Υπό τους όρους που δημιουργεί η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, εντός της οποίας δεν υπάρχουν περιθώρια για επιπλέον εστίες έντασης- και ειδικά στο κομβικό σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου με τη Μέση Ανατολή- Κυριάκος Μητσοτάκης και Ταγίπ Ερντογάν συμφώνησαν ότι ο ελληνοτουρκικός διάλογος πρέπει να συνεχιστεί, αποτυπώνοντας όμως παραλλήλως τις δομικές διαφορές που χωρίζουν τις δύο πλευρές του Αιγαίου, χωρίς μάλιστα να διαφαίνεται το παραμικρό περιθώριο σύγκλισης.

Όπως είχε σημειωθεί επανειλημμένως στο «Βήμα», όλα όσα μεσολάβησαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο και ειδικά η πλήρης επαναφορά της τουρκικής αναθεωρητικής ατζέντας στο προσκήνιο, δεν θα ήταν δυνατόν να παραβλεφθούν και να μην συζητηθούν στη συνάντηση κορυφής των δύο ηγετών. Και τελικά, τα περισσότερα από αυτά καταγράφηκαν και στις δημόσιες δηλώσεις των κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν, με εξαιρετικά προσεκτικό όμως τρόπο, ώστε η αντιπαράθεση των θέσεων να μην οδηγήσει σε εντάσεις.

Διπλωματική ισορροπία πάνω σε «δομικές διαφορές»

Ο Τούρκος πρόεδρος έσπευσε να ξεδιαλύνει το όποιο «μυστήριο» είχε δημιουργηθεί την τελευταία περίοδο στην Ελλάδα ως απότοκο των δηλώσεων Φιντάν περί «προβλήματος στο Αιγαίο που θα μπορούσε να επιλυθεί», αλλά και για μια πιθανή συμφωνία ανάμεσα στα 12 και 6 ναυτικά μίλια των χωρικών υδάτων, χαρακτηρίζοντας κατά την πάγια τουρκική θέση ως «αλληλένδετα» τα ζητήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Με λίγα λόγια, σύμφωνα με την Άγκυρα ενδεχόμενο απομόνωσης της μίας διαφοράς που αναγνωρίζει η Αθήνα, δηλαδή οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας, δεν υπάρχει, γεγονός που καθιστά ατελέσφορη την περαιτέρω διεξαγωγή συζήτησης επί της ουσίας των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

«Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή: ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών -υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας», ήταν η απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, σε μια διαδικασία που σε αρκετά σημεία έμοιαζε με παράλληλους μονόλογους, οι οποίοι όμως είχαν προετοιμαστεί με ιδιαίτερη προσοχή.

Η ρητορική της άρσης των απειλών και το «παράθυρο» του Διεθνούς Δικαίου

Ο Έλληνας πρωθυπουργός τήρησε τη δέσμευσή του και έθεσε, όχι μόνο πίσω από τις κλειστές πόρτες, αλλά και δημοσίως το ζήτημα της άρσης του casus belli, ακολουθώντας όμως μια εξαιρετικά προσεκτική διατύπωση, χωρίς δηλαδή τη χρήση του όρου «πόλεμος». «Εύχομαι ειλικρινά, κ. Πρόεδρε, να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι στο ίδιο πνεύμα με τη θετική εμπειρία η οποία έχει μεσολαβήσει, είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;», ήταν τα λόγια του κ. Μητσοτάκη.

Είχε προηγηθεί, βεβαίως, η έμμεση πλην σαφής αλλά και χαμηλών τόνων αναφορά του Τούρκου προέδρου στην απειλή του ελληνικού βέτο έναντι της συμμετοχής της Άγκυρας στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας. «Ως Τουρκία, πιστεύουμε ότι η συμμετοχή μας στις πρόσφατες αμυντικές πρωτοβουλίες που ξεκίνησαν στην Ευρώπη είναι προς το κοινό μας συμφέρον», ήταν το ακριβές και κατά γενική ομολογία ήπιο μήνυμα του κ. Ερντογάν για ένα θέμα το οποίο απασχόλησε κατά κόρον την τουρκική δημόσια σφαίρα, με κορυφαίους αξιωματούχους να εκφράζουν την οργή τους για τα έμπρακτα εμπόδια που θέτουν τόσο η Αθήνα όσο και η Λευκωσία στη συμπερίληψη της Τουρκίας στον επανασχεδιασμό του ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας.

«Ήταν μονόδρομος για την Ελλάδα, δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί σε κάποιον που στρέφει τα όπλα του εναντίον κράτους- μέλους της Ε.Ε. να συμμετέχει στην κοινή άμυνα πολλώ δε μάλλον να ζητά ευρωπαϊκούς πόρους για τη στρατιωτική βιομηχανία της», λέει στο «Βήμα» έμπειρος διπλωμάτης.

Η Συνθήκη της Λωζάννης και η σιωπή για την Κύπρο

Αξιοσημείωτο, επίσης, το γεγονός ότι ο Ταγίπ Ερντογάν δεν στράφηκε κατά της Ελλάδας για την αναβαθμισμένη, στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, με τον Τούρκο πρόεδρο πάντως να ακούει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη θέσεις πανομοιότυπες με τις δικές του όσον αφορά την επόμενη μέρα στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, αλλά και το ζήτημα των παράνομων εποικισμών. «Να εκφράσω την κατηγορηματική μας αντίθεση σε οποιοδήποτε σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε μία ενδεχόμενη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ. Καταδικαστέα, επίσης, είναι η επέκταση εποικισμών που δημιουργεί ουσιαστικά μια πραγματικότητα στο πεδίο που καθιστά τη δημιουργία του παλαιστινιακού κράτους ακόμα πιο σύνθετη άσκηση», δήλωσε ο πρωθυπουργός, με τα λεγόμενά του να αναπαράγονται κατά κόρον από τα τουρκικά ΜΜΕ.

Ελεγχόμενες, όμως, ήταν και οι διατυπώσεις πέριξ της Θράκης. Ο μεν Ταγίπ Ερντογάν μίλησε για «τουρκική» μειονότητα- κάτι που δεν είχε κάνει από το βήμα του Μεγάρου Μαξίμου στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2023- με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να παραπέμπει στις προβλέψεις της Συνθήκης της Λωζάννης. Εντύπωση προκάλεσε επίσης το γεγονός ότι ο Τούρκος πρόεδρος δεν αναφέρθηκε καθόλου στο Κυπριακό, ενώ ο πρωθυπουργός αφού επεσήμανε ότι το θέμα συζητήθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες, έμεινε στις πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών τις οποίες και χαρακτήρισε «παράθυρο ευκαιρίας» στην κατεύθυνση επανεκκίνησης του διαλόγου από το σημείο που διακόπηκε στο Κραν Μοντανά το 2017.

Μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα και η «παρένθεση» της βαριάς ατζέντας

Αθήνα και Άγκυρα υπεράσπισαν τη Διακήρυξη των Αθηνών- σημεία της οποίας ερμηνεύονται με διαφορετικό τρόπο από τις δύο πρωτεύουσες- με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να μιλά για μια προσπάθεια που έχει αποδώσει «αποτρέποντας εντάσεις που στο παρελθόν δοκίμασαν τις σχέσεις μας». Το τελευταίο, άλλωστε, δηλαδή διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας αποτελεί μέγιστο διακύβευμα για την Αθήνα, ειδικά στην τρέχουσα συγκυρία.

«Η Τουρκία και η Ελλάδα τόνισαν εκ νέου ότι είναι αποφασισμένες να καλλιεργήσουν φιλικές σχέσεις και σχέσεις καλής γειτονίας, αμοιβαίου σεβασμού, ειρηνικής συνύπαρξης και κατανόησης, σύμφωνα με τη «Διακήρυξη των Αθηνών για Φιλικές Σχέσεις και Καλή Γειτονία», καταγράφεται στην Κοινή Δήλωση που υπέγραψαν οι δύο ηγέτες.

Η εικόνα των κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν στο Λευκό Παλάτι, όπως και συνολικά η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, καθώς και οι επτά συμφωνίες που υπογράφθηκαν μεταξύ των υπουργών λειτούργησαν θετικά ως προς τη μετάδοση της εικόνας διεθνώς ότι η Ελλάδα και η Τουρκία θα συνεχίσουν να συνομιλούν παρά τις διαφορές. Πρόκειται για ένα μήνυμα προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και τη συζήτηση περί μιας πιθανής αμερικανικής παρέμβασης στις ελληνοτουρκικές διαφορές, την οποία και αμφότεροι οι ηγέτες απεύχονται.

Αθήνα και Άγκυρα ανοίγουν μια παρένθεση εντός της οποίας τοποθετούν τη βαριά διπλωματική- νομική ατζέντα, προτάσσοντας την ανάγκη να διατηρηθεί η σχετική ηρεμία στο Αιγαίο και την Ανατολικό Μεσόγειο. Άλλωστε κατά γενική ομολογία η όποια δυναμική του πολιτικού διαλόγου είχε εδώ και καιρό απολεσθεί, ενώ είναι φανερό ότι τόσο για τον κ. Μητσοτάκη όσο και για τον ο κ. Ερντογάν δεν έχουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων τους.