Η βραδιά στο Washington Hilton, άφησε πίσω της ένα αίσθημα φόβου που δύσκολα περιγράφεται. Ζώντας στις ΗΠΑ πολλά χρόνια, έχω συνηθίσει έναν δημόσιο λόγο οξύ, συχνά υπερβολικό, αλλά αυτό που συνέβη στο Δείπνο των Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου μοιάζει να σηματοδοτεί κάτι βαθύτερο. Η αμερικανική κοινωνία φλερτάρει επικίνδυνα με την πολιτική βία, ίσως και με την ίδια τη συνοχή της. Οι πρώτες ειδήσεις μιλούσαν για πυροβολισμούς, για έναν ένοπλο και για έναν τραυματισμένο μυστικό πράκτορα. Το ερώτημα που τέθηκε σχεδόν αμέσως ήταν αν επρόκειτο για άλλη μία απόπειρα δολοφονίας κατά του Ντόναλντ Τραμπ.
Υπάρχει και μια ειρωνεία στο ότι το περιστατικό εκτυλίχθηκε σε μια εκδήλωση αφιερωμένη στον Τύπο. Ένας πρόεδρος που τα τελευταία χρόνια έχει επανειλημμένα επιτεθεί στα ΜΜΕ, χαρακτηρίζοντάς τα «fake news» ή «εχθρικά», βρίσκεται στο επίκεντρο ενός γεγονότος όπου οι λέξεις δίνουν τη θέση τους στις σφαίρες. Και οι σφαίρες, σε αντίθεση με τις λέξεις, δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες.
Δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία πως η πολιτική βία, και ιδίως η απόπειρα δολοφονίας ενός εκλεγμένου προέδρου, δεν αποτελεί ποτέ λύση. Είναι ήττα της δημοκρατίας, η στιγμή όπου ο διάλογος αντικαθίσταται από τέτοιο παραλογισμό. Όποια κι αν είναι η γνώμη κάθε Αμερικανού για τον Τραμπ, η φυσική του εξόντωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως πολιτική πράξη.
Ταυτόχρονα, θα ήταν αφελές να αγνοήσει κανείς το κλίμα που έχει διαμορφωθεί. Η υπερβολή, η δαιμονοποίηση, η συνεχής χρήση ακραίων ιστορικών αναλογιών –όπως η εύκολη επίκληση του Χίτλερ– δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο τα πιο ασταθή άτομα ενδέχεται να πιστέψουν ότι ενεργούν «για το καλό» της χώρας. Όταν η δημόσια σφαίρα κατακλύζεται από αφηγήσεις περί ψεύτη και κακού Τραμπ, δεν είναι απίθανο κάποιος να θεωρήσει ότι έχει καθήκον να τον πυροβολήσει.
Σε αυτή τη συγκυρία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο. Εκεί όπου η οργή επιβραβεύεται με προβολή από τους αλγόριθμους και η μετριοπάθεια περνά απαρατήρητη, ο δημόσιος διάλογος εκφυλίζεται. Και ενώ η κοινωνία πολώνεται όλο και περισσότερο, οι πλατφόρμες αυτές συνεχίζουν να ευημερούν οικονομικά, σαν να μην υπάρχει κόστος για την ίδια τη δημοκρατία.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο ή σε ένα κόμμα. Για χρόνια, τόσο οι Ρεπουμπλικάνοι όσο και οι Δημοκρατικοί έχουν απομακρυνθεί από τις καθημερινές ανησυχίες των απλών πολιτών. Οι εργαζόμενοι, οι οικογένειες, οι νέοι που αναζητούν μια καλύτερη προοπτική, συχνά δεν βρίσκουν εκπροσώπηση σε έναν πολιτικό λόγο που συχνά εγκλωβίζεται μεταξύ λαϊκισμού και ιδεολογικών ακροτήτων.
Αν υπάρχει ένα μάθημα από τη σημερινή συγκυρία, είναι ότι οι ΗΠΑ έχουν ανάγκη από μια ηγεσία που θα θυμίζει περισσότερο την ενωτική δύναμη προσωπικοτήτων όπως ο Αβραάμ Λίνκολν ή ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ. Ηγέτες που να μπορούν να χτίζουν γέφυρες, να εμπνέουν, να φροντίζουν για όλους, να κρατάνε τον λόγο τους, να μιλάνε με ειλικρίνεια για τα προβλήματα και να αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Ιδίως για τo Δημοκρατικό Κόμμα, η πρόκληση είναι σαφής. Η αντιμετώπιση του τραμπικού φαινομένου δεν θα έρθει μέσω «της ηθικής υπεροχής» ή της ρητορικής καταγγελίας, αλλά μέσα από μια μετριοπαθή πρόταση που να αγγίξει τις αληθινές ανάγκες της αμερικανικής κοινωνίας. Όχι με συνθήματα που να απευθύνονται σε ένα περιορισμένο ακροατήριο, αλλά με πολιτικές που να δίνουν απαντήσεις σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
Εν κατακλείδι, η Αμερική βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Η πολιτική βία την ωθεί προς τα πίσω, σε εποχές που θυμίζουν περισσότερο την Άγρια Δύση παρά μια σύγχρονη δημοκρατία με ισχυρή παράδοση. Η διέξοδος δεν μπορεί παρά να έρθει με επιστροφή στη λογική, στον σεβασμό και, κυρίως, στη συνειδητοποίηση ότι χωρίς ενωτικό πνεύμα δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον για την ηγέτιδα δύναμη της Δύσης. Και, πού είναι ένας Λίνκολν; Πού είναι ένας Ρούζβελτ; Μα δεν μπορεί, μια χώρα 340 εκατομμυρίων να μην είναι ικανή και πάλι να αναδείξει έναν ηγέτη σαν αυτούς.
*O Δημήτρης Ελέας είναι πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας και ερευνητής που ζει στη Νέα Υόρκη.



