Αντίστροφη μέτρηση για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού για το 2026, ο οποίος θα αρχίσει από την 1η Απριλίου του 2026.
Οι κοινωνικοί φορείς και τα επιστημονικά ινστιτούτα έχουν κάνει ήδη τις προτάσεις τους. Ως διαδικασία από μέρα σε μέρα ,αναμένεται οι προτάσεις αυτές να κατατεθούν και στου υπουργείο Εργασίας, ώστε στη συνέχεια η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως να κάνει την εισήγηση της στο τέλος του Μαρτίου στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο ο κατώτατος μισθός το 2027 να φθάσει τα 950€
Με κοινή αφετηρία ότι η ελληνική οικονομία αντέχει μια νέα αύξηση του κατώτατου μισθού το 2026, οι κοινωνικοί εταίροι και τα επιστημονικά ινστιτούτα συγκλίνουν σε μια αναπροσαρμογή πέριξ του 4%, που μεταφράζεται σε περίπου 35 ευρώ επιπλέον τον μήνα. Αυτό σημαίνει πως ο κατώτατος μισθός μικτά μπορεί να κυμανθεί κοντά στα 915€.
Υπενθυμίζεται πως η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο ο κατώτατος μισθός το 2027 να φθάσει τα 950€, με πολλά βέβαια κυβερνητικά στελέχη το τελευταίο διάστημα να λένε πως μπορεί να φθάσει ακόμη και τα 1.000 € το 2027.
Το 2027 θα είναι ο τελευταίος χρόνος κατά τον οποίο η αύξηση του κατώτατου μισθού θα γίνει με τη γνωστή διαδικασία καθώς από το 2028,η αναπροσαρμογή του θα γίνεται βάσει μαθηματικού τύπου που θα λαμβάνει υπόψη τόσο την πορεία της οικονομίας όσο και τα επίπεδα του πληθωρισμού.
Οι προτάσεις
Το ΙΟΒΕ εισηγείται μια «συνετή» αύξηση 2,5%-3,5%, με βασικό άξονα τον πληθωρισμό και την αναμενόμενη άνοδο της παραγωγικότητας. Υπογραμμίζει ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να λειτουργεί ως βασικό εργαλείο γενικευμένης αύξησης των αποδοχών, ιδίως σε μια οικονομία που επιδιώκει να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία βλέπει περιθώριο αύξησης έως 4% από 1ης Απριλίου 2026, υπό την προϋπόθεση ότι ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται. Η ΤτΕ επισημαίνει τη σημαντική διάχυση του κατώτατου προς τον μέσο μισθό: κάθε 1 ποσοστιαία μονάδα αύξησης στον κατώτατο οδηγεί σε 0,55 της μονάδας αύξηση στον μέσο μισθό. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι υπερβολικές αυξήσεις ενδέχεται να τροφοδοτήσουν πληθωριστικές πιέσεις ή και φαινόμενα αδήλωτης εργασίας.
Λίγο υψηλότερα τοποθετεί τον πήχη το ΚΕΠΕ, προτείνοντας αύξηση 3,5%-5%, με την επισήμανση ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε σχετικά υψηλό επίπεδο σε σχέση με τον διάμεσο. Αυξήσεις άνω του 4%, σύμφωνα με την ανάλυσή του, ενδέχεται να επιβαρύνουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας, ιδίως για τις μικρές επιχειρήσεις.
Από την πλευρά του τουρισμού, το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει αύξηση 4%, που θα οδηγούσε τον κατώτατο κοντά στα 915 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τις αντοχές της οικονομίας και την ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας σε κλάδους έντασης εργασίας.
Οι εργοδοτικοί φορείς – ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και ΣΒΕ – αποδέχονται κατ’ αρχήν μια αύξηση, θέτοντας όμως ρητές προϋποθέσεις: σύνδεση με παραγωγικότητα και πληθωρισμό, καθώς και αντισταθμιστικά μέτρα.
Η ΓΣΕΒΕΕ ζητεί μείωση του μη μισθολογικού κόστους, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και αποσύνδεση του κατώτατου από την τεκμαρτή φορολόγηση. Η ΕΣΕΕ αποδέχεται αύξηση πέριξ του 4% και επαναφέρει την πρόταση για επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Ο ΣΒΕ ζητεί φοροελαφρύνσεις, μείωση εισφορών και επιδότηση της ενέργειας, ώστε να αποτραπεί επιβάρυνση του κόστους παραγωγής.
Στον αντίποδα, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ ζητά κατώτατο μισθό στα 1052€.
Πηγή: ot.gr






