Τα κείμενα που παράγονται από την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) ενσαρκώνουν συχνά έναν αντιήρωα και ξεκινούν πάντοτε από το πρωιμότερο σημείο της χρονολογικής σειράς των γεγονότων που πραγματεύονται, στοιχεία που δεν τους επιτρέπουν να λειτουργούν όπως οι ανθρώπινες ιστορίες. Εδώ ακριβώς εισέρχεται η αφήγηση, της οποίας η ενσωμάτωση στα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Παρακάτω εξετάζουμε πώς αυτά τα δύο χαρακτηριστικά των παραγόμενων κειμένων με την ΤΝ μπορούν να διορθωθούν με τη βοήθεια της αφηγηματικής τέχνης.
Η αρχή in medias res έναντι της αρχής ab ovo
Η τέχνη της αφήγησης μπορεί να αντισταθμίσει τις αδυναμίες της τεχνητής νοημοσύνης προσφέροντας το ξεκίνημα της ιστορίας in medias res κάτι που τα LLMs από τη φύση τους δεν μπορούν να παράγουν. Τα σπουδαία κείμενα είναι σπουδαία επειδή, αντί να αρχίζουν με σκηνικές λεπτομέρειες και εισαγωγικά κομμάτια που παρουσιάζουν τον τόπο, τους ήρωες (αφηγηματικούς χαρακτήρες) και τον χρόνο, ξεκινούν in medias res, μια τεχνική που έχει τις ρίζες της στον Όμηρο. Αντί για μια χρονολογική παράθεση των γεγονότων από την αρχή τους (η έκθεση του προβλήματος), του σημείου που βρισκόμαστε (η μέση της ιστορίας) και των γεγονότων που θα συμβούν (ένα τέλος δοσμένο είτε πλήρως είτε εν μέρει από τον αφηγητή και ολοκληρωμένο από το κοινό με συνέπειες στη συναισθηματική πρόσληψή του), τα σπουδαία αφηγηματικά κείμενα επιλέγουν να ανατρέψουν τη χρονολογική σειρά ξεκινώντας από τη μέση. Με άλλα λόγια, η αρχή της ιστορίας δεν συμπίπτει ποτέ με το πρωιμότερο χρονολογικό σημείο των γεγονότων, αλλά με τη στιγμή της κρίσης και της κορύφωσης. Στην αφηγηματολογία γίνεται μία διάκριση μεταξύ fabula (η χρονολογική αποτύπωση των γεγονότων όπως συνέβησαν στον φυσικό χρόνο, μια αντικειμενική, άψυχη και ακατέργαστη αναπαράσταση του τι συνέβη σε ποιον και τα απλά δομικά στοιχεία της ιστορίας – δηλαδή, το περιεχόμενο της ιστορίας που περιλαμβάνει γεγονότα, χαρακτήρες, χρόνο και χώρο) και sjuzet (το sjuzet παρουσιάζει τα ίδια δεδομένα και υλικό μετατρέποντάς τα σε μια ελκυστική λογική ή χρονολογική ακολουθία. Αυτή η αφήγηση περιλαμβάνει αιτιακές σχέσεις, διαφορετικά σημεία εστίασης (points of view), καθώς και την απόδοση μοναδικών χαρακτηριστικών στους δρώντες της ιστορίας που τους μετατρέπουν σε αξέχαστους χαρακτήρες).
Οι καλές ιστορίες είναι παράωρες, είναι άκαιρες χωρίς χρόνο που να ακολουθείται πιστά και αυτό τις κάνει τόσο διαχρονικά επίκαιρες όσο και θελκτικές για εμάς τους ανθρώπους
Σκεφτείτε την Οδύσσεια, που ξεκινά με τον Οδυσσέα απομονωμένο στο νησί της Καλυψούς, αντί για την επιστροφή του Οδυσσέα αμέσως μετά το τέλος του Τρωικού Πολέμου. Εκεί, στο επίκεντρο της δράσης, η τεχνική αυτών των ανακατασκευασμένων αρχών είναι κρίσιμη, καθώς δημιουργεί μια ισχυρή νοητική εικόνα στο μυαλό του αφηγηματικού δέκτη –του κοινού– η οποία θα τον συνοδεύσει σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Σημαντικό εδώ είναι ότι η αρχή κάθε κειμένου είναι το στάδιο όπου το κοινό είναι πιο επιδεκτικό και ευεπηρέαστο. Η αρχή στην αφήγηση μπορεί να παραλληλιστεί με το prompt engineering που χρησιμοποιούν τα LLMs. Στην τεχνητή νοημοσύνη, τα prompts αντιπροσωπεύουν «την παραίνεσή σας στο σύστημα AI για να λάβετε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, τα prompts είναι εκκινητές συζήτησης: το τι και το πώς λέτε κάτι στην AI ώστε να απαντήσει με έναν τρόπο που να παράγει χρήσιμες απαντήσεις για εσάς». Οταν ο χρήστης γράφει ένα prompt, το LLM δίνει μια απάντηση ξεκινώντας από αυτό, μια διαδικασία που ονομάζεται prompt engineering. Αυτό σημαίνει ότι το LLM δεν τοποθετεί το κοινό σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό πλαίσιο, διότι ο χρήστης έχει ήδη καθορίσει αυτό το πλαίσιο και δεν μπορεί ως εκ τούτου να παρακαμφθεί από το LLM. Τα LLMs, όπως το ChatGPT, παίρνουν το prompt του χρήστη και ξεκινούν από εκεί. Αυτό το πλαίσιο, όμως, σπάνια βρίσκεται ακριβώς στο μέσο της ιστορίας —το σημείο που προκαλεί έντονη περιέργεια και ενδιαφέρον— και τα LLMs από μόνα τους δεν μπορούν να κάνουν το απαραίτητο γνωστικό και αφηγηματικό άλμα για να αρχίσουν in medias res.
Χρειαζόμαστε το επίκεντρο της δράσης στην αρχή της ιστορίας: ένα αφηγηματικό άγκιστρο (το λεγόμενο narrative hook), κάποια μυστικοποίηση και έναν κόσμο αναποδογυρισμένο – μια ανατρεπτική κατάσταση που μας βάζει σε μία ενδιαφέρουσα κατάσταση μυαλού. Χρειαζόμαστε την κρίση τη λεγόμενη «έγκυο στιγμή» (the pregnant moment), το γεγονός που πυροδοτεί τη δράση και είναι καταλύτης, την κορύφωση, τη μάχη με το τέρας και τη σκηνή της σύγκρουσης, αλλά τα LLMs παρέχουν μόνο τάξη (γραμμική, χρονολογική διάταξη). Αυτή είναι μία από τις περιπτώσεις όπου η ενσωμάτωση της αφήγησης στη λειτουργία της ΤΝ μπορεί όχι μόνο να την ενισχύσει αλλά και να παράξει νέες ιδιότητες, δυνατότητες και ικανότητες για αυτήν που πηγάζουν απαραίτητα από τη συνεργασία ανθρώπου και ΤΝ και τη δημιουργική μείξη, ένταση και συνύπαρξη τους και τελικά μια οσμωτική αλληλοδιείσδυση και καινοτομία που ξεπερνάει τις μοναδικότητες είτε της ΤΝ είτε του storytelling και τα οδηγεί σε μία άλλη κοινά πλασμένη μοναδικότητα που είναι η ενσυνείδητη διεμπλοκή τους (mindful entanglement όπως το ονομάζω στην έρευνά μου). Οι καλές ιστορίες είναι παράωρες, είναι άκαιρες χωρίς χρόνο που να ακολουθείται πιστά και αυτό τις κάνει τόσο διαχρονικά επίκαιρες όσο και θελκτικές για εμάς τους ανθρώπους: ξεπερνούν τη λειτουργική τους πλοκή και γίνονται αρχιτεκτονική συναισθήματος με το πιο έντονο συναίσθημα στην αρχή του κειμένου.

Τα LLMs σαν αρχιτεκτονική γνώσης που είναι δεν μπορούν παρά να δανειστούν στοιχεία από την αρχιτεκτονική των ιστοριών, να απαγκιστρωθούν από τη χρονολογική σειρά και να γίνουν ένα μέσο ζωντανό ακριβώς όπως οι ιστορίες. Οι medias res αρχές των ιστοριών και η ενσωμάτωσή τους στα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα είναι ουσιαστικά ενσωμάτωση της ανθρώπινης «γλώσσας» στη γλώσσα των μηχανών.
Οι αντι-ήρωες των LLMs
Τα κείμενα των LLMs είναι συνήθως τέλεια υπό την έννοια ότι δεν είναι «καταπονημένα» ούτε σωματικά ούτε ψυχικά. Δεν ταλαιπωρούνται, δεν υφίστανται συγκρούσεις και δύσκολες στιγμές, δεν μοχθούν και μαραζώνουν. Για χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι, καθοδηγούμενοι από την ψυχολογική ανάγκη να γνωρίζουν ότι κάποιος έχει αγωνιστεί πίσω από κάθε ιστορία, διηγούνται τις ίδιες ιστορίες ατόμων που βυθίζονται σε ένα ταραχώδες ταξίδι, παλεύουν, μαθαίνουν, ωριμάζουν συναισθηματικά και γίνονται διαφορετικοί άνθρωποι. Ο Joseph Campbell ονόμασε αυτή την ανθεκτική, παγκόσμια γλώσσα της ανθρωπότητας «μονομύθο», αναφερόμενος στα 17 τυπικά στάδια που διατρέχει η πλοκή κάθε ιστορίας και περιγράφοντας τη βαθιά ανθρώπινη ψυχολογική τάση να χρησιμοποιούμε ξανά και ξανά τα ίδια αφηγηματικά πρότυπα και ιστορίες. Αυτή η δραματική δομή, που εμφανίστηκε στην αυγή της αφήγησης —η οποία συμπίπτει με την αυγή της ανθρωπότητας— πραγματεύεται ένα και μόνο θέμα: τις «μεταπτώσεις των ανθρώπινων προθέσεων», όπως διακήρυξε ο γνωστικός ψυχολόγος Jerome Bruner.
Κάθε ιστορία ασχολείται με μια ανθρώπινη λαχτάρα που εμποδίζεται από εσωτερικές ή εξωτερικές δυνάμεις και, όπως έδειξαν ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βοστόνης, είναι αξιοσημείωτο ότι ακόμη και πολύ μικρά, αεικίνητα παιδιά μένουν καθισμένα για περισσότερο χρόνο για να διαβάσουν ιστορίες για λαβωμένους ήρωες που περνούν από συμπληγάδες, υπερβαίνουν τον εαυτό τους και ωριμάζουν μέσα από εσωτερικές και εξωτερικές θύελλες παρά για πράσινα λιβάδια και ηλιόλουστες μέρες. Αλλά ένα LLM δεν φοβάται, δεν ονειρεύεται, δεν θέλει, δεν αναρωτιέται, δεν νοιάζεται, δεν ελπίζει, δεν ερωτεύεται, δεν έχει φιλοδοξίες και στόχους ούτε έχει ποτέ βουρκωμένα μάτια. Οι ιστορίες φωτίζουν την ανθρώπινη κατάσταση, και αν η ΤΝ αστοχεί στην ενσωμάτωση στοιχείων που θυμίζουν τις δοκιμασίες των ηρώων των ιστοριών, την ψυχολογική σύγκρουση ή καταστάσεις στην πρώτη γραμμή της δράσης γεμάτες ένταση, αποτυγχάνει να αποτελέσει ένα καλό μοντέλο της ανθρώπινης σκέψης συνολικά.
Αν η ΤΝ είναι model thinker, πρέπει να είναι ένα model thinker με τα χαρακτηριστικά που εμείς οι άνθρωποι έχουμε ορίσει για αυτό το thinking. Μία σκέψη πoυ εμπεριέχει τον άνθρωπο και τις ιστορίες με τις οποίες σκέφτεται και κατασκευάζει τον κόσμο γύρω του και μέσα του, παρά μία σκέψη που αποκλείει τον άνθρωπο και τα γνωστικά και συμπεριφορικά μοντέλα και τα πρότυπα κατανόησης της πραγματικότητας μέσα στα οποία δρα, ενεργεί και ζει. Ένα από αυτά τα συμπεριφορικά μοντέλα είναι η συναισθηματοποιηση (emotionalization) της γνώσης, η διηγηματοποίηση (storyfication) και ο εξανθρωπισμός και ανθρωποποίησή (humanization) της. Τελικά, στη ζωή και στις μηχανές, και στα δύο με την ίδια βαρύτητα, αν είσαι στον δρόμο των δακρύων, είσαι στον σωστό δρόμο. Οι ιστορίες με ήρωες που συγκρούονται, δακρύζουν, πληγώνουν και πληγώνονται, συγκλονίζουν και συγκλονίζονται, ερωτεύονται, τρέμουν και λαχταρούν μας πάνε τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα από τη συναισθηματική αδράνεια (emotional inertia) σε μία συναισθηματική πλημμυρίδα (sentimental overwhelmingness), κάνοντας γίγαντες να κλαίνε σαν μικρά παιδιά και μικρά παιδιά να παλεύουν σαν γίγαντες.
Μπορεί να γίνει η ΤΝ μια συναισθηματική εξίσωση, μία τέτοια ιστορία από τη συναισθηματική αδράνεια σε μία συναισθηματική πλημμυρίδα και να κάνει παιδιά πολεμιστές και πολεμιστές παιδιά; Μόνο έτσι η ΤΝ και τα LLMs μπορούν να γίνουν ικανοί προσομοιωτές του ανθρώπινου μυαλού (human brain simulators). Αυτό οδηγεί σε έναν γνωστικό δυναμισμό που παλιά δεν ήταν εφικτός, και τελικά σε μια οντολογικά καινούργια σκέψη που χρησιμοποιεί τη μηχανή για τον συνδυασμό γνωστικών πηγών και τον άνθρωπο και την ιστορία, την ενδόμυχή του γλώσσα, για να μετατρέψει τη γνώση αυτή σε αξιομνημόνευτη, ολοκληρωμένη γνώση, με το ένα να διορθώνει το άλλο εκμεταλλευόμενα και τα δύο τη συνδυασμένη νόησή τους.
Η ένταξη του storytelling ενσωματώνεται στις προσπάθειες φαντασίας για το πώς η ΤΝ πρέπει να είναι μέσα σε έναν ανθρώπινο κόσμο και τη βοηθά να διευρύνει το βλέμμα της για τον εαυτό της, να δει και επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της μέσα στη διάσταση την ανθρώπινη και τη σκέψη την ανθρώπινη, φανερά προσδεδεμένη και βασισμένη στην τέχνη της αφήγησης και των ιστοριών.
*Η Αλεξία Χαρούπα-Σαψή είναι ερευνητικός συνεργάτης στο Εργαστήριο Γραφής, Ρητορικής και Επαγγελματικής Επικοινωνίας στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ)








