Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οταν το καλωσόρισμα στήνεται μέσα σε ένα ρινγκ, καταλαβαίνεις αμέσως ότι αυτή η Μπιενάλε δεν σκοπεύει να χαϊδέψει κανέναν ή, πιο σωστά, κανέν@. Το δηλώνει ήδη ο τίτλος της, «Ολα πρέπει να αλλάξουν. ΡΝΣ9», και το κάνει ακόμη σαφέστερο η επιμελήτριά της, Νάντια Αργυροπούλου, που επιλέγει ως έμβλημα της διοργάνωσης την ντουντούκα, την οποία χρησιμοποιεί κιόλας όταν χρειαστεί. Γιατί η «παλαίστρα» που έχει στηθεί στο περίπτερο 2 της ΔΕΘ-HELEXPO, όπου έγινε και η πρώτη δημόσια παρουσίαση της διοργάνωσης, δεν λειτουργεί μόνο ως εικόνα σύγκρουσης. Είναι ταυτόχρονα πεδίο έκθεσης, δημόσιας κρίσης, αντοχής και ρίσκου.

Ολα αυτά συνυπάρχουν στην 9η Μπιενάλε Θεσσαλονίκης, μια διοργάνωση πυκνή σε συμβολισμούς, που απλώνεται στα περίπτερα 2 και 3 της ΔΕΘ-HELEXPO και στο MOMUS–Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ενώ διεκδικεί ως συμβολικό της έδαφος και τη Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου, στο Εθνικό Πάρκο Δέλτα Αξιού. Χωρίς να παρεμβαίνει εκεί με έργα, στρέφει το βλέμμα σε μια περιοχή εύθραυστη αλλά ιστορικά φορτισμένη, ανάμεσα στη βιομηχανική μνήμη, τη βιοποικιλότητα, το μεταναστευτικό αποτύπωμα και τη διαρκή επέκταση της πόλης προς τα δυτικά. Μόνο η περφόρμανς «Το α(λ)λόφυτο» του Δημήτρη Αμελαδιώτη έκανε ορατή αυτή τη σύνδεση: μια αποτροπαϊκή φιγούρα φορτωμένη με σκουπίδια της περιοχής θρηνεί για τον τόπο, την υπεραλίευση και τα συντρίμμια της κλιματικής κρίσης, ενώ αφηγείται την αληθινή ιστορία ενός ακρωτηριασμένου ψαρά που γινόταν περίγελος επειδή είχε αναλάβει τον «γυναικείο» ρόλο του μοιρολογητή.

Επείγοντα αιτήματα και αναρχική πολυφωνία

Κομβική λέξη της έκθεσης μοιάζει να είναι η λέξη «διεκδικεί». Τη συναντάς παντού, μέσα από μια διάχυτη «ριζοσπαστική νοημοσύνη» (τα κεφαλαία ΡΝ του τίτλου) που επιμένει στην ελευθερία, στη συλλογικότητα και στις φωνές που συνήθως παραμένουν εκτός κάδρου. Από την επανάχρηση των κοινόχρηστων βρυσών στην περιοχή της ΔΕΘ ως χειρονομία αντίστασης στην πλαστική κατανάλωση που προτείνει η Greenpeace Ελλάδος, μέχρι το Rap Riot με γυναικείες και queer φωνές της εγχώριας ραπ σκηνής, η Μπιενάλε λειτουργεί ως χώρος συνάντησης διαφορετικών μορφών πολιτικής και καλλιτεχνικής έκφρασης.

Αυτή η Μπιενάλε είναι μια διοργάνωση του MOMUS και φέρει ολοκάθαρα τη σφραγίδα της Αργυροπούλου. Είναι πληθωρική, «λοξή», φιλόδοξη, με θεωρητικό βάθος αλλά και έντονη underground φλέβα. Το βλέπεις τόσο στην παρουσία ιστορικών μορφών του όπως ο Πάνος Κουτρουμπούσης και ο Λεωνίδας Χρηστάκης όσο και στη συνολική αισθητική της. Ακόμη και η οπτική ταυτότητα από τους studio precarity, με αναφορές στο tagging και στην αντι-ντιζάιν γραφή του δρόμου, απορρίπτει κάθε αποστειρωμένη αισθητική «ευταξία».

Το θεωρητικό της υπόστρωμα πατάει, μεταξύ άλλων, στη σκέψη της Σαϊντίγια Χάρτμαν και στην έννοια της «απείθαρχης κίνησης». Δεν είναι τυχαίο ότι η Αργυροπούλου επιλέγει να κινηθεί χωρίς «γενοκτονικούς» χορηγούς από τη βιομηχανία όπλων, τα ορυκτά καύσιμα ή εταιρείες που συνδέονται με το Ισραήλ, ούτε ότι επιμένει στο λαϊκότροπο «Σαλονίκη», ξηλώνοντας κάτι από το γυαλισμένο, gentrified περίβλημα της «Θεσσαλονίκης».

Αυτή η πολιτική και θεωρητική ένταση διαχέεται και στα έργα. Η Αργυροπούλου επιχειρεί να στήσει μια σχεδόν αναρχική πολυφωνία απέναντι στις σύγχρονες τυραννίες, ένα μωσαϊκό ιδεών και εικόνων που δεν ζητεί απλώς την προσοχή σου αλλά απαιτεί να το ακούσεις. Χαρακτηριστική είναι η παρουσία του Διονύση Καβαλλιεράτου, ο οποίος συμμετέχει σχεδόν με μια μικρή έκθεση μέσα στην έκθεση: γλυπτικές εγκαταστάσεις, ζωγραφικά έργα και η απολαυστικά DIY ταινία «Στη φάρμα του Daan», όπου παρελαύνουν ιππότες δίχως ίχνος ιπποσύνης, φιγούρες ειρωνικές και ξεχαρβαλωμένες. Σε άλλη συχνότητα κινείται η Σοφία Ντώνα με το έργο «Στα Τέμπη ή στις όχθες της Αρκαδίας», που προσεγγίζει υπαινικτικά την τραγωδία των Τεμπών μέσα από τη μνήμη του τόπου, ζωντανεύοντας με AI animation εξαφανισμένα θηλαστικά που έζησαν στην περιοχή, σε τελετουργίες πένθους.

Υπάρχει επίσης η αντίσταση της χειροποίητης πράξης: η ζωγραφική της Ελένης Τωμαδάκη ή τα «κεντήματα» σε βέργες του Χρήστου Καρακόλη, που υπερασπίζονται πεισματικά τον χρόνο, την αφή και την αργή διαδικασία. Και βέβαια το σχεδόν μετα-ανθρώπινο ρίγος του βίντεο «Human Mask» του Πιερ Ιγκ, που εξερευνά τα όρια ανάμεσα στο ανθρώπινο και το ζωικό με φόντο τη ζώνη πυρηνικού αποκλεισμού της Φουκουσίμα. Από τις πιο επιτυχημένες κινήσεις της διοργάνωσης είναι και τα παροπλισμένα καθίσματα αεροπλάνου διάσπαρτα στους εκθεσιακούς χώρους. Εκεί μπορείς να κάνεις ίσως το πιο επαναστατικό πράγμα σήμερα: να διαβάσεις. Περιοδικά και βιβλία – από τον Μαρκές και τη Σαντάλ Ακερμάν μέχρι το φεμινιστικό περιοδικό των 90s «Κατίνα». Το υλικό αυτό θα παραμείνει στις βιβλιοθήκες του μουσείου μετά το τέλος της Μπιενάλε.

Μια περφόρμανς διαρκείας

Πάντως, αν χρειαζόταν κανείς μόνο δύο λέξεις για να χαρακτηρίσει αυτή την Μπιενάλε, αυτές θα ήταν «durational performance», όπως το έθεσε και η ίδια η Αργυροπούλου. Πρόκειται για μια έκθεση με εκτεταμένη χρήση του βίντεο, θεματικές υποενότητες και προβολές που απαιτούν χρόνο και αντοχή: μια έκθεση που δεν εξαντλείται σε μία μόνο επίσκεψη. Αρκεί η παρουσίαση μέρους του Disobedience Archive του Μάρκο Σκοτίνι (25 προβολές ενταγμένες στην εγκατάσταση των Ζάφου Ξαγοράρη και Κατερίνας Στεφανιδάκη) για να γίνει σαφές το εύρος αυτής της φιλοδοξίας. Στο πρόγραμμα προβολών ξεχωρίζει το ντοκιμαντέρ του Αλέξανδρου Λιτσαρδάκη για τη ΔΕΘ, ανάθεση της Μπιενάλε που επιστρέφει στην ιστορία αυτού του ιδιότυπου πολιτικού τελετουργικού της σύγχρονης Ελλάδας.

Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η ενότητα αφιερωμένη στον σουρεαλισμό, με έργα των Σάμιουελ Μπέκετ, Μαρσέλ Ντισάν, Νίκου Εγγονόπουλου, Ανδρέα Εμπειρίκου και Μάτσης Χατζηλαζάρου, όπου για πρώτη φορά αναγνωρίζεται η συμβολή της ως συνδημιουργού των φωτογραφιών του Εμπειρίκου. Παράλληλα, το αφιέρωμα στον Νάνο Βαλαωρίτη, η γειτνίαση έργων ρωσικής πρωτοπορίας από τη συλλογή Κωστάκη με τους καταστασιακούς και η παρουσία της εικόνας του Τριπρόσωπου Ιησού (από το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο) που είχε στοιχειώσει τον Νικόλαο Κάλας, φανερώνουν την πρόθεση να συγκροτηθεί ένα πυκνό δίκτυο αναφορών χωρίς αυστηρές ιεραρχήσεις.

Κώδικας χωρίς επεξήγηση

Αυτό που γίνεται τελικά σαφές είναι ότι αυτές οι «νέες εκδοχές αλληλεγγύης και λεξιλογίων», αυτό το «κοινωνικό αλλιώς» που προσπαθεί να αρθρωθεί μέσα από την Μπιενάλε, θα όφειλε να είναι πιο φιλόξενο απέναντι σε όσους δεν γνωρίζουν εξαρχής τον κώδικά του. Η απουσία επεξηγηματικών κειμένων και καθαρών λεζαντών δυσκολεύει συχνά την πρόσβαση σε επιμέρους ενότητες. Και έτσι, ένα μέρος της έκθεσης χάνεται τελικά μέσα στην ίδια του την πληθωρικότητα.