατής είναι ανοιχτός σε μια ολιστική πρόσληψη, η οποία επιτρέπει την εξερεύνηση όλων των επιπέδων της εμπειρίας και της ακρόασης».
Η παράσταση μιλάει για επιβίωση, απώλεια, ταυτότητα, γυναικεία εμπειρία. Ποια από αυτές τις έννοιες νιώθετε ότι συγκινεί πιο άμεσα το σημερινό κοινό;
«Η δυνατότητα της επιλογής. Εμείς οι ίδιοι διαμορφώνουμε το μέλλον μας. Το να διασχίζουμε τις εμπειρίες, να επιβιώνουμε μετά τις απώλειες, να αναρωτιόμαστε για την ταυτότητά μας και να καλλιεργούμε τη φωνή μας είναι ευκαιρίες για αυτογνωσία. Και αυτή η γνώση μάς επιτρέπει να επιλέγουμε τη στάση μας απέναντι στη ζωή, να προσανατολίζουμε πιο αυθεντικά τις αποφάσεις μας και, τελικά, να χτίζουμε ένα μέλλον πιο συνεπές με τον εαυτό μας».
Ως καλλιτεχνική επιμελήτρια αλλά και ενεργή μουσικός επί σκηνής, πώς ισορροπείτε ανάμεσα στον έλεγχο του συνόλου και την προσωπική, ερμηνευτική άποψη;
«Πρόκειται για δύο διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς ρόλους. Ο πρώτος επιτρέπει την εις βάθος διερεύνηση του υλικού και την αναζήτηση των δυνατοτήτων υλοποίησής του. Ο δεύτερος δίνει τη δυνατότητα να ενσωματωθεί αυτή η οπτική στην ίδια την πράξη της ερμηνείας. Ο ένας ρόλος τροφοδοτεί τον άλλον και δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον διαχωρισμό της έρευνας και του σχεδιασμού από την καλλιτεχνική τους απόδοση επί σκηνής».
ΜΑΡΘΑ ΤΟΜΠΟΥΛΙΔΟΥ : «Είμαι πολύ της… κατσαρόλας και της μαγειρικής»

Η Μάρθα Τομπουλίδου υπογράφει τη σκηνοθεσία και επιπλέον ερμηνεύει την Κασσάνδρα/ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΚΑΝΙΔΗΣ
Σε ποιο σημείο της διαδρομής για τη δημιουργία της παράστασης παρεμβαίνετε εσείς;
«Η Ελίζα είναι εκείνη που έκανε την έρευνα, που έφερε το υλικό, που το πρότεινε. Εγώ, ας πούμε, ότι προσκλήθηκα για να λειτουργήσω ως… συνδετικός κρίκος. Δηλαδή υπήρχαν κάποιες καντάτες, αυτό ήταν το μοναδικό υλικό, τις οποίες έπρεπε να αγκαλιάσει ένα κείμενο. Επρεπε να βρούμε τα λόγια που θα εκφωνούσε η Κασσάνδρα, μέσα από τα οποία θα ακούγονταν οι ιστορίες των δύο άλλων γυναικών, και να τα δέσουμε μαζί με τη μουσική. Το μουσικό υλικό πρωταγωνίστησε στην οργάνωση της παράστασης, ο λόγος ήρθε για να το ενώσει και να το υποστηρίξει».
Υπάρχει όμως και πρωτότυπη μουσι-κή πέρα από τις καντάτες. Αυτή πώς ταιριάζει αισθητικά με το μπαρόκ;
«Ηταν ένα στοίχημα. Η Νεφέλη Μπερή, η οποία εργάζεται στο εξωτερικό, έφτιαξε έναν κόσμο από πιο σύγχρονους ηλεκτρονικούς ήχους. Το αντιμετώπισα ως μια ενδιαφέρουσα πρόκληση. Αναρωτήθηκα “πώς θα παντρευτούν οι ήχοι τού σήμερα με τις μπαρόκ καντάτες του 17ου αιώνα!”».
Πώς;
«Επειδή εκτός από όλα τα άλλα είμαι πολύ της… κατσαρόλας και της μαγειρικής (γελάει), σκέφτηκα ότι μπορούμε και εδώ να χρησιμοποιήσουμε παραδοσιακά υλικά, αλλά και να τα αποδομήσουμε πιθανώς σε κάποια σημεία. Δηλαδή να μπερδέψουμε τα μπαχάρια και να παντρέψουμε τις κουζίνες. Μπορείς να το κάνεις αυτό, και στην τέχνη, αρκεί να έχεις σεβασμό και μέτρο. Νομίζω πως στην παράστασή μας το πείραμα δουλεύει, έγινε με τις σωστές αναλογίες και με σεβασμό και στο παρελθόν και στη νέα συνθετική άποψη».
Πώς διαβάζετε τον τίτλο «Πεπρωμένον φυγείν…»; Ποια η σημασία των αποσιωπητικών;
«Είναι ένας τρόπος να αφήσουμε ανοιχτό τον συλλογισμό. Μπορείς να ξεφύγεις από τη μοίρα σου ή όχι; Δεν υπάρχει απάντηση. Είναι το πεπρωμένο και η μοίρα γραμμένα πριν από εμάς; Είναι μια απόφαση του Θεού; ΄Η ο άνθρωπος έχει την ελεύθερη βούληση και την ελεύθερη επιλογή να παρέμβει στη μοίρα του για να την αλλάξει; Κεντρική ιδέα είναι το δίπολο μοίρα και ελεύθερη βούληση. Η Ελένη και η Ανδρομάχη διηγούνται τις ιστορίες τους και εμείς ακούγοντάς τες μπορούμε να αναρωτηθούμε: Είχαν πράγματι τη δυνατότητα να αλλάξουν τη ροή της ζωής τους; ΄Η ήταν καταδικασμένες να ζήσουν μια προαποφασισμένη πορεία;».
Η τρίτη γυναίκα, η Κασσάνδρα, την οποία ερμηνεύετε εσείς, τι ρόλο παίζει;
«Η Eλίζα επέλεξε την Κασσάνδρα ως μια προφήτισσα που προέβλεπε το μέλλον αλλά δεν την πίστευε κανείς. Η Κασσάνδρα στην παράσταση δεν λέει την ιστορία της. Είναι η αντένα, είναι η κεραία που αντιλαμβάνεται, που ξέρει, που βλέπει. Λειτουργεί πιο πολύ ως καθρέφτης, ως υποστηρικτικός μηχανισμός, ώστε να βρουν οι άλλες δύο τη φωνή τους και να μιλήσουν. Είναι σαν καταλύτης. Μέσα από αυτήν θα εκφραστούν η Ελένη και η Ανδρομάχη. Οπως, στη μυθολογία, που μέσα από αυτήν περνούσαν και ζωές των άλλων, δεδομένου ότι είχε το χάρισμα να βλέπει τα μελλούμενα».
Σκηνοθετικά πώς προσεγγίζετε το θέαμα;
«Δεν είναι ακριβώς παράσταση, δεν υπάρχει έργο, δεν είναι όπερα, δεν είναι θέατρο. Επί σκηνής υπάρχουν μουσικοί και τραγουδίστριες οι οποίες στέκονται στο αναλόγιό τους. Επιχειρώ μια σκηνική προσέγγιση που φωτίζει το όλο πράγμα μέσα σε έναν χώρο που παραπέμπει σε τοπίο καταστροφής. Σαν το τοπίο μετά την πτώση της Τροίας. Δεν είμαστε μουσικοί, τραγουδιστές και ηθοποιοί, είμαστε Τρωαδίτες και Τρωαδίτισσες μετά την πτώση της Τροίας. Θα μπορούσαμε βεβαίως να είμαστε και μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου ή να βρισκόμαστε σήμερα στην Ουκρανία. Πάντα σε ένα τοπίο ερειπωμένο».
Πόσο εύκολο είναι να σκηνοθετείς αλλά και να παίζεις στην ίδια παράσταση; Δηλαδή να σκηνοθετείς τον εαυτό σου;
«Εύκολο δεν το λες. Ο ηθοποιός πρέπει να είναι πάνω στη σκηνή, ο σκηνοθέτης πρέπει να είναι κάτω από τη σκηνή. Οταν είσαι και πάνω και κάτω, καλείσαι να εκτελέσεις μια περίεργη ακροβασία. Επίσης ο σκηνοθέτης πρέπει να διορθώνει τον ηθοποιό. Πρέπει δηλαδή να διορθώνω (και) τον εαυτό μου. Ευτυχώς εδώ δεν σκηνοθετώ ολοκληρωμένους ρόλους, και αυτό το κάνει κάπως πιο εύκολο. Προσπαθώ να φωτίσω το τοπίο μέσα στο οποίο θα μπουν οι μουσικοί, προσπαθώ να βοηθήσω τις τραγουδίστριες να μπουν λίγο πιο βαθιά στο κείμενο. Οργανώνω τη γενική εικόνα μέσα στην οποία θα ακουστούν η μουσική και το κείμενο, οπότε αυτή τη φορά εγώ ως ηθοποιός θα σταθώ λίγο πιο πίσω».
INFO:
Την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου, στις 20.00, στο Ολύμπια – Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας».
Ερμηνεύουν: Μυρσίνη Μαργαρίτη (Ελένη), Μαίρη Ελεν Νέζη (Ανδρομάχη), Μάρθα Τομπουλίδου (Κασσάνδρα). Συμμετέχουν οι μουσικοί: Eλίζα Μπαρμπέσι (τσέμπαλο), Κατερίνα Κτώνα (όργανο, άρπα), Εφη Μηνακούλη (θεόρβη) και Αλέξης Μποβέ (βιολοντσέλο).



