Η ιστορία της Δημοκρατίας διδάσκει πως οι σιωπές είναι συχνά πιο ηχηρές από τις ομολογίες. Στην υπόθεση των υποκλοπών, η ρητορική περί «εγκληματικής συνωμοσίας» και οι ευθείες βολές κατά της Δικαιοσύνης δεν αποτελούν απλώς ένα επεισόδιο σε μια δικαστική διαμάχη, αλλά την αποκρυστάλλωση ενός θεσμικού τραύματος που αρνείται να κλείσει. Όταν η σύγκριση με το Γουότεργκεϊτ του Νίξον δραπετεύει από τη λήθη και ξαναχτυπά με ένταση στην πρώτη γραμμή, η χώρα βρίσκεται ενώπιον ενός καθρέφτη που αντανακλά μια κρίσιμη απορία: αντέχει η έννομη τάξη τη σκιά μιας ανεξέλεγκτης εκτροπής;
Το διακύβευμα υπερβαίνει τις επιμέρους πτυχές και το παρασκήνιο των εμπλεκομένων, καθώς στο βάθος της διαδρομής αυτής δοκιμάζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς. Η αίσθηση ότι υπάρχουν αθέατες πλευρές του κράτους, που δρουν εντός ενός στεγανού δωματίου, απρόσιτου στον έλεγχο και τη λογοδοσία, αποσυνθέτει κάθε έννοια θεσμικού αναχώματος. Αν η αλήθεια πνιγεί μέσα σε δαιδαλώδεις δικογραφίες, νομικίστικα αναχώματα και τείχη που θα υψωθούν, το τραύμα στους θεσμούς θα καταστεί ανεξίτηλο στίγμα, μια διαβρωτική δύναμη που θα ακυρώνει κάθε έννοια δικαιοκρατικής προστασίας.
Ιδιαίτερα δε, όταν στο στόχαστρο βρέθηκαν πρόσωπα που υπηρετούν τον δημόσιο βίο από θέσεις ευθύνης, η σκιά της διάβρωσης αποκτά άλλη βαρύτητα. Όταν οι εκπρόσωποι των θεσμών μετατρέπονται σε «στόχους» δίχως να αποδίδεται η τελική ευθύνη στους πραγματικούς αυτουργούς, η πολιτική λειτουργία διολισθαίνει σε μια επικίνδυνη ζώνη καχυποψίας.
Σήμερα, το γεγονός ότι η υπόθεση των υποκλοπών ανοίγει ξανά και οφείλει αυτή τη φορά να φτάσει μέχρι το τέλος, δίχως εκπτώσεις και αστερίσκους, δεν αποτελεί απλώς ένα αίτημα της συγκυρίας. Όπως καταγράφουν και οι τελευταίες μετρήσεις, η απαίτηση των πολιτών να έρθει η αλήθεια στο φως είναι καθολική και επιτακτική. Είναι η μοναδική οδός για να αποδείξει η Πολιτεία ότι διαθέτει τα αντισώματα να αναμετρηθεί με τις ίδιες της τις σκιές και να ανακτήσει το ηθικό της ανάστημα. Φτάνει, βέβαια, να μην φοβάται κάτι η ίδια.
ΤΟ ΒΗΜΑ






