Τα Milk Bars πιθανόν να αποτελούν την πιο χαρακτηριστική περίπτωση επιχείρησης εστίασης με την οποία καταπιανόταν η ελληνική διασπορά στην Αυστραλία. Με τα χρόνια έγιναν κομμάτι της εκεί κουλτούρας. Κάθε Milk Bar είχε μια λίγο-πολύ παρόμοια ιστορία: τα άνοιγαν οι μετανάστες στον αγώνα τους για μια καλύτερη ζωή. Ταυτόχρονα, η ελπίδα και η προσοδοκία για προκοπή σε έναν ξένο τόπο είναι κάτι τόσο προσωπικό, ώστε κάθε τέτοια επιχείρηση να γίνεται μοναδική.

Βρισκόμαστε στο μακρινό 1912, όπου ένας μεγάλος σεισμός ισοπεδώνει το χωριό του 14χρονου Ιωακείμ Ταβλαρίδη στη Θράκη. Μένοντας χωρίς σπίτι, αποφασίζει να πάει να βρει τον αδερφό του στην Αυστραλία. Το εισιτήριο από την Αθήνα  ήταν εξασφαλισμένο από τον αδερφό του, το ταξίδι όμως από την Θράκη για την ελληνική πρωτεύουσα, ο απένταρος νεαρός, με ύψος μόλις 1,57 εκ., θα το έκανε κρυμμένος κάτω από τη φουσκωτή φούστα μιας Τουρκάλας επιβάτιδας.  

Στο Σίδνεϊ τον περίμενε σκληρή δουλειά και φτωχικές συνθήκες διαβίωσης -αρκετές φορές κοιμόταν πάνω στα τραπέζια της κουζίνας ή στο πάτωμα. Κατάφερε όμως να επιβιώσει, να κάνει οικογένεια και, κάποια στιγμή, να πάει για διακοπές στην πατρίδα. Επιστρέφοντας, περνάει από την Καλιφόρνια των ΗΠΑ. Εκεί, βλέπει για πρώτη φορά στη ζωή του τα αμερικανικά «soda parlours» με τις αστραφτερές μηχανές που έφτιαχναν μιλκσέικ και ξεκινά να χτίζεται στο μυαλό του η ιδέα να ανοίξει κάτι αντίστοιχο, ολόδικό του στην Αυστραλία. 

Milk bar στην Αυστραλία

Όπερ και εγένετο. Αλλάζει το όνομά του σε Μικ Άνταμς (για να ακούγεται πιο οικείο στους ντόπιους) και στις 4 Νοεμβρίου 1932 ανοίγει το «Black & White» στο κέντρο του Σίδνεϊ. Το όνομα το δανείστηκε από μια διαφήμιση ουίσκι που είχε δει στην Αμερική.

Χωρίς τραπέζια, σερβιτόρους ή κουζίνα, ο Άνταμς δημιουργεί έναν χώρο όπου δεσπόζει ένας μεγάλος πάγκος με τον κόσμο να πίνει το μιλκσέικ του στα όρθια. Κυρίαρχα στοιχεία της διακόσμησης ήταν το χρώμιο και οι καθρέφτες.

Η επιτυχία ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Την πρώτη κιόλας μέρα λειτουργίας του πέρασαν το κατώφλι του καταστήματος 5.000 άνθρωποι και την πρώτη εβδομάδα περισσότεροι από 27.000. 

Μαρτυρίες κάνουν λόγο για την ανάγκη επέμβασης της αστυνομίας προκειμένου να κατευθύνει την κυκλοφορία στους γύρω δρόμους. Μέσα σε 5 χρόνια υπήρχαν περίπου 4.000 ανάλογες επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Αυστραλία.

Έλληνες μετανάστες στο Σίδνεϊ χορεύουν παραδοσιακούς χορούς.

Επρόκειτο και την εποχή της μεγάλης οικονομικής ύφεσης και η ιδέα του να πουλάει κανείς μιλκσέικ και αναψυκτικά σε χαμηλή τιμή ήταν πολύ έξυπνη. Τα μιλκσέικ βέβαια τότε δεν ήταν σαν τα σημερινά με το παγωτό. Αντιθέτως, θεωρούνταν μια υγιεινή τροφή και ένα πλήρες γεύμα, καθώς περιείχαν μέλι, χαρούπι, σύκα, μερικές φορές αβγά και ξηρούς καρπούς. Ήταν ένα τονωτικό για τον εργαζόμενο λαό, μια φτηνή πολυτέλεια που μπορούσε να απολαύσει ο καθένας.

Μια έρευνα πεδίου που ξεκίνησε πριν από 44 χρόνια

Η εντυπωσιακή ιστορία του Ιωακείμ Ταβλαρίδη μαζί με εκείνες άλλων Ελληνο-αυστραλών που ασχολήθηκαν με τα milk bars και τα καφέ της χώρας αποτελεί μέρος ενός ντοκιμαντέρ με τίτλο «Australia’s Greek Cafes and Milk Bars», το οποίο προβλήθηκε από το δίκτυο SBS (Special Broadcasting Service), του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα της Αυστραλίας. 

Οι Έλληνες μετανάστες καθόρισαν την εστίαση στην Αυστραλία.

Βασισμένο στην πολυετή έρευνα πεδίου του ιστορικού Λέναρντ Γιανιζέβσκι και της φωτογράφου συντρόφου του Έφης Αλεξάκη, ξετυλίγει το νήμα αυτών των επιχειρηματιών από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα. 

Η καταγραφή των Γιανιζέβσκι και Αλεξάκη της ελληνικής παρουσίας στην Αυστραλία ξεκίνησε το 1982, με περισσότερες  από 900 συνεντεύξεις, και τους δυο τους να αναζητούν στοιχεία στα προσωπικά άλμπουμ των οικογενειών και στις αφηγήσεις ιστοριών των ανθρώπων που τις έζησαν.

Μέσα από αυτό το σπάνιο αρχειακό υλικό και τις ζωντανές μαρτυρίες, το ντοκιμαντέρ εξηγεί πώς αυτά τα καταστήματα οδήγησαν την Αυστραλία στη μοντέρνα εποχή, διαμορφώνοντας τον τρόπο που λειτουργούσε η εστίαση, αλλά και η κουλτούρα του φαγητού.

Το Τασμανία θρυλικό καράβι που μετέφερε τους Έλληνες από τον Πειραιά στην Αυστραλία.

Για τους σκοπούς μάλιστα της έρευνάς τους έχουν ταξιδέψει στην Ελλάδα, στους τόπους καταγωγής των μεταναστών, όπως τα Κύθηρα και η Ιθάκη. Εκεί, μέσα σε σπίτια που παρέμειναν κλειδωμένα και ανέγγιχτα από τον χρόνο, ανακάλυψαν γράμματα, παλιές εφημερίδες, φωτογραφίες, όλα τους υλικό για το βιβλίο τους «Greek Cafés and Milk Bars of Australia» που ενέπενευσε το ντοκιμαντέρ.

Από τα ορυχεία χρυσού στα soda parlours

Σε podcast ο Γιανιζέβσκι εξήγησε το θέμα του βιβλίου και της έρυνάς τους λέγοντας πως ήθελαν να δείξουν τον τρόπο που η κουλτούρα της εστίασης της χώρας, απομακρύνθηκε από τα βρετανικά πρότυπα και στράφηκε προς τα αμερικανικά, με τους Έλληνες να αποτελούν το επίκεντρο.  

«Οι άνθρωποι της διασποράς μεταφέρουν εμπειρίες και ιδέες, μεταμορφώνοντας τους τόπους όπου πηγαίνουν, και αυτές οι ιδέες μεταλλάσσονται», εξηγεί. 

Για τον ίδιο, η ενασχόληση των Ελληνο-αυστραλών με την εστίαση έχει τις ρίζες του στο μακρινό 1850, την εποχή τους Gold rush, που ξεκίνησαν να φτάνουν Έλληνες από τις ΗΠΑ, οι οποίοι είχαν την εμπειρία από τα χρυσορυχεία της Καλιφόρνιας. Γνώριζαν καλά πως λίγοι ήταν εκείνοι που θα έβρισκαν όντως χρυσό, οι υπόλοιποι θα αρκούνταν στις ευκαιρίες για δουλειά. Έτσι, ξεκίνησαν να αναζητούν τρόπους να βγάλουν χρήματα.

Οι πρώτες επιχειρήσεις τους δημιουργήθηκαν από ανάγκη. Τα ορυχεία βρίσκονταν σε απομονωμένα μέρη, μακριά από μαγαζιά και οι εργαζόμενοι, εκτός από πρώτες ύλες για την δουλειά τους, χρειάζονταν και ένα μέρος να φάνε. Έτσι, ίδρυσαν τις πρώτες «μικτές επιχειρήσεις» (mixed businesses), που σέρβιραν γεύματα και παρείχαν εξοπλισμό.

Από την δεκαετία του 1890, άρχισαν να αναλαμβάνουν και τα «soda parlors», που υπήρχαν ήδη στην Αυστραλία, και ήταν μέρη όπου μαζί με φαγητό σερβίρονταν αναψυκτικά από ειδικές μηχανές. 

Η μεγάλη καινοτομία των Ελλήνων, βασισμένη στην εμπειρία τους από τις ΗΠΑ, ήταν ότι μετέφεραν την εξυπηρέτηση στην αίθουσα σερβιρίσματος. Μέχρι τότε, τα καταστήματα λειτουργούσαν με την λογική του πίσω δωματίου, δηλαδή τα ποτήρια με τα αναψυκτικά γεμίζονταν έχοντας ο καταστηματάρχης την πλάτη στον πελάτη. 

Οι Έλληνες όμως έφεραν ειδικές μηχανές από τις ΗΠΑ τα «soda fountains» που στήθηκαν μπροστά, στον πάγκο, κι έτσι μπορούσαν να μιλάνε με τον πελάτη και να τον εξυπηρετούν με μεγαλύτερη αμεσότητα.  

Αυτά τα μέρη έγιναν οι ναοί του εξαμερικανισμού. Πριν καν η Αυστραλία γνωρίσει τη μαζική κουλτούρα των ΗΠΑ, οι Έλληνες σέρβιραν το αμερικανικό παγωτό, που ήταν πολύ πιο γλυκό από το βρετανικό και έγινε αμέσως ανάρπαστο. Έφεραν αμερικανικές σοκολάτες και υιοθέτησαν την αισθητική της αμερικανικής Art Deco, επιγραφές νέον κ.ά., δημιουργώντας χώρους που έμοιαζαν με σκηνικά από κινηματογραφικές ταινίες. Σύμφωνα με τον Λέναρντ Γιανιζέβκσι μάλιστα, κατά πάσα πιθανότητα ήταν τα πρώτα μέρη στην Αυστραλία που σέρβιραν μπέργκερ. Μπαίνοντας σε ένα τέτοιο κατάστημα, ο μέσος Αυστραλός ένιωθε ότι ζούσε το αμερικανικό όνειρο.

Οικογενειακές επιχειρήσεις που έγιναν «οικογενειακές αλυσίδες»

Αυτά τα δύο είδη καταστημάτων -μεικτές επιχειρήσεις και soda parlours-, μαζί με το εληνικό «γαλακτοπωλείο» και τα αμερικανικά προϊόντα -παγωτό, σοκολάτες-, είναι τα στοιχεία που δημιούργησαν τα milk bars, τα οποία έγιναν το έμβλημα της Αυστραλίας. 

Αν και το πρώτο που δημιούργησε ο Άνταμς δε σέρβιρε τίποτα άλλο εκτός από μιλκσέικ και αναψυκτικά, τα μοντέρνα milk bars λειτουργούσαν στη λογική των αμερικανικών drug stores που πωλούν τα πάντα, μαζί και φαγητό. 

Το μυστικό της επιτυχίας αυτών των επιχειρήσεων εστίασης κρυβόταν στην ελληνική οικογένεια, τα μέλη της οποίας ήταν τα εργατικά χέρια. Οι πάντες εργάζονταν ασταμάτητα, από το πρωί στις 7 μέχρι τα μεσάνυχτα, κάτι πρωτόγνωρο για την Αυστραλία της εποχής -αρκεί να σκεφτούμε ότι τότε τα σουπερμάρκετ στην χώρα έκλειναν στις 12 το μεσημέρι. 

Αυτό το μοντέλο επέτρεψε τη δημιουργία «αλυσίδων» καταστημάτων που διαχειρίζονταν τα διαφορετικά μέλη της οικογένειας, οι συγγενείς και οι φίλοι από το ίδιο χωριό (όπως οι Κυθήριοι που κυριάρχησαν στα καφέ, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Niagara Cafe στο Gundagai που ξεκίνησε το 1902). Στόχος τους ήταν να μαζευτούν χρήματα για να σπουδάσουν τα παιδιά και να έχουν καλύτερο μέλλον.

Rock ‘n’ Roll και μιλκσέικ

Στη δεκαετία του ’50 και του ’60, τα milk bars έγιναν το επίκεντρο της ζωής των Αυστραλών. Μέχρι τότε η συνήθεια του να τρως εκτός σπιτιού ήταν αποκλειστικά προνόμιο των πλουσίων, που πήγαιναν σε γαλλικά εστιατόρια ή των ανδρων της εργατικής τάξης που έβγαιναν να πιούν και να φάνε σε μαγαζιά στυλ πάμπ. Αυτό που δημιούργησαν οι Έλληνες ήταν για ολόκληρη την οικογένεια θέτοντας τις βάσεις της μαζικής εστίασης στην χώρα.

Έχοντας την κουλτούρα του «καφενείου» ως σημείο αναφοράς, οι Έλληνες συνέδεαν το φαγητό με την κοινωνικοποίηση κι έτσι το έμαθαν και στους Αυστραλούς, οι οποίοι έτρεχαν στα μαγαζιά τους για να φάνε και να περάσουν καλά. 

Παρακολουθώντας συνεχώς τις εξελίξεις στις ΗΠΑ, εισήγαγαν πρώτοι όλες τις καινοτομίες, από τα καλύτερα μηχανήματα για μιλκσέικ και αναψυκτικά, μέχρι τα juke boxes για να ακούν οι θαμώνες μουσική. Στα μαγαζιά των Ελλήνων πρωτοακούστηκε επί αυστραλιανού εδάφους η Rock ‘n’ Roll, πολύ πριν το αποδεχτεί το ραδιόφωνο. Επειδή όμως αυτή η μουσική τότε ήταν αμφιλεγόμενη, πολλές οικογένειες σταμάτησαν να πηγαίνουν. Τότε, οι μισοί καταστηματάρχες αφαίρεσαν τα juke boxes και οι άλλοι μισοί λειτουργούσαν με τους «επαναστάτες».

Ένα αλλο σημείο που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι ότι μέχρι τότε, τα μιλκσέικ στις ΗΠΑ δεν είχαν τη δημοφιλία που βλέπουμε σε σειρές όπως το Happy Days και σε ταινίες όπως το Grease. Αντίθετα, οι αμερικανοί έπιναν μετά μανίας αναψυκτικά. Στην διάρκεια όμως του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα αμερικανικά στρατεύματα που στάθμευαν στην Αυστραλία λάτρεψαν τα μιλκσέικ των ελληνικών καταστημάτων και όταν επέστρεψαν στις ΗΠΑ, άρχισαν να τα ζητούν επίμονα, συμβάλλοντας στην έκρηξη της δημοτικότητάς τους και εκεί.

Οι «Wogs» και το φαγητό που μύριζε

Παρά το ότι τα είχαν Έλληνες, στα μενού αυτών των καταστημάτων δεν υπήρχε καθόλου ελληνικό φαγητό. Οτιδήποτε θύμιζε ελληνική κουζίνα ή μύριζε σκόρδο θεωρούνταν «φαγητό των χωρικών» και ήταν κοινωνικά μη αποδεκτό. Οι Αυστραλοί έβλεπαν τους Έλληνες να τρώνε φαγητά που δεν είχαν συνηθίσει, ακόμη και να μαζεύουν χόρτα από την άκρη του δρόμου και δεν μπορούσαν να τους καταλάβουν.

Μόνο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισαν οι πρώτες απόπειρες να μάθουν οι Αυστραλοί κάποια από τα ελληνικά φαγητά, αλλά και γλυκά όπως ο μπακλαβάς, αλλά δεν ήταν δημοφιλή. Οι Αυστραλοί ήθελαν βρετανική κουζίνα, μπριζόλες και αβγά. Μόνο στο Ντάρβιν υπήρξε μια επιτυχημένη απόπειρα από τη Νέλυ Μανωλά, η οποία έφτιαχνε κεφτέδες, οι οποίοι έγιναν ανάρπαστοι. Ωστόσο, για δεκαετίες, οι Έλληνες έπρεπε να σερβίρουν βρετανική ή αμερικανική κουζίνα για να επιβιώσουν.

Χαρακτηριστικό είναι ένα περιστατικό που περιγράφει στο ντοκιμαντέρ ο Τζον Μάνγκος από την παιδική του ηλικία. Μία βροχερή μέρα αναγκάστηκαν ο ίδιος και οι συμμαθητές τους να φάνε το κολατσιό τους στην αίθουσα διδασκαλίας και όχι στο προαύλιο. Μόλις άνοιξε το lunch box του, ο δάσκαλος, ενοχλημένος από τη μυρωδιά, τον έβαλε μία ώρα τιμωρία. Σήμερα, ο Μάνγκος περιγράφει ως ειρωνία ότι κατά πάσα πιθανότητα αυτός ο δάσκαλος θα πληρώνει σε κάποιο ελληνικό εστιατόριο 40 δολάρια για το ίδιο πιάτο. 

Όπως λέει ο Γιανιζέβσκι, οι Έλληνες χρησιμοποίησαν το milk bar και τα καφέ ως έναν Δούρειο Ίππο για να ριζώσουν στην Αυστραλία, η οποία δεν τους υπδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες. Οι συνεντευξιαζόμενοι στο ντοκιμαντέρ περιγράφουν πώς οι Αυστραλοί, ακόμη και σήμερα, τους αποκαλούν Wogs (αρνητικός όρος που χρησιμοποιούνταν για Έλληνες Ιταλούς και Λιβανέζους), ενώ ακόμη και οι 5η και 6η γενιά Ελληνο-αυστραλών θεωρούνται μετανάστες. 

«Στον παππού μου πετούσαν τούβλα στα παράθυρα, κι αναγκάστηκε να βάλει μια ταμπέλα στη βιτρίνα που έγραφε: “Είμαστε πολιτογραφημένοι Αυστραλοί”», λέει ένας συνεντευξιαζόμενος στο ντοκιμαντέρ. 

Ένας άλλος επισημαίνει ότι οι επιθέσεις δεν γίνονταν μόνο στα μαγαζιά τους αλλά υπήρχε και σωματική βία. Οι χώροι των μεταλλωρύχων λεηλατούνταν. Τους έδιωχναν από την πόλη με τη βία. Ελαιόλαδο και ελιές, πράγματα που θεωρούνταν «woggish», τα πετούσαν στον δρόμο. 

«Ήμουν πάντα μαζί με τρεις Ελληνίδες συμμαθήτριές μου γιατί κανείς δε μας ήθελε. “Μην αγγίζετε τους wogs”, έλεγαν», περιγράφει την εμπειρία της μία άλλη.

Αναγκάστηκαν να αναπτύξουν μηχανισμούς άμυνας για να προστατέψουν τη ζωή και το βιος τους. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που καταγράφονται είναι η ανάγκη για αγγλοποίηση των ονομάτων, όπως έκανε ο Μικ Άνταμς. Το όνομα στην πρόσοψη έπρεπε να ακούγεται οικείο, καθώς οτιδήποτε πρόδιδε τη μεσογειακή καταγωγή μπορούσε να γίνει στόχος επιθέσεων.

Οι Έλληνες μετανάστες έμαθαν αμέσως αγγλικά, αλλά παράλληλα και τα πάντα για το φούτμπολ και τα άλογα. Έπρεπε να ενσωματωθούν στην κοινωνία, λέει ο Χρήστος Φωτεινόπουλος, δεύτερης γενιάς Ελληνο-αυστραλός που μεγάλωσε σε milk bar,

Τα milk bars στη σύγχρονη Αυστραλία

Στο πέρασμα των δεκαετιών, το τοπίο της αυστραλιανής εστίασης μεταβλήθηκε ριζικά, παρασύροντας μαζί του τον θεσμό των ελληνικών milk bars. Η εμφάνιση των μεγάλων αλυσίδων fast food κατά τη δεκαετία του 1970 και η κυριαρχία των οργανωμένων σούπερ μάρκετ σήμαναν το τέλος μιας εποχής για την οικογενειακή επιχείρηση της γειτονιάς.

Σήμερα, τα περισσότερα από τα χιλιάδες καταστήματα που κάποτε κοσμούσαν τις λεωφόρους του Σίδνεϊ και τα σοκάκια της επαρχίας έχουν δώσει τη θέση τους σε μοντέρνες καφετέριες, γραφεία ή καταστήματα λιανικής, αφήνοντας πίσω τους μόνο αδιόρατα ίχνη στην αρχιτεκτονική των κτιρίων.

Ωστόσο, η κληρονομιά τους παραμένει ζωντανή μέσα από κάποια καταστήματα που έχουν παραμείνει, όπως το Ρίο (Rio) στο Σάμερ Χιλ ή το εμβληματικό Μπελς (Bells) στο Μπρόκεν Χιλ. Η αυθεντικότητα αυτών των χώρων, με τα διατηρημένα στοιχεία της δεκαετίας του ’50, έχει μετατρέψει τα εναπομείναντα milk bars σε τοπόσημα πολιτιστικής κληρονομιάς που προστατεύονται πλέον από την τοπική νομοθεσία, αναγνωρίζοντας τη συμβολή τους στην εθνική ταυτότητα της χώρας.

Η δικαίωση για τη γενιά των Ελλήνων μεταναστών έρχεται και μέσα από τη θεσμική αναγνώριση. Η απόφαση της Έφης Αλεξάκη και του Λέναρντ Γιανιζέβσκι να δωρίσουν το πολύτιμο αρχείο τους στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Νέας Νότιας Ουαλίας διασφαλίζει ότι οι προσωπικές ιστορίες δεν θα χαθούν. 

YouTube thumbnail

Οι 40.000 φωτογραφίες που έχει συγκεντρώσει το ζεύγος και οι εκατοντάδες μαρτυρίες αποτελούν πλέον μέρος του επίσημου αρχείου του κράτους. Η Έφη Αλεξάκη τονίζει συχνά την περηφάνια της για το γεγονός ότι αυτή η καταγραφή ξεκίνησε από τα ίδια τα σπίτια των ανθρώπων.

Οι απόγονοι των ιδιοκτητών, οι οποίοι σήμερα εργάζονται σε μεγάλες εταιρείες και Πανεπιστήμια της Αυστραλίας, θεωρούν ότι τα milk bars και η σκληρή δουλειά των γονιών τους επέτρεψε σε εκείνους να ενταχθούν πλήρως στην κοινωνία και να ζήσουν μια πολύ πιο εύκολη ζωή από τους γονείς και τους παππούδες τους. 

Και για το SBS που πρόβαλε το ντοκιμαντέρ, η ιστορία αυτών των χώρων αποτελεί παράδειγμα επιτυχούς πολυπολιτισμικότητας, όπου ο μόχθος μιας περιθωριοποιημένης ομάδας κατάφερε να ορίσει τη λαϊκή κουλτούρα μιας ολόκληρης ηπείρου.