Πρώτα τα δεδομένα.
Βάσει του εκλογικού νόμου, το μπόνους των 50 εδρών κατανέμεται στο πρώτο κόμμα «κλιμακωτά». Αν λάβει ποσοστό κάτω του 25%, δεν λαμβάνει καμία έδρα. Αν λάβει 25%, κερδίζει αυτόματα 20 από τις 50 έδρες. Για για κάθε επιπλέον μισή μονάδα που αυξάνει το ποσοστό λαμβάνει και 1 επιπλέον έδρα έως του συμπληρώσει τις 50. Άρα για να λάβει το σύνολο του μπόνους, απαιτείται εκλογικό ποσοστό τουλάχιστον 40%. Περίπου δηλαδή όσο έλαβε η ΝΔ το 2023. Μόνο έτσι επιτυγχάνεται μια «ασφαλής» αυτοδυναμία.
Ωστόσο για την επίτευξη μιας οριακής μόνο πλειοψηφίας των 151 βουλευτών δεν απαιτείται 40%. Αρκεί και χαμηλότερο ποσοστό. Το ύψος του εξαρτάται από το άθροισμα των κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής. Όσο μεγαλύτερο είναι, τόσο χαμηλώνει ο πήχης για την αυτοδυναμία. Αν π.χ. τα κόμματα εκτός Κοινοβουλίου αθροίζουν 12%, το πρώτο κόμμα φθάνει τις 151 έδρες ακόμα και με 36,8%. Καμιά κυβέρνηση όμως δεν προκόβει στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης με οριακή πλειοψηφία. Ούτε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης τα κατάφερε (1990-93) ούτε ο Καραμανλής (2007-09). Άρα η ασφαλής αυτοδυναμία παραμένει ζητούμενο.
Σήμερα, περίπου 1,5 χρόνο πριν τις κάλπες του 2027, η ΝΔ βρίσκεται στο 29,2% στην εκτίμηση ψήφου, ενώ το άθροισμα των κομμάτων εκτός Βουλής στο 11% (ΜRB Τάσεις Δεκεμβρίου). Άρα θεωρητικά θα κέρδιζε 28 από τις 50 έδρες του μπόνους και συνολικά περίπου 110 βουλευτές. Στο αντίστοιχο διάστημα πριν τις εκλογές του 2023, η ΝΔ ήταν μεσοσταθμικά στο 38,2%, ενώ τα κόμματα εκτός Βουλής υπολογίζονταν περίπου στο 9% (MRB Tάσεις Δεκεμβρίου 2021). Άρα θεωρητικά θα κέρδιζε 46 από τις 50 έδρες και συνολικά περίπου 150 βουλευτές. Συνεπώς η (ασφαλής) αυτοδυναμία τώρα απέχει πολύ περισσότερο από τότε.
Απομένει όμως πολύς χρόνος ως τις κάλπες και στην τελική έκβαση θα παίξουν ρόλο οι πολιτικές συνθήκες, τα πολιτικά γεγονότα και η πολιτική δυναμική.
Από τη μία πλευρά, δεν υπάρχει προηγούμενο στη Μεταπολίτευση πρωθυπουργού που να προηγείται με διαφορά στα γκάλοπ λίγο πριν διεκδικήσει μια τρίτη θητεία.
Από την άλλη όμως δεν υπάρχει και προηγούμενο πρωθυπουργού που να κέρδισε τρίτη συνεχή θητεία. Το κατάφερε βεβαίως το ΠαΣοΚ την περίοδο 1993-2004 αλλά με δύο διαφορετικούς πρωθυπουργούς: πρώτα με τον Ανδρέα (1993-1996) και μετά με το Σημίτη (1996-2004). Συνεπώς ο Μητσοτάκης κυνηγά ένα ρεκόρ.
Το ΠαΣοΚ επανεξελέγη το 2000 για τρίτη συνεχή φορά, σε συνθήκες ισχυρού δικομματισμού, αντιδεξιάς συσπείρωσης και με τον Σημίτη να υπερέχει τότε του Καραμανλή στην «καταλληλότητα» για την πρωθυπουργία. Σήμερα, αν και ο Μητσοτάκης υπερέχει των ανταγωνιστών του, η ΝΔ παίζει χωρίς αντίπαλο, δικομματισμός δεν υπάρχει, ο ΣΥΡΙΖΑ εξαερώνεται και η αντι-ΣΥΡΙΖΑ συσπείρωση δεν υφίσταται. Επίσης ουδείς στην αντιπολίτευση έχει αναπληρώσει το κενό που άνοιξε το 2023. Το ΠαΣοΚ μοιάζει περισσότερο με «κόμμα μνήμης» που λαμβάνει στήριξη με όρους παρελθόντος, παρά με «κόμμα προσδοκίας» που διεκδικεί στήριξη με το βλέμμα στο μέλλον. Εξ ου και η ακίνητη βελόνα. Ο Κασσελάκης που διαδέχθηκε τον Τσίπρα απέτυχε. Η Πλεύση Ελευθερίας που εκτοξεύτηκε πέρυσι τέτοιες μέρες με αφορμή τις διαδηλώσεις για τα Τέμπη, δεν είχε ανάλογη συνέχεια. Η επάνοδος του Τσίπρα δεν φαίνεται να συγκινεί, ενώ η εκκίνηση του εγχειρήματος Καρυστιανού σημαδεύεται ήδη από αντιφάσεις και αντιπαραθέσεις.
Έτσι η κυβέρνηση στερείται «εχθρού» που θα διευκόλυνε τη συσπείρωσή της. Πολύ περισσότερο δε όταν η ενότητα της έχει διαρραγεί καθώς ο Σαμαράς είναι εκτός και ο Καραμανλής απέναντι. Παράλληλα ο πληθωρισμός πιέζει αφού η διαχείρισή του δεν αποδίδει, τα γεγονότα του Μακμίλαν είναι εξ ορισμού απρόβλεπτα, ενώ ο χρόνος της διακυβέρνησης διαρκώς βαραίνει.
Ωστόσο ο Πρωθυπουργός διατηρεί ακόμα τρία βασικά πλεονεκτήματα.
Πρώτον, παραμένει αξιόπιστος στα μάτια του μεγαλύτερου μέρους του ακροατηρίου του. Μητσοτάκης και ΝΔ κινούνται σταθερά κοντά στο 30%, σε πρωθυπουργική καταλληλότητα κι εκτίμηση ψήφου αντίστοιχα.
Δεύτερον, η απουσία πειστικής εναλλακτικής ενισχύει τον φόβο της «ακυβερνησίας». Ειδικά από τη στιγμή που δεν υπάρχει γενικώς διάθεση από κανέναν για κυβέρνηση συνεργασίας. Κάτι που επιτρέπει στον Πρωθυπουργό να κτίσει ένα σαφές δίλημμα εξουσίας με άξονα τη σταθερότητα. Άλλωστε το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται αυτό φαίνεται να επιζητά. Ακροατήριο βεβαίως που δεν είναι πλειοψηφικό αλλά παραμένει ισχυρό. Ενδεικτικά, το 39% της κοινής γνώμης εκτιμά ότι η διακυβέρνηση της χώρας χρειάζεται περισσότερο «πολιτική σταθερότητα» παρά «πολιτική αλλαγή» (Metron (11/2025).
Τρίτον, η κυβέρνηση έχει ακόμα χρόνο να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το αγκάθι του πληθωρισμού με έμφαση στα τρόφιμα και τα ενοίκια.
Συμπερασματικά, από δημοσκοπική σκοπιά η (ασφαλής) αυτοδυναμία είναι για την ώρα μακριά. Από πολιτική σκοπιά, ωστόσο, η απόσταση δεν είναι ακόμα ανέφικτο να καλυφθεί.
Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο ΕΑΠ.



