Δεν νομίζω ότι θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι το πρώτο πράγμα που περνά από το μυαλό σου ακούγοντας τις υποψηφιότητες των 98ων βραβείων Οσκαρ που ανακοινώθηκαν την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου, είναι η …υπερβολή.
Για όνομα του Θεού δηλαδή.
Ακούς δεκάξι (!) βραβεία να διεκδικεί η ταινία «Αμαρτωλοί» (Sinners) και τα χάνεις. Δεκατέσσερις είχε συγκεντρώσει ο «Τιτανικός» που τον ήξεραν και οι πέτρες. Τώρα, με τις 16 των «Αμαρτωλών» χρειάζεται να καταβάλλει κανείς κόπο προκειμένου να θυμήσει την ταινία σε ανθρώπους που τον ρωτούν ποια είναι.
Μου συνέβη πολλάκις χθες.
Οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα. Κάποιοι την είχαν δει αλλά την είχαν ξεχάσει και μετά βίας τη θυμήθηκαν.. Θα μου πείτε στην Ελλάδα ήμαστε. Άλλο Ελληνες θεατές και άλλο μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Εντάξει.
Για να δούμε όμως περί τίνος πρόκειται η ταινία «Αμαρτωλοί».
Από τότε που ο Τζορτζ Ρομέρο ασχολήθηκε για πρώτη φορά με τα ζόμπι στη κλασική ταινία τρόμου «Η νύχτα των ζωντανών νεκρών», πίσω στο μακρινό 1968, οι παραλλαγές του ίδιου μύθου που μέχρι σήμερα έχουν γυριστεί – αρκετές από τον ίδιο τον Ρομέρο – είναι τόσες πολλές που πλέον χάνεις τον μπούσουλα.
Εκεί που νομίζεις ότι το θέμα έχει μάλλον εξαντληθεί (και έχει), το Χόλιγουντ επιμένει να το επαναφέρει στην επικαιρότητα και μάλιστα από σκηνοθέτες που δεν θα περίμενες ότι θα ασχολούνταν με τα ζόμπι, όπως π.χ. ο Τζιμ Τζάρμους στο «Οι νεκροί δεν πεθαίνουν» (2019).
Προφανώς αυτό συμβαίνει επειδή τα ζόμπι έχουν «ψωμί» και τα εισιτήρια το αποδεικνύουν. Δεκτόν. Αλλά όλα αυτά δεν είχαν καμία απολύτως δουλειά με τα …Οσκαρ.
Ετσι λοιπόν η πιο ευφάνταστη απόπειρα «ανανέωσης» των ζόμπι γίνεται στους «Αμαρτωλούς» όπου ο Ράιαν Κούγκλερ, σκηνοθέτης που έγινε μεγάλο όνομα μετά την επιτυχία του «Black Panther», συνδυάζει αυτή τη συγκεκριμένη «κουλτούρα τρόμου» με τη μουσική και δη των νέγρικων μπλουζ του αμερικανικού νότου στις αρχές του περασμένου αιώνα, αλλά και με την Κου Κλουξ Κλαν.
Οπότε βάζεις μπόλικο μεταφυσικό τρόμο, τον ανακατεύεις με τα μπλουζ και τη μουσική, προσθέτεις και λίγη σκόνη πολιτικής και νάτο το κοκτέιλ! Το θαύμα εγένετο και αυτή τη στιγμή, ένα b movie με… ζόμπι έχει συγκεντρώσει τις περισσότερες υποψηφιότητες από κάθε άλλη ταινία στην Ιστορία των Οσκαρ.
Μια θέση κάτω από τους «Αμαρτωλούς», με δεκατρείς υποψηφιότητες, η «Μια μάχη μετά την άλλη» του Πολ Τόμας Άντερσον. Αλαλούμ και εδώ παρότι στην περίπτωσή της διακρίνεις την προσπάθεια των δημιουργών να σχολιάσουν μια χώρα εκτός ελέγχου όπως είναι η Αμερική των «τραμπικών» καιρών μας.
Στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας «Μια μάχη μετά την άλλη», άνθρωποι τρέχουν σαν παλαβοί από δω κι από κει προσπαθώντας να αλληλοσκοτωθούν. Θα βρούμε οργανώσεις εξτρεμιστών, σαλεμένους στρατιωτικούς, βιασμούς, σύγχυση. Πάρα πολλή παράνοια σε μια χώρα – πινακοθήκη ανθρωπόμορφων τεράτων, μια χώρα για τα μπάζα.
Με την εξαίρεση της ταινίας «Ιστορίες καλοσύνης», όπως πάντα έτσι και φέτος, ο Γιώργος Λάνθιμος τα πήγε υπέροχα στα Οσκαρ. Τέσσερις υποψηφιότητες για την «Βουγονία» (Bugonia), ανάμεσα στις οποίες δυο (!) για την Εμα Στόουν – πρώτος γυναικείος ρόλος και καλύτερης ταινίας, αφού είναι και συμπαραγωγός.
Ο ίδιος ο Λάνθιμος διεκδικεί για έκτη φορά στην καριέρα του Οσκαρ καθότι και παραγωγός της «Βουγονίας». Καθόλου άσχημα.
Εδώ έχουμε εξωγήινους. Η Εμα Στόουν είναι μια εξωγήινη σταλμένη από τον πλανήτη της προκειμένου να συνδράμει στην καταστροφή της γης. Η’ κάτι τέτοιο τέλος πάντων γιατί το να μπορέσεις με ακρίβεια να πεις τι συμβαίνει σε ταινία του Λάνθιμου, δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο.
Και εδώ πάντως, ο κόσμος ολόκληρος όχι μόνο η Αμερική βρίσκεται μια ανάσα πριν την ολοκληρωτική καταστροφή.
Οσο για τα τέρατα των φετινών Οσκαρ, δεν τελείωσαν γιατί έχουμε και έναν ακόμη «Frankenstein», αυτόν τον ανανεωμένο του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο που συγκέντρωσε εννιά υποψηφιότητες. Καλά αυτός δεν χρειάζεται συστάσεις.
Και λες για βάστα ρε φίλε, δεν υπάρχουν πουθενά φέτος στα Οσκαρ κανονικοί άνθρωποι, σε κανονικές ζωές που να τρώνε, να τσακώνονται, να φιλιούνται, να πηγαίνουν στην τουαλέτα, να κάνουν σεξ;
Ευτυχώς υπάρχουν. Κάπου υπάρχουν – βλέπε «Αμνετ», «Marty Supreme» και «Συναισθηματική αξία».
Ουφ!






