Η σημερινή αντιπαράθεση στη Βουλή για το κράτος δικαίου κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε κομματικές αντεγκλήσεις που στερούνται της απαραίτητης κοινωνικής γείωσης. Όμως, πέρα από τη στομφώδη ρητορική, η ποιότητα του κράτους δικαίου αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής μας ύπαρξης.
Η εύρυθμη λειτουργία των θεσμών και η συνεπής τήρηση των κανόνων δεν αποτελούν προνόμιο ή εκλεπτυσμένη πολυτέλεια για λίγους. Αντίθετα, συνιστούν το βασικό «λειτουργικό σύστημα» της κοινωνίας, εκείνο που καθορίζει, συχνά αθόρυβα αλλά καθοριστικά, την καθημερινή μας ασφάλεια, τις ευκαιρίες μας και, τελικά, την ίδια την ευημερία μας.
Όπως επιβεβαιώθηκε και με το Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών το 2024, που απονεμήθηκε για τη μελέτη του ρόλου των θεσμών στην οικονομική ευημερία, η ποιότητα των θεσμών συναρτάται άμεσα με την οικονομική πρόοδο. Η επιστημονική τεκμηρίωση δείχνει ότι η πορεία των εθνών δεν είναι ζήτημα τύχης, αλλά αποτέλεσμα ισχυρών θεσμικών εγγυήσεων που προστατεύουν τον πολίτη από την αυθαιρεσία. Όταν το κράτος δικαίου υποχωρεί, η οικονομία παύει να λειτουργεί προς όφελος του συνόλου και μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό που εξυπηρετεί κυρίως τους «δικτυωμένους».
Ακόμη και στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το κράτος δικαίου δεν αποτελεί μια τυπική ή γραφειοκρατική αναφορά. Συνιστά τον θεμέλιο λίθο που διασφαλίζει ότι η εξουσία ασκείται εντός σαφών ορίων, δημιουργώντας ένα σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον. Χωρίς αυτή τη σταθερότητα, η εμπιστοσύνη των πολιτών και των επιχειρήσεων διαβρώνεται. Και όταν η εμπιστοσύνη κλονίζεται, το επιχειρηματικό ρίσκο αυξάνεται, ενώ η διαφθορά παύει να είναι εξαίρεση και μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβίωσης.
Η συζήτηση που ανοίγει, υπό το βάρος των αλλεπάλληλων κυβερνητικών ατοπημάτων, οφείλει να διεξαχθεί με όρους ουσίας και όχι εντυπώσεων. Η μετάθεση των προβλημάτων στις συνταγματικές καλένδες ή η επίκληση εκθέσεων που ωραιοποιούν την πραγματικότητα δεν αποτελούν πλέον διέξοδο. Οι θεσμικές ρωγμές, από τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, παραμένουν ανοιχτές πληγές, φορτωμένες με αναπάντητα ερωτήματα, που εκθέτουν ευθέως την κυβέρνηση. Σε μια στιγμή που η κοινωνία απαιτεί διαφάνεια και λογοδοσία, τα περιθώρια υπεκφυγών έχουν πλέον εξαντληθεί. Οι απαντήσεις οφείλουν να είναι καθαρές, συγκεκριμένες και πειστικές.






