Η πρόσφατη σύλληψη του αξιωματικού του στρατού στην Αττική για κατασκοπεία, με όλα τα σπαράγματα πληροφοριών που τη συνοδεύουν, μοιάζει να λειτουργεί ως υπενθύμιση: ότι ο κόσμος του παρασκηνίου, των πολλαπλών ταυτοτήτων και των σκιών δεν έπαψε ποτέ να γυρίζει. Απλώς άλλαξε ρούχα.

Πλέον οι κατάσκοποι δε φορούν καμπαρντίνες σε σκούρες αποχρώσεις, ούτε καμουφλάρονται κάτω από φεντόρες. Έχουν ως εξάρτυση εργασίας τις στρατιωτικές στολές ή ακόμα καλύτερα τα υπεράνω πάσης υποψίας κοστούμια τους. Όμως ο πυρήνας τους δεν αλλάζει. Πρόκειται για ανθρώπους με διπλές ζωές, μάστορες στην αποπλάνηση και τη μίμηση που εμπορεύονται πληροφορίες και συναλλάσσονται με μυστικά.

Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς. Η σημερινή μορφή της κατασκοπείας, όπως τη μαθαίνουμε, τη φανταζόμαστε ή την αποκρυσταλλώνουμε μέσα από τις τηλεοπτικές και κινηματογραφικές αφηγήσεις, δεν έχει τίποτα το γοητευτικό ή πολύ περισσότερο το ποιητικό.

Η γέφυρα στο Πότσδαμ του Βερολίνου όπου γράφτηκε η θρυλική ανταλλαγή πρακτόρων

Πώς μπορεί κανείς να βάλει στο ζύγι τα σύγχρονα USB sticks και τις κάθε λογής κρυπτογραφημένες εφαρμογές με τα ξεπερασμένα αλλά τελικά γοητευτικά μέσα που απεργάζονταν κάποτε οι κατάσκοποι;

Όσο για παράδειγμα κι αν προσπαθήσει να εντοπίσει κάποιος θραύσματα αγωνιώδους κατασκοπικού θρίλερ στην πρόσφατη ιστορία του Έλληνα πράκτορα, δε θα καταφέρει κάτι περισσότερο από το να μείνει με άδεια χέρια.

Αντιθέτως, εάν ανατρέξει στο όχι τόσο μακρινό 1962, θα βρεθεί μπροστά σε μια ιστορία πρακτόρων από εκείνες που δε θα μπορούσαν απλώς να γίνουν, αλλά αποτέλεσαν πρώτη ύλη για την έβδομη τέχνη.

Συμπτωματικά το ημερολόγιο έγραφε 10 Φεβρουαρίου 1962 όταν στη γέφυρα Glienicke του Βερολίνου γράφτηκε μία από τις πλέον θρυλικές ιστορίες σύγχρονης κατασκοπείας, η οποία μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ σε σενάριο αδελφών Κοέν και Ματ Τσάρμαν το 2015.

Η γεωγραφία του τρόμου

Ας προσπαθήσουμε να ανασυστήσουμε νοητά τη στιγμή. Πρωινό Σαββάτου, 08:20 ακριβώς. Το Βερολίνο είναι μια πόλη που προσπαθεί να χωρέσει στα νέα της σύνορα. Αυτά που ορίζει το τείχος που ορθώθηκε το 1961.

Ο ποταμός Χάβελ κυλάει αργά, σχεδόν νωχελικά, κάτω από τη σιδερένια κατασκευή της γέφυρας Glienicke, της μοναδικής στην πόλη που ελέγχουν οι Σοβιετικοί. Η ομίχλη είναι τόσο πυκνή που μοιάζει να έχει βγει από τις σελίδες του μάστορα του είδους και άλλοτε κατασκόπου Τζον Λε Καρέ.

Φωτογραφία από το πρωινό της 10ης Φεβρουαρίου 1962

Δεν μπορεί κανείς να διακρίνει παρά μόνο μερικά βήματα μακρύτερα. Από εκεί και μετά είναι σαν να ξεκινά ένας άγνωστος, αχαρτογράφητος κόσμος. Δε θα μπορούσε να υπάρξει ιδανικότερο σκηνικό από τη γέφυρα Glienicke για μια ανταλλαγή κατασκόπων ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ που θα μείνει στην ιστορία.

Απομονωμένη, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των Βερολινέζων, μοιάζει με ένα από τα ελάχιστα σημεία όπου ο κόσμος Δυτικών και Σοβιετικών μπορεί να εφάπτεται ακόμα.

Στη μέση του οδοστρώματος υπάρχει μια λευκή γραμμή. Από τη μία πλευρά στέκουν παραταγμένοι οι Αμερικανοί πράκτορες. Νευρικοί, καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, κοιτάζοντας κάθε τόσο το καντράν του ρολογιού τους. Από την άλλη, περιμένουν οι Σοβιετικοί. Ακίνητοι, ανέκφραστοι, σαν αγάλματα φτιαγμένα με πρώτη ύλη τον πάγο του ρωσικού χειμώνα.

Το διχοτομημένο Βερολίνο του 1962

Δύο άνδρες ετοιμάζονται να διασχίσουν αυτή τη λευκή γραμμή. Ο ένας είναι ο πιο διάσημος πιλότος του κόσμου. Ο άλλος – μολονότι ακόμα δεν το γνωρίζει- είναι καταδικασμένος να καταγραφεί στα ιστορικά χρονικά ως ο πιο μυστηριώδης ζωγράφος του Μπρούκλιν.

Ο κατάσκοπος που έπεσε από τον ουρανό

Ο Αμερικανός ήταν ο Φράνσις Γκάρι Πάουερς. Ένας επιδέξιος πιλότος, που κατά τραγική ειρωνεία μνημονεύεται έως σήμερα χάρη σε μία πτώση του.

Την Πρωτομαγιά του 1960, το κατασκοπευτικό του αεροπλάνο, το θρυλικό U-2 ή κατά κόσμον Dragon Lady, πετούσε περίπου στα 70.000 πόδια, φωτογραφίζοντας τα μυστικά της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Πάουερς ένιωθε άτρωτος. Μέχρι που ένας πύραυλος SA-2 τον έκανε να καταλάβει στο πετσί του τον μύθο του Ίκαρου.

Ο Φράνσις Γκάρι Πάουερς με τον σχεδιαστή του κατασκοπευτικού αεροσκάφους U-2

Ο Αμερικανός έπεσε από τον ουρανό. Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημά του δεν ήταν ότι καταρρίφθηκε από τον εχθρό. Αλλά ότι επέζησε.

Η CIA τον είχε εφοδιάσει με ένα ασημένιο δολάριο που έκρυβε μέσα του μια καρφίτσα εμποτισμένη με τη θανατηφόρα ουσία σαξιτοξίνη (ισχυρή θανατηφόρα νευροτοξίνη). Η εντολή, αν και άρρητη, ήταν μάλλον αυτονόητη. Σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά, ο θάνατος ήταν προτιμότερος – ναι, επιβεβλημένος- από τη σύλληψη από τους Σοβιετικούς.

Όμως ο Πάουερς επέλεξε τη ζωή. Και η Αμερική δεν του το συγχώρεσε ποτέ. Ή τουλάχιστον δυσκολεύτηκε πολύ να καταπιεί και να χωνέψει την απόφασή του.

Για τους Σοβιετικούς ο Αμερικανός κατάσκοπος ήταν ένα πολύτιμο λάφυρο

Όταν ο Νικήτα Χρουστσόφ τον εμφάνισε στα σοβιετικά δικαστήρια ως άλλο λάφυρο, ταπεινώνοντας τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ που είχε προσπαθήσει να καλύψει το γεγονός λέγοντας ψέματα περί «μετεωρολογικού αεροσκάφους» που είχαν χάσει οι ΗΠΑ, ο Πάουερς έγινε σε μια στιγμή μαύρο πρόβατο και αποδιοπομπαίος τράγος μαζί.

Καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη και πέρασε σχεδόν δύο χρόνια στη φυλακή Βλαντιμίρ 240 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας, ανακρινόμενος και απομονωμένος. Κυρίως ζώντας με την αγωνία ότι η πατρίδα του τον θεωρούσε προδότη, επειδή απλώς είχε επιζήσει.

Ο ζωγράφος με τα χίλια πρόσωπα

Στην άλλη πλευρά της γέφυρας στεκόταν ο Ρούντολφ Άμπελ. Ή, για να είμαστε ακριβείς, ο Βίλιαμ Φίσερ.

Αν ο Πάουερς ήταν ο φιλοπερίεργος και ατρόμητος Αμερικανός που μπλέχτηκε στα γρανάζια της ιστορίας, ο Άμπελ ήταν ο άνθρωπος που φρόντιζε να τα λαδώνει. Ένας συνταγματάρχης της KGB που είχε ζήσει για χρόνια στη Νέα Υόρκη, χωρίς να γίνει αντιληπτός από τις μυστικές υπηρεσίες, παριστάνοντας τον μποέμ καλλιτέχνη.

Ο Ρούντολφ Άμπελ θεωρήθηκε από τους Σοβιετικούς υπόδειγμα κατασκόπου

Ο Άμπελ ήταν η επιτομή του επαγγελματία κατασκόπου. Όταν τον Ιούνιο του 1957 το FBI εισέβαλε στο στούντιό του, βρήκε κούφια κέρματα, μικροφίλμ και κώδικες. Αλλά δεν εντόπισε ούτε ψήγμα φόβου.

Ο Άμπελ δεν μίλησε. Δεν έδωσε ούτε ένα όνομα. Αντιμετώπισε την πιθανότητα της θανατικής ποινής με παροιμιώδη στωικότητα. Ακόμα και όταν ο δικηγόρος του τον ρώτησε εάν ανησυχούσε για τη μεταχείριση που θα είχε, εκείνος απαντούσε με την προφανώς ρητορική ερώτηση: «Θα βοηθούσε σε κάτι;».

Ο Άμπελ δε διέρρευσε ούτε ψήγμα πληροφοριών στους Αμερικανούς

Ναι, για τους Σοβιετικούς, ο Άμπελ ήταν ένας θησαυρός που έπρεπε πάση θυσία να ανακτηθεί. Όχι μόνο για τις πληροφορίες που είχε καταγεγραμμένες στο κεφάλι του ή για την τεχνογνωσία του, αλλά διότι αποτελούσε σύμβολο της χαλύβδινης πίστης και της σιδερένιας αφοσίωσης στο καθεστώς. Ένας άνθρωπος που δεν λύγισε στα χέρια του εχθρού.

Ο αρχιτέκτονας του αδύνατου

Ανάμεσα στον κόσμο του Αμερικανού και του Σοβιετικού αιχμαλώτου υπήρχε ένας τρίτος άνθρωπος, ο οποίος ανέλαβε εκών άκων να θερμάνει κατά τι το ψυχροπολεμικό κλίμα. Ο Τζέιμς Ντόνοβαν.

Επρόκειτο για τον Αμερικανό δικηγόρο που είχε αναλάβει την υπεράσπιση του Άμπελ, όταν κανείς άλλος δεν ήθελε να λερώσει τα χέρια του.

Ο Ντόνοβαν, κάποτε ασφαλιστής, έμελλε να μπει στα παπούτσια του διπλωμάτη. Αφού βεβαίως πρώτα έπεισε την αμερικανική δικαιοσύνη να μην εκτελέσει τον Άμπελ, διαβλέποντας ότι ο Σοβιετικός κατάσκοπος θα μπορούσε κάποτε να χρησιμοποιηθεί ως ανταλλακτική αξία.

Ο Τζέιμς Ντόνοβαν δέχεται τα εύσημα από τον πρόεδρο Κένεντι για το ρόλο του ως μεσολαβητής ανάμεσα στους δύο κόσμους των ΗΠΑ και της τότε ΕΣΣΔ

Στις 10 Φεβρουαρίου του 1962 κάθε λεπτό που περνούσε εκπλήρωνε εκείνη την προφητεία. Ο Ντόνοβαν είχε περάσει εβδομάδες στο Ανατολικό Βερολίνο, διαπραγματευόμενος με Σοβιετικούς και Ανατολικογερμανούς πράκτορες. Ήταν μια παρτίδα πόκερ για γερά νεύρα με επίδικο ανθρώπινες ζωές.

Αποδείχτηκε επιδέξιος παίκτης, εξασφαλίζοντας μια συμφωνία «δύο σε ένα». Οι Αμερικανοί θα παρέδιδαν τον Άμπελ και οι Σοβιετικοί ως αντάλλαγμα θα επέστρεφαν τον Πάουερς αλλά και τον Αμερικανό φοιτητή Φρέντερικ Πράιορ που είχε συλληφθεί από τις μυστικές υπηρεσίες της Ανατολικής Γερμανίας.

Η χορογραφία της σιωπής

Αλλά ας επιστρέψουμε πίσω σε εκείνο το ομιχλώδες πρωινό του Φεβρουαρίου του 1962.

Η ώρα πλησιάζει 08:45, όταν η είδηση που περίμεναν όλοι φτάνει από το Checkpoint Charlie. Ο φοιτητής Πράιορ είχε περάσει στο έδαφος της Δυτικής Γερμανίας. Με το που μεταδίδεται το μήνυμα μέσω του ασυρμάτου, στη γέφυρα η ένταση κορυφώνεται.

Μπορεί να το καταλάβει κανείς όχι από τις κάνες των όπλων που παραμένουν στραμμένες προς το έδαφος εις ένδειξη καλής θέλησης και ψυχραιμίας αλλά από τα σφιγμένα δάχτυλα των στρατιωτών.

Η μορφή του Άμπελ τυπώθηκε τιμής ένεκεν από τους Σοβιετικούς σε γραμματόσημο

Στις 08:52 δίνεται το σήμα. Ο Πάουερς ξεκινά από την ανατολική άκρη της γέφυρας. Ταυτόχρονα ο Άμπελ από τη δυτική. Βηματίζουν αργά ώσπου να συναντηθούν στη λευκή γραμμή που σημειολογικά ορίζει δύο διαφορετικούς κόσμους.

Για μια στιγμή, για ένα σχεδόν ανεπαίσθητο κλάσμα του δευτερολέπτου, πριν καθένας τους πάρει τον δρόμο για την επιστροφή σε έναν κόσμο που μοιάζει πιο άγνωστος και πιο τρομακτικός από εκείνον της αιχμαλωσίας τους, κοιτάζονται στα μάτια.

Κανείς δεν μπορεί να τους καταλάβει καλύτερα απ’ όσο ο ένας τον άλλο. Είναι δύο πιόνια ενός παιχνιδιού που επιστρέφουν καθένα στη δική του αφετηρία.

Ο Άμπελ χάνεται στην ομίχλη της Ανατολής, όπου τον περιμένει η οικογένειά του και η σιωπηλή ευγνωμοσύνη της KGB. Ο Πάουερς περνάει στη Δύση. Εκεί τον υποδέχεται η εξαντλητική ανάκριση της CIA, μα κυρίως η καχυποψία μιας ολόκληρης χώρας.

Το χάσμα που δε γεφυρώθηκε

Η ιστορία δεν τελείωσε με το happy end μιας ταινίας. Η πραγματικότητα υπήρξε πιο σκληρή και παρασάγγας πιο ειρωνική.

Ο Πάουερς στη διάρκεια της μαραθώνιας κατάθεσής του στην αμερικανική Γερουσία

Ο Πάουερς πέρασε μια ζωή προσπαθώντας να αποδείξει ότι δεν πρόδωσε μυστικά στους Σοβιετικούς. Δεν πέταξε ποτέ ξανά για την CIA και κατέληξε να εργάζεται ως πιλότος ελικοπτέρου για έναν τηλεοπτικό σταθμό στο Λος Άντζελες, καλύπτοντας την κίνηση στους αυτοκινητόδρομους.

Το 1977, ο άνθρωπος που επιβίωσε από πυραύλους στα 70.000 πόδια, σκοτώθηκε όταν το ελικόπτερό του έμεινε από καύσιμα και συνετρίβη στην κοιλάδα Σαν Φερνάντο της Καλιφόρνια. Μόλις το 2000 η αμερικανική Πολεμική Αεροπορία του απένειμε μετά θάνατον τα μετάλλια που του άξιζαν και το 2012 η CIA προχώρησε σε επίσημη αναγνώριση της προσφοράς του, κλείνοντας καθυστερημένα έναν κύκλο καχυποψίας δεκαετιών.

Ο Άμπελ έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του στη Μόσχα, μεταλαμπαδεύοντας κατασκοπική σοφία στους νεότερους πράκτορες της KGB. Πέθανε από καρκίνο το 1971. Στον τάφο του, η κόρη του πάλεψε για να αναγραφεί το πραγματικό του όνομα, Βίλιαμ Φίσερ, αποκαθιστώντας έστω και μετά θάνατον την ταυτότητα ενός ανθρώπου που πέρασε τη ζωή του ως κάποιος άλλος.