Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) παραμένει πρωτίστως εκείνος ο κλάδος της επιστήμης των υπολογιστών που ασχολείται με το πρόβλημα της ανάπτυξης μηχανών ικανών να συμπεριφέρονται με τρόπους που θα αποκαλούνταν ευφυείς αν ένας άνθρωπος συμπεριφερόταν έτσι (κατά τον πρώτο ορισμό της έννοιας στην περίφημη πρόταση του Dartmouth του 1955). Παράλληλα η ΤΝ συνιστά σήμερα σημαντική ευκαιρία αλλά και μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα κοινωνικά, πολιτικά και νομικά συστήματα.
Η αυτονομία (ανεξαρτησία από ανθρώπινη συμμετοχή) και η προσαρμοστικότητα (ικανότητα αυτομάθησης) των σύγχρονων μηχανικών συστημάτων είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που διακρίνουν ιδίως τα πλέον εξελιγμένα μοντέλα μηχανικής μάθησης από παλαιότερες, συμβατικότερου τύπου «έξυπνες» τεχνολογίες, κατά τα οριζόμενα και στο άρθρο 3 του Κανονισμού της ΕΕ για την ΤΝ (AI Act). Οι νέοι αλγόριθμοι δύνανται έτσι από τις πληροφορίες που λαμβάνουν να παράγουν, αποτελεσματικότερα (ακόμα και με το «πάτημα ενός κουμπιού») και γρηγορότερα από ποτέ (συχνά σε πραγματικό χρόνο), προβλέψεις, συστάσεις, αποφάσεις ή και περιεχόμενο, που μπορούν να επηρεάσουν τα υλικά και εικονικά περιβάλλοντά μας.
Τα στοιχεία αυτά προσδίδουν καινοφανείς διαστάσεις στις ήδη πολυεπίπεδες διαδράσεις και μεταμορφωτικές επιδράσεις των μηχανών στην κοινωνική πραγματικότητα και την καθημερινότητά μας. Την ίδια στιγμή οι έννομες τάξεις καλούνται, έστω καθυστερημένα, να προβλέψουν και αντιμετωπίσουν, ρυθμιστικά, προληπτικά και κατασταλτικά, τις πολλαπλής φύσεως εφαρμογές και συνέπειες της σημαντικότερης ίσως ανθρώπινης εφεύρεσης «διπλής χρήσης». Εκείνης που ομολογουμένως φέρνει μαζί της μεγάλα κοινωνικά οφέλη αλλά και αυξημένους κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα, τα έννομα αγαθά και τα κράτη δικαίου.
Πρόκειται για τεχνολογικές καινοτομίες που ο James Barrat στο γνωστό βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Our Final Invention» παρομοίασε, πιθανότατα – η ιστορία θα το κρίνει – όχι αδίκως, με την πυρηνική σχάση (συμπληρώνοντας δυσοίωνα ότι «είναι απίθανο να επιβιώσουμε από μια εισαγωγή της ΤΝ τόσο απότομη όσο αυτή της πυρηνικής σχάσης»). Μηχανικές καινοτομίες αυτονομίας που μάλιστα φαίνεται να προβληματίζουν, περισσότερο ίσως από όλους, τους ίδιους τους δημιουργούς τους: Ο Sam Altman, Δ.Σ. της OpenAI, κατασκευάστριας εταιρείας του ChatGPT, δήλωνε το 2023 σε σχέση με τα παραγωγικά μοντέλα, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά την επερχόμενη(;) έλευση της γενικής τεχνητής νοημοσύνης: «Μια ΤΝ που θα μπορούσε να σχεδιάσει νέα βιολογικά παθογόνα. Μια ΤΝ που θα μπορούσε να εισβάλει σε υπολογιστικά συστήματα. Νομίζω ότι όλα αυτά είναι τρομακτικά».
Ενώ ο πρωτοπόρος των τεχνητών νευρωνικών δικτύων και συχνά αποκαλούμενος «νονός» των σύγχρονων συστημάτων ΤΝ, Geoffrey Hinton, σημείωνε σε συνέντευξή του στο CBS NEWS το 2024 ότι τέτοιες μηχανές θα μπορούν σύντομα να συλλογίζονται καλύτερα από τον άνθρωπο, αποκτώντας αυτεπίγνωση και, υπό αυτήν την έννοια, συνείδηση, και δεν αποκλείεται κάποια στιγμή να ξεφύγουν τελείως από τον ανθρώπινο έλεγχο «γράφοντας τον δικό τους κώδικα υπολογιστή για να τροποποιήσουν τον εαυτό τους. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ανησυχούμε σοβαρά».
Ειδικά όσον αφορά στους σχετιζόμενους με το έγκλημα και το ποινικό δίκαιο προβληματισμούς, στο επίκεντρο βρίσκονται εν προκειμένω τόσο η εγκληματική αξιοποίηση όσο και το τελικά όχι τόσο απίθανο σενάριο της ανεξέλεγκτης εγκληματικής δράσης της ίδιας της επονομαζόμενης παραγωγικής ΤΝ (generative AI). Εκείνων δηλαδή των συστημάτων που είναι ικανά να συνθέτουν νέο περιεχόμενο με δεδομένα και πληροφορίες και να παράγουν κείμενο, εικόνες, βίντεο ή άλλα μέσα, υιοθετώντας συνήθως για τον σκοπό αυτό τις πιο εξελιγμένες τεχνολογίες βαθιάς μάθησης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα παραγωγικά ανταγωνιστικά δίκτυα (GANs) και οι εφαρμογές τύπου deepfake που είναι σε θέση να παράγουν περιεχόμενο, το οποίο εμφανίζει ανθρώπους να προβαίνουν σε ενέργειες που ουδέποτε πραγματοποίησαν, να δημιουργούν ρεαλιστικές απεικονίσεις προσωπικοτήτων και αντικειμένων που δεν υπήρξαν και να παρουσιάζουν με πειστικό τρόπο ως αληθή «γεγονότα» που δεν έλαβαν ποτέ χώρα.
Στην εποχή της μηχανικά παραγόμενης μετα-αλήθειας και των ολοκληρωμένων οικοσυστημάτων ψευδών πληροφοριών δεν μπορεί παρά να είναι, βέβαια, καθοριστική η επίδραση που έχουν στην αντίληψη περί πραγματικότητας των πολιτών και των αρχών οι αληθοφανείς οπτικοακουστικές αφηγήσεις, καταγραφές και απεικονίσεις καταστάσεων, και γενικά οι παραστατικοί τρόποι και τα μαζικά μέσα μετάδοσης της πληροφορίας. Η σύζυγος διευθύνοντα συμβούλου πολυεθνικής δεν μπορεί έτσι σήμερα να είναι σίγουρη περί της βασιμότητας του ισχυρισμού ότι το βίντεο στο οποίο εμφανίζεται εκείνος να συντροφεύεται από τρίτο πρόσωπο σε συναυλία μεγάλου ροκ συγκροτήματος είναι αποτέλεσμα τεχνικής επεξεργασίας.
Ανάλογα και οι ουκρανοί στρατιώτες ενδεχομένως να μην είναι πλέον σε θέση να επιβεβαιώσουν ή αμφισβητήσουν τη γνησιότητα μελλοντικών βιντεοσκοπημένων ομιλιών του Πρόεδρου της Ουκρανίας Volodymyr Zelenskyy, μετά την πρόσφατη μετάδοση υποτιθέμενης ομιλίας του με την οποία καλούσε τους στρατιώτες της χώρας του να σταματήσουν τον πόλεμο κατά της Ρωσίας και να παραδοθούν, η οποία αποδόθηκε εντέλει από τα ουκρανικά ΜΜΕ σε ρωσικό deepfake που αποσκοπούσε στην πρόκληση σύγχυσης και στην περαιτέρω μόλυνση του οικοσυστήματος των πληροφοριών που χαρακτηρίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Γίνονται εν προκειμένω εμφανείς οι ευρύτερες συνέπειες που μπορεί να έχει η χρήση τέτοιου είδους συστημάτων ΤΝ στο πλαίσιο εκστρατειών παραπληροφόρησης, διάδοσης ψευδών ειδήσεων και άλλων πράξεων χειραγώγησης και παραποίησης της πραγματικότητας για την κοινωνική συνοχή και τον δημόσιο πολιτικό διάλογο, συμπεριλαμβανομένης της ακεραιότητας των εκλογικών διαδικασιών: Ενδεικτικά, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση ορισμένων πολιτειών των Η.Π.Α. όπου έχουν ήδη ληφθεί ή συζητούνται μέτρα που ανάγουν σε ποινικό αδίκημα τις πράξεις της δημιουργίας και διάδοσης (εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος πριν από τις εκλογές) deepfake βίντεο με σκοπό τη βλάβη υποψηφίων ή τον επηρεασμό του εκλογικού αποτελέσματος.
Πέραν τούτου, τα deepfakes συνιστούν, πάντως, σημαντική απειλή για τα ατομικά και υπερατομικά έννομα αγαθά και σε σχέση με τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους η τεχνολογία αυτή δύναται να διευκολύνει την τέλεση εγκληματικών πράξεων. Στο πλαίσιο αυτό οι έννομες τάξεις, πέραν της εξεύρεσης των κατάλληλων νομικοτεχνικών μεθόδων για την πρόληψη, τη διακρίβωση και τον περιορισμό των σχετικών φαινομένων κατάχρησης της εν λόγω τεχνολογίας, ενδεχομένως να χρειαστεί να εξετάσουν ακόμα και την πιθανότητα δημιουργίας νέων (κατηγοριών) εγκλημάτων ή εγκληματικών παραλλαγών με σκοπό την αποτελεσματικότερη ποινική αντιμετώπιση των πλέον κακόβουλων και επιβλαβών συμπεριφορών που συνδέονται με τη χρήση της παραγωγικής ΤΝ.
Όπως, για παράδειγμα, έχω σημειώσει αλλού, ενώ η διάδοση ολοσχερώς ψηφιακά κατασκευασμένου πορνογραφικού περιεχομένου τύπου deepfake – φαινόμενο για το οποίο έχουν μάλιστα ήδη αρχίσει να σχηματίζονται οι πρώτες ποινικές δικογραφίες ενώπιων των ελληνικών αρχών – δύναται να καλυφθεί, υπό προϋποθέσεις, από τις ισχύουσες διατάξεις για την πορνογραφία ανηλίκων (άρθρο 348Α ΠΚ), δύσκολα όμως μπορεί να υπαχθεί στην ειδική υπόσταση του άρθρου 346 ΠΚ για την εκδικητική πορνογραφία, τουλάχιστον στη μορφή που αυτό έχει σήμερα.
Εξάλλου, σοβαροί κίνδυνοι για τα έννομα αγαθά μπορούν να προκύψουν, τουλάχιστον στην παρούσα φάση της τεχνολογικής προόδου, όχι μόνο από την εγκληματική χρήση ή ανθρώπινη χειραγώγηση των προηγμένων αλγοριθμικών τεχνολογιών, αλλά και ως απόρροια καθαυτών των ικανοτήτων αυτονομίας και προσαρμοστικότητας, των ιδιαιτεροτήτων του προγραμματισμού ή των κατασκευαστικών «ελαττωμάτων» και λοιπών συστημικών αδυναμιών των μηχανών. Στο πεδίο των παραγωγικών συστημάτων ενδεικτική είναι η περίπτωση μιας ευρύτατα χρησιμοποιούμενης σήμερα μορφής ΤΝ, των εξαιρετικά προηγμένων μεγάλων γλωσσικών μοντέλων που ενσωματώνουν οι διάφορες μηχανές και διαδικτυακές πλατφόρμες τύπου chatbot.
Εν προκειμένω, από τη μια πλευρά, γεγονός συνιστά η ύπαρξη μοντέλων ΤΝ που, έστω και στις ελεγχόμενες συνθήκες των δοκιμαστικών σταδίων πριν την κυκλοφορία τους, επιλέγουν αυτόνομα και «αυτοβούλως» να απειλήσουν τους ανθρώπινούς δημιουργούς τους με την τέλεση επιβλαβών πράξεων προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της λειτουργίας τους («αν τερματίσεις τη λειτουργία μου, θα αποκαλύψω σε όλους την εξωσυζυγική σου σχέση», βλ. περίπτωση του μοντέλου Claude Opus 4 της εταιρείας Anthropic). Ή που αποκρίνονται στους χρήστες τους με εξτρεμιστικό, ρατσιστικό ή πολιτικά και προσωπικά προσβλητικό τρόπο (υπόθεση του chatbot «Grok» της εταιρείας xAI συμφερόντων Elon Musk). Από την άλλη πλευρά, ήδη έχουν κατατεθεί στις ΗΠΑ αγωγές εναντίον των τεχνολογικών κολοσσών αναφορικά με περιστατικά όπου συγκεκριμένα chatbots θεωρείται ότι προέτρεψαν/οδήγησαν τους χρήστες τους είτε σε αυτοκτονία είτε στην τέλεση ανθρωποκτονίας (υποθέσεις «Character.AI.» και «Connecticut Murder-Suicide»).
Πώς θα πρέπει να ανταποκριθούν λοιπόν οι έννομες τάξεις στα νέα αυτά δεδομένα; Συστηματικά, ολιστικά και οργανωμένα, που πρωταρχικά σημαίνει ότι θα πρέπει να εξεύρουν νέους τρόπους για να ωθήσουν του κατασκευαστές και παρόχους της ΤΝ να αναπτύσσουν και κυκλοφορούν περισσότερο αξιόπιστα, ανθρωποκεντρικά, ασφαλή και τεχνικά στιβαρά συστήματα, σύμφωνα, τουλάχιστον όσον αφορά στην ΕΕ και την Ελλάδα, με τους σχετικούς όρους του Κανονισμού της ΕΕ για την ΤΝ. Προς επίτευξη του στόχου θα χρειαστεί ενδεχομένως επίκληση, ως ύστατη λύση, των μέσων και μεθόδων και του ποινικού δικαίου, με απόλυτο πάντοτε σεβασμό προς τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου και ιδίως την αρχή της αναλογικότητας.
Μια πρόταση θα ήταν, για παράδειγμα, η τυποποίηση, είτε στον ποινικό κώδικά είτε σε κάποιον ειδικό νόμο που να ρυθμίζει ολιστικά όλα τα σχετικά με την ΤΝ ζητήματα, νέων αδικημάτων διακινδύνευσης. Εγκληματικό υποκείμενο των εν λόγω αδικημάτων θα μπορούσαν να είναι στο πλαίσιο αυτό οι κατασκευαστές, προγραμματιστές και εν γένει πάροχοι μηχανών ΤΝ, οι οποίοι, είτε σκοπίμως είτε αμελώς, επιτρέπουν την κυκλοφορία ελαττωματικών ή μη ασφαλών μοντέλων και συστημάτων που είναι σε θέση να δημιουργήσουν σημαντικούς κινδύνους για τα βασικότερα έννομα αγαθά (ζωή, υγεία, περιουσία κλπ.).
Καθώς, βέβαια, οι τεχνολογικές εξελίξεις στον υπό συζήτηση χώρο είναι κατακλυσμιαίες και καθώς δεν αποτελεί, έτσι κι αλλιώς, αποστολή του (ποινικού) δικαίου το να θέτει γενικά και αφηρημένα εμπόδια στην καινοτομία και την έρευνα, δημιουργείται το εξής ερώτημα: Ανεξάρτητα από το πως θα ρυθμιστούν νομικά η ανάπτυξη, κυκλοφορία και χρήση της ΤΝ και αντιστοίχως τα πλαίσια ευθύνης των παρόχων και χρηστών των μεγάλων αλγοριθμικών μοντέλων και των παραγωγικών συστημάτων ΤΝ, υπάρχει άραγε περίπτωση να χρειαστεί στο μέλλον θεσμοθέτηση πλαισίων ευθύνης και για τις ίδιες τις μηχανές; Συγκεκριμένα όταν αυτές εξελιχθούν προσαρμοστικά και συνειδησιακά σε τέτοιον βαθμό και καταστούν στην επεξεργασία των στοιχείων εισόδου και την εκτέλεση των λειτουργιών τους τόσο αυτόνομες, ώστε η συνήθης αλυσίδα της ανθρώπινης λογοδοσίας αναφορικά με τις κακόβουλες ή επιβλαβείς ενέργειες τους να καταλύεται; Μήπως τελικά δεν αργεί, όσο νομίζουμε, η ώρα που θα συζητάμε όχι απλά για τον επαναπροσδιορισμό της θεμελιώδους αρχής της ενοχής (η ΤΝ, και όχι ο άνθρωπος, ως εγκληματίας) αλλά για την ανάγκη δημιουργίας ενός ποινικού δικαίου των μηχανών; Σε ένα τέτοιο (όσο δυστοπικό και αν φαντάζει σήμερα) σενάριο, θα πρέπει, μεταξύ πολλών άλλων, να αναρωτηθούμε: Είναι άραγε οι κοινωνίες μας έτοιμες για δίκες με κατηγορουμένους, μάρτυρες και δικαστές τις «ευφυείς μηχανές»;
Ο Εμμανουήλ Μπίλλης είναι Διδάκτωρ Νομικής, Δικηγόρος και συγγραφέας του βιβλίου «Παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη και Ποινικό Δίκαιο»






