Η ανατρεπτική είσοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στη δημόσια σφαίρα (τεχνολογική, οικονομική, επιστημονική κ.ά.) έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις και στον χώρο των μέσων ενημέρωσης. Ως κύριες είναι, από τη μία πλευρά, φόβος για την παραγωγή του ρεπορτάζ από τα «ρομπότ» και, από την άλλη, προσδοκία για μια θεμελιώδη ανανέωση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Εξάλλου, η τεχνολογία είναι ουδέτερη. Η χρήση της επιφέρει θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις. Στην πραγματικότητα, η ΤΝ δεν αποτελεί αντίπαλο της δημοσιογραφίας. Εφόσον αξιοποιηθεί ορθά, είναι το ισχυρότερο εργαλείο που έχει αποκτήσει ποτέ ο δημοσιογράφος. Και αυτό ακριβώς δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια «θριαμβευτική επιστροφή» της πραγματικής, πρωτογενούς δημοσιογραφίας: αυτής που βασίζεται στην έρευνα, τις επαφές με πηγές, τη δημιουργία νέας γνώσης.
Τα τελευταία χρόνια, μεγάλο μέρος της δημοσιογραφικής παραγωγής παγκοσμίως έχει εγκλωβιστεί σε πρακτικές ανακύκλωσης περιεχομένου. Σύντομα δελτία, γρήγορες αναδημοσιεύσεις, ροές ενημέρωσης γεμάτες copy-paste και ελάχιστη έρευνα συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου η ταχύτητα υπερισχύει της ποιότητας και της πραγματικής ενημέρωσης. Η ΤΝ όμως, με τις δυνατότητες αυτοματοποίησης και ανάλυσης που παρέχει, επιτρέπει μια επανατοποθέτηση του δημοσιογράφου στο επίκεντρο της δημοσιογραφικής διαδικασίας.
Σήμερα, τα συστήματα ΤΝ μπορούν να αναλάβουν μεγάλο μέρος των υποστηρικτικών, αλλά συχνά χρονοβόρων εργασιών του ρεπόρτερ. (Ενδεικτικά:) Η αυτοματοποιημένη απομαγνητοφώνηση συνεντεύξεων με υψηλή ακρίβεια ελευθερώνει ώρες εργασίας που άλλοτε χάνονταν σε πληκτρολόγηση. Οι τεχνολογίες ανάλυσης μεγάλων δεδομένων επιτρέπουν ταχύτατη πλαισίωση θεμάτων, εντοπισμό συσχετίσεων και αναγνώριση μοτίβων που δύσκολα θα αναδείκνυε ένας δημοσιογράφος μόνος του σε αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, οι εφαρμογές παραγωγής υποστηρικτικού οπτικο-ακουστικού υλικού –όπως φωτογραφιών, γραφημάτων, σχεδίων, μικρών βίντεο– καθιστούν τον δημοσιογράφο σαφώς λιγότερο εγκλωβισμένο σε εργασίες χρονοβόρες, επιτρέποντας μεγαλύτερη ευελιξία στη δημιουργία συνοδευτικού περιεχομένου.
Στον τομέα της τεκμηρίωσης, η ΤΝ προσφέρει επίσης σημαντικές δυνατότητες. Από την αυτόματη σύνοψη μεγάλων εκθέσεων και νομικών εγγράφων έως τον εντοπισμό παραπλανητικών ισχυρισμών σε δημόσιες δηλώσεις, η τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος «βοηθός» που διαχειρίζεται την πληροφοριακή υπερφόρτωση και επιτρέπει στον δημοσιογράφο να επικεντρωθεί στην ουσία: την έρευνα, την επαλήθευση, τον διάλογο με τις πηγές.
Πρόκειται για σύμπραξη ανθρώπου-μηχανής που ενισχύει τη δημιουργικότητα και τη μεθοδολογική πληρότητα της δημοσιογραφικής δουλειάς. Ωστόσο, για να επιτευχθεί η πραγματική αναγέννηση του επαγγέλματος, απαιτούνται δύο κρίσιμες προϋποθέσεις:
Πρώτον, οι διοικήσεις των μέσων ενημέρωσης οφείλουν να αντιληφθούν ότι η ΤΝ δεν αποτελεί μέσο περαιτέρω μείωσης μισθολογικού κόστους και αριθμού εργαζομένων δημοσιογράφων. Ο πειρασμός είναι μεγάλος, καθώς η τεχνολογία μπορεί να παράγει γρήγορα κείμενα. Όμως, αυτά τα κείμενα μοιάζουν ειδησεογραφικά, δεν είναι! Μια τέτοια επιλογή θα οδηγούσε σε περιεχόμενο κενό, χωρίς αυθεντικότητα, χωρίς δημοσιογραφική αξία και χωρίς ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η κριτική σκέψη, η προσωπικότητα και η δημιουργικότητα του ανθρώπου δεν μπορούν, ούτε θα υποκατασταθούν από την ΤΝ τουλάχιστον για το ορατό μέλλον. Άλλωστε, η βιωσιμότητα των Μέσων δεν εξασφαλίζεται με περισσότερες αναδημοσιεύσεις, αλλά με μοναδικό, τεκμηριωμένο περιεχόμενο, προϊόν ανθρώπινης δημοσιογραφικής έρευνας. Αυτό που μόνο ο επαγγελματίας δημοσιογράφος μπορεί να παράγει.
Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τις ίδιες τις πλατφόρμες ΤΝ. Είναι απαραίτητο να θεσπιστούν κανόνες που θα εμποδίζουν τα συστήματα αυτά να αναπαράγουν αυτούσια ή σχεδόν αυτούσια το πρωτογενές περιεχόμενο των δημοσιογράφων. Η ΤΝ έχει τη δυνατότητα να «ρουφά» και να αναδιατυπώνει τα πρωτότυπα ρεπορτάζ. Αλλά τότε αποδυναμώνεται το κίνητρο για παραγωγή νέων ειδήσεων και ενισχύεται ένας κύκλος ατέρμονης ανακύκλωσης, υπάρχει στρέβλωση της ανθρώπινης άμιλλας αλλά και του επιχειρηματικού ανταγωνισμού.
Η προστασία του πνευματικού μόχθου των δημοσιογράφων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιβίωση ενός υγιούς ενημερωτικού οικοσύστηματος που εν τέλει θα προσφέρει ποιοτική γνώση και πληροφόρηση στους πολίτες. Εφόσον οι δύο συνθήκες –υπάρχουν και επιμέρους ζητήματα όπως για τις «μηχανές συνοπτικών απαντήσεων» που αντικαθιστούν τις μηχανές αναζήτησης, τη μη αδειοδοτημένη χρήση του δημοσιογραφικού περιεχομένου για την εκπαίδευση των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) κ.ά.– γίνουν αποδεκτές, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μία νέα άνοιξη στη δημοσιογραφία.
Μια δημοσιογραφία που από την ποσότητα θα επανέλθει στην ουσία: την αναζήτηση, την αποκάλυψη, την κατανόηση της πραγματικότητας. Ο δημοσιογράφος θα έχει πλέον την ευκαιρία να κατευθύνει τις πνευματικές και παραγωγικές του δυνάμεις εκεί όπου κανένα σύστημα δεν μπορεί να τον αντικαταστήσει: στο ανθρώπινο ένστικτο, στην κριτική σκέψη, στη δημοκρατική ευθύνη. Η ΤΝ δεν σηματοδοτεί το τέλος της δημοσιογραφίας. Αντιθέτως, μπορεί να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για την πιο δημιουργική, πιο τεκμηριωμένη και πιο ουσιαστική περίοδό της. Η επιστροφή της πραγματικής δημοσιογραφίας (μπορεί να) είναι αναπόφευκτα θριαμβευτική.
*Ο Δρ. Ανδρέας Μ. Παναγόπουλος είναι δημοσιογράφος, μέλος Ομάδας Εργασίας της Alter Ego Media για την ενσωμάτωση της ΤΝ







