Την επιτακτική ανάγκη για άμεσες, συντονισμένες και καθολικά εφαρμόσιμες παρεμβάσεις στην αντιμετώπιση των καρδιαγγειακών νοσημάτων ανέδειξε ο Πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, καθηγητής Καρδιολογίας του Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κωνσταντίνος Τούτουζας, κατά τη διάρκεια ενημερωτικής εκδήλωσης.
Όπως υπογράμμισε, τα καρδιαγγειακά νοσήματα παραμένουν η πρώτη αιτία θανάτου, γεγονός που καθιστά αναγκαία την υιοθέτηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου δράσης, με έμφαση τόσο στην πρόληψη όσο και στην έγκαιρη και αποτελεσματική θεραπευτική παρέμβαση.
Τα καρδιαγγειακά νοσήματα, με κυρίαρχες μορφές τη στεφανιαία νόσο και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου στην Ευρώπη, ευθυνόμενα για περίπου το 50% των συνολικών απωλειών ζωής. Παράλληλα, το οικονομικό κόστος για τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας ξεπερνά τα 200 δισ. ευρώ ετησίως.
Κρίσιμα κενά στο σύστημα
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον κ. Τουτουζα στις ανισότητες πρόσβασης σε σωτήριες θεραπείες, κυρίως σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδείχθηκε η ανάγκη καθολικής εφαρμογής της θρομβόλυσης, ιδίως όπου δεν υπάρχει άμεση πρόσβαση σε αιμοδυναμικά εργαστήρια.
Παράλληλα, επισημάνθηκε ένα σημαντικό έλλειμμα στη φάση της αποκατάστασης: πολλοί ασθενείς μετά από σοβαρά καρδιακά επεισόδια επιστρέφουν στην καθημερινότητά τους χωρίς επαρκή υποστήριξη. Η δημιουργία οργανωμένων Κέντρων Αποκατάστασης Καρδιοπαθών προβάλλει ως κρίσιμη προτεραιότητα για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την πρόληψη υποτροπών.
Η πρόταση για εθνική στρατηγική
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτέλεσε η πρόταση για ένα νέο εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης των καρδιαγγειακών νοσημάτων, με ενισχυμένη χρηματοδότηση από την Πολιτεία και στενή συνεργασία με ευρωπαϊκούς φορείς. Στόχος είναι η διαμόρφωση μιας συνεκτικής και μακροπρόθεσμης πολιτικής υγείας.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία κατέθεσε πρόταση για θεσμική κατοχύρωση της άμεσης πρόσβασης στη θρομβόλυση για ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ανάσπαση του ST (STEMI), σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, όπως αυτές της Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία.
Η σημασία της έγκαιρης επαναιμάτωσης
Η επαναιμάτωση του μυοκαρδίου αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας στο οξύ έμφραγμα. Οι ασθενείς που προσέρχονται εντός 12 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων πρέπει να λαμβάνουν άμεσα θεραπεία είτε με πρωτογενή αγγειοπλαστική είτε, όταν αυτή δεν είναι εφικτή εγκαίρως, με θρομβόλυση.
Τα επιστημονικά δεδομένα είναι σαφή: η θρομβόλυση μπορεί να προλάβει περίπου 30 θανάτους ανά 1.000 ασθενείς όταν χορηγείται εντός των πρώτων έξι ωρών, ενώ η προνοσοκομειακή εφαρμογή της μειώνει περαιτέρω τη θνητότητα. Μελέτες όπως η STREAM επιβεβαιώνουν ότι η συνδυαστική στρατηγική θρομβόλυσης και επακόλουθης αγγειοπλαστικής προσφέρει αποτελέσματα συγκρίσιμα με την άμεση διακομιδή για επεμβατική θεραπεία.
Η πρόταση της Εταιρείας περιγράφει ένα σαφές πλαίσιο εφαρμογής:
Ασθενείς με STEMI θα πρέπει να μεταφέρονται σε νοσοκομεία με αιμοδυναμικό εργαστήριο, εφόσον αυτό είναι εφικτό εντός 120 λεπτών.
Εάν ο χρόνος υπερβαίνει το όριο αυτό, πρέπει να εφαρμόζεται άμεσα θρομβόλυση, με βάση τις ενδείξεις και αντενδείξεις.
Μετά τη θρομβόλυση, οι ασθενείς οφείλουν να διακομίζονται άμεσα για στεφανιογραφία και πιθανή αγγειοπλαστική εντός 24 ωρών.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην εκπαίδευση των γιατρών πρώτης γραμμής – γενικών ιατρών και παθολόγων – καθώς και στην αξιοποίηση της τηλεϊατρικής για τη διασύνδεση με εξειδικευμένα καρδιολογικά κέντρα.
Ένα στοίχημα για το σύστημα υγείας
Η καθολική εφαρμογή της θρομβόλυσης, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των δομών αποκατάστασης και την ανάπτυξη ενός εθνικού σχεδίου, συνιστά – σύμφωνα με τους ειδικούς – ένα κρίσιμο στοίχημα για τη δημόσια υγεία.
Σε μια χώρα με έντονες γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, η ισότιμη πρόσβαση σε σωτήριες θεραπείες δεν αποτελεί μόνο ιατρική αναγκαιότητα, αλλά και ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης.
Καρδιακή αποκατάσταση
Παράλληλη η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία επισημαίνει ότι πέρα από τη θνησιμότητα που προκαλούν τα καρδιοαγγειακά νοσήματα, η επιβάρυνση είναι και κοινωνική: ασθενείς που επιβιώνουν ενός σοβαρού επεισοδίου συχνά απομακρύνονται για μεγάλο διάστημα από την εργασία τους και χρειάζονται μακροχρόνια υποστήριξη για να επανενταχθούν στην καθημερινότητα
Για το λόγο αυτό η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία και η Ομάδα Εργασίας Πρόληψης και Αποκατάστασης καταθέτουν μια ολοκληρωμένη πρόταση για την καθιέρωση της καρδιακής αποκατάστασης και τη δημιουργία οργανωμένων Κέντρων Καρδιοπαθών, αναδεικνύοντας ένα από τα μεγαλύτερα κενά του ελληνικού συστήματος υγείας.
Τι είναι η καρδιακή αποκατάσταση
Η καρδιακή αποκατάσταση συνιστά μια πολυδιάστατη, δομημένη παρέμβαση που δεν περιορίζεται στην ανάρρωση μετά από ένα οξύ επεισόδιο, αλλά επεκτείνεται στη δευτερογενή πρόληψη και τη συνολική διαχείριση του ασθενούς.
Στόχος της είναι:
η κλινική σταθεροποίηση,
η ρύθμιση των παραγόντων κινδύνου,
η σταδιακή επάνοδος στη φυσική δραστηριότητα,
η ψυχολογική υποστήριξη,
και η πρόληψη νέων καρδιαγγειακών συμβάντων.
Τα επιστημονικά δεδομένα είναι σαφή: η συστηματική εφαρμογή προγραμμάτων αποκατάστασης μειώνει τη θνησιμότητα και τις επανεισαγωγές, ενώ βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Για τον λόγο αυτό, διεθνείς οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία τη συστήνουν με ισχυρότατη ένδειξη.
Κι όμως, στην Ελλάδα η παραπομπή ασθενών σε τέτοια προγράμματα παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
Το θεσμικό πλαίσιο και οι δυνατότητες
Η πρόταση της Εταιρείας αξιοποιεί το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο για τις Ελάχιστες Μονάδες Ιατρικής Αποκατάστασης (Ε.Μ.Ι.Α.), όπως αυτό προβλέπεται από το Προεδρικό Διάταγμα 395/1993. Σήμερα, οι μονάδες αυτές καλύπτουν κυρίως παθήσεις του κινητικού συστήματος, με συγκεκριμένες προδιαγραφές ως προς τους χώρους, τον εξοπλισμό και τη στελέχωση.
Η καινοτομία της πρότασης έγκειται στην ένταξη των Κέντρων Καρδιακής Αποκατάστασης σε αυτό το πλαίσιο, με επιστημονικό υπεύθυνο καρδιολόγο, ώστε να καλυφθεί θεσμικά ένα κρίσιμο κενό.
Πώς θα λειτουργούν τα Κέντρα
Η πρόταση περιγράφει με σαφήνεια τη δομή και τη λειτουργία των Κέντρων:
Διεπιστημονική ομάδα
Κάθε μονάδα θα στελεχώνεται από καρδιολόγο (επιστημονικό διευθυντή), φυσιοθεραπευτή ή εργοφυσιολόγο, νοσηλευτή και διαιτολόγο, ενώ η παρουσία ψυχολόγου θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική. Ανάλογα με τις ανάγκες, θα υπάρχει συνεργασία και με άλλες ειδικότητες.
Εξειδικευμένος εξοπλισμός
Τα κέντρα θα διαθέτουν χώρους άσκησης, εξοπλισμό καρδιοαναπνευστικής δοκιμασίας κόπωσης, συστήματα παρακολούθησης (monitoring), απινιδωτές και πλήρη υποδομή για την ασφαλή υποστήριξη των ασθενών.
Οργανωμένη λειτουργία
Προβλέπεται εβδομαδιαία αξιολόγηση περιστατικών, τήρηση βάσεων δεδομένων, πρωτόκολλα ασφάλειας και ετήσια αξιολόγηση αποτελεσμάτων, με στρατηγικό σχεδιασμό σε βάθος πενταετίας.
- Οι υπηρεσίες προς τον ασθενή
- Τα προγράμματα καρδιακής αποκατάστασης θα έχουν διάρκεια τουλάχιστον έξι μηνών και θα περιλαμβάνουν:
εξατομικευμένη συνταγογράφηση άσκησης, διατροφική καθοδήγηση, - διαχείριση παραγόντων κινδύνου (υπέρταση, διαβήτης, υπερλιπιδαιμία),
- υποστήριξη για διακοπή καπνίσματος,
- ψυχολογική ενδυνάμωση,
- συμβουλευτική για επιστροφή στην εργασία και την καθημερινότητα.
- Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην αξιοποίηση της τηλεϊατρικής, με προγράμματα εξ αποστάσεως αποκατάστασης και παρακολούθησης.



