Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«Να αφήσουμε το υπάρχον σύστημα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης να λειτουργήσει και να δοκιμαστεί», τόνισε ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, τοποθετούμενος για τη συζήτηση γύρω από τη Συνταγματική Αναθεώρηση, στο πάνελ του ετήσιου συνεδρίου του Κύκλου Ιδεών που συντόνισε η δημοσιογράφος Ιωάννα Μάνδρου.

Στη συζήτηση, ο κ. Λυμπερόπουλος ανέφερε επίσης ότι η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έχει απομακρύνει τα τελευταία χρόνια άνω των 40 δικαστών για λόγους ανεπάρκειας, ενώ σχετικά με την άρνηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, να παραστεί στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής, σημείωσε ότι οι δικαστές ελέγχονται με συγκεκριμένους, συνταγματικά καθορισμένους τρόπους.

Από την πλευρά του, στο ίδιο πάνελ, ο διακεκριμένος ποινικολόγος και επισκέπτης καθηγητής Πολυχρόνης Τσιρίδης παρέθεσε στοιχεία για την κατάσταση στα δικαστήρια, αναφέροντας ότι εισάγονται 140.000 υποθέσεις ετησίως στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ότι οι νέοι Ποινικοί Κώδικες έχουν υποστεί πάνω από 15 αλλαγές δημιουργώντας ανασφάλεια δικαίου, καθώς και ότι αυτή τη στιγμή βρίσκονται στις φυλακές 3.800 κρατούμενοι για πλημμελήματα, με τον θεσμό της ποινικής συνδιαλλαγής να παραμένει ναρκοθετημένος.

Η «συνωμοσιολογική» κρίση των αποφάσεων και η «επώδυνη» αυτοκάθαρση

Αναφερόμενος στη δημοσκοπική καθίζηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη, ο κ. Λυμπερόπουλος παραδέχτηκε την αρνητική εικόνα, επισημαίνοντας ωστόσο την απουσία ποιοτικών αναλύσεων και υπενθυμίζοντας ότι η αμφισβήτηση αποτελεί πρόβλημα όλου του δυτικού κόσμου. Όπως εξήγησε, η δυσαρέσκεια εδράζεται σε ένα πολυπαραγοντικό πεδίο, το οποίο «επηρεάζεται και από ένα γενικότερο κλίμα τοξικότητας που στοχεύει κατευθείαν στην ουσιαστική κρίση των δικαστών».

Δεν δίστασε, μάλιστα, να μιλήσει και σε προσωπικό τόνο: «Αυτό που με πιέζει και με στεναχωρεί είναι η αμφισβήτηση του πώς εγώ αποφασίζω. Το πώς η προσωπική μου προσέγγιση, η κρίση και η αμεροληψία μου αξιολογούνται με συνωμοσιολογικά κριτήρια». Ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου έθεσε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων για τη στάση των πολιτών, διερωτώμενος αν είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε τη δικαστική κρίση: «Το να κρίνουμε μια απόφαση από το διατακτικό της φοβούμαι ότι είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή αλήθεια είναι μέσα στο σκεπτικό».

Προς επίρρωση της βούλησης του συστήματος για αυτοκριτική και αυτοβελτίωση –μέσω των επιθεωρήσεων και της εφαρμογής του πειθαρχικού δικαίου, τόνισε: «Το δικαστικό σύστημα κάνει την αυτοκριτική του τα τελευταία χρόνια με πολύ επώδυνο τρόπο: η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απομάκρυνε άνω των 40 δικαστών για λόγους ανεπάρκειας».

Τέλος, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την άρνηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, να παραστεί ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής μετά από αίτημα κομμάτων της αντιπολίτευσης, ο κ. Λυμπερόπουλος σημείωσε ότι «οι δικαστές ελέγχονται, πλην όμως ελέγχονται με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, συνταγματικά καθορισμένους».

«Μην πειράζετε την επιλογή της ηγεσίας» και το Ευρωκοινοβούλιο

Ενόψει της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ο κ. Λυμπερόπουλος έστειλε σαφές μήνυμα για το μοντέλο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. «Το σύστημα λειτουργεί από το 1975 με δύο πολύ βασικές υποβοηθήσεις: τον νόμο Καστανίδη (γνωμοδοτική λειτουργία της Βουλής) και τον νόμο Φλωρίδη (γνωμοδοτική λειτουργία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου)», τόνισε, καταλήγοντας: «Η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να αφήσουμε το υπάρχον σύστημα να λειτουργήσει και να δοκιμαστεί».

Παράλληλα, αναφέρθηκε στην κρίση του 2023 με το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που αμφισβητούσε την ανεξαρτησία της ελληνικής Δικαιοσύνης. Υπενθύμισε ότι η Διοικητική Ολομέλεια τοποθετήθηκε τότε, πατώντας πάνω σε παλαιότερες αποφάσεις (επί προεδρίας Στέφανου Ματθία), διαμηνύοντας πως «η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών ισχύει έναντι της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας» – μια στάση που, όπως σημείωσε, δικαιώθηκε πλήρως στις επόμενες δύο εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου.

Το «ράβε-ξήλωνε» του Ποινικού Κώδικα

Στην αντίπερα όχθη, την εικόνα της απόλυτης ασφυξίας που βιώνουν οι μαχόμενοι νομικοί και τα δικαστήρια περιέγραψε με μελανά χρώματα ο καθηγητής Πολυχρόνης Τσιρίδης. Αναγνωρίζοντας ότι «στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι δικαστές κάνουν καλά τη δουλειά τους», εντόπισε την ρίζα του προβλήματος στον μη διαχειρίσιμο φόρτο εργασίας: «Υπάρχει ένα τέλμα. Κάθε χρόνο στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών εισάγονται 140.000 υποθέσεις», αποκάλυψε.

Ο κ. Τσιρίδης στηλίτευσε την τάση της εποχής όπου «τα πάντα είναι αδικήματα, κακουργήματα και επιδέχονται κακουργηματικό προβιβασμό», υπό την πίεση μιας κοινής γνώμης που διαμορφώνεται από το «τοξικό διαδίκτυο». Τα πυρά του στράφηκαν ευθέως κατά της εκτελεστικής εξουσίας για την «κακή και ευκαιριακή νομοθέτηση», επισημαίνοντας ότι οι καινούριοι Ποινικοί Κώδικες «έχουν υποστεί πάνω από 15 αλλαγές τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να υπάρχει τεράστια ανασφάλεια δικαίου».

Το ναυάγιο της ποινικής συνδιαλλαγής και οι φυλακές που ασφυκτιούν

Εξίσου αποκαλυπτικά ήταν τα στοιχεία που έδωσε για το ισχύον δόγμα του «τιμωρητισμού»: «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν μέσα στις φυλακές 3.800 κρατούμενοι για πλημμελήματα! Και τώρα, το υπουργείο σκέφτεται πώς θα αποσυμφορήσει τις φυλακές», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Τέλος, ο κ. Τσιρίδης εξήγησε γιατί θεσμοί που θα μπορούσαν να αποφορτίσουν το σύστημα, όπως η ποινική συνδιαλλαγή και η διαπραγμάτευση, πρακτικά ναυάγησαν. «Δεν υπάρχει κουλτούρα συνδιαλλαγής και εδώ φταίμε και οι δικηγόροι. Αλλά και οι εισαγγελείς δεν θέλουν να πάρουν την ευθύνη – έχουν εξοικειωθεί με το σύστημα “να προτείνουμε κι ας αποφασίσει το δικαστήριο”». Παράλληλα, εξήγησε ότι η πρόσφατη αυστηροποίηση των ποινών κατέστησε τον θεσμό λιγότερο θελκτικό για τον κατηγορούμενο (αφού μειώθηκε το κίνητρο της ελάσσονος ποινής), ναρκοθετώντας τον οριστικά.