Ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός με τη μακρά θεατρική πορεία, ξεκίνησε απ’ την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, όπου αργότερα έγινε και καλλιτεχνικός του διευθυντής. Σήμερα,΄όπως σημειώνει ο ίδιος στο ΒΗΜΑ Talks, δεν μπορεί να μην αισθάνεται μια ιδιαίτερη ικανοποίηση. Όχι μόνο γιατί είναι ο πρώτος Ακαδημαϊκός στη νεοσυσταθείσα έδρα της Θεατρικής Τέχνης, αλλά γιατί η Ακαδημία αγκάλιασε τις πρωτοβουλίες του: Ομόφωνα ψηφίστηκε απ’ την Ολομέλεια η ίδρυση Θεατρικού Κέντρου Έρευνας, ενώ έγινε δεκτή και η ενεργοποίηση των θεατρικών υποτροφιών.
Φέτος ανεβάζει το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, σε διασκευή Στρατή Πασχάλη (Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν-Φρυνίχου), επαναλαμβάνει το «Ημερολόγιο ενός Τρελού» του Γκόγκολ (Οδού Κυκλάδων) ενώ ετοιμάζεται για μια ακόμα πρεμιέρα με το «Ντάμα-Πίκα» του Πούσκιν (Οδού Κεφαλληνίας).
Είστε ο πρώτος Ακαδημαϊκός της νέας έδρας «Θεατρική Τέχνη». Τι σημαίνει για σας;
Φαντάζομαι ότι όσο καινούργια είναι για μένα η Ακαδημία, άλλο τόσο καινούργιο είναι και για την Ακαδημία ένας άνθρωπος που ανήκει στην πρακτική του θεάτρου -το διαπιστώνω κάθε φορά που πηγαίνω. Βέβαια αυτό τυχαίνει να ’ρχεται σε μια καλή στιγμή που η Ακαδημία θα γιορτάσει τα 100 της χρόνια -ιδρύθηκε το 1926. Αλλά δεν έχω ακόμα συμφιλιωθεί μ’ αυτή την καινούργια πλευρά της ζωής μου. Βλέπω όλους αυτούς τους «συναδέλφους», αν μπορούν να λογιστούν συνάδελφοί μου άνθρωποι που διαπρέπουν στη μικροχειρουργική, την πυρηνική φυσική, τα μαθηματικά, και νιώθω κάπως περίεργα.
Μια απ’ τις πολλές εκπλήξεις πάντως είναι ότι όλοι κάνουν το παν για να νιώσω οικεία. Απ’ τον Δημήτρη Νανόπουλο, τον Μιχάλη Σταθόπουλο, τον Μανόλη Κορρέ ως τον Μιχάλη Τιβέριο και τον Νικηφόρο Διαμαντούρο. Αν τους γνώριζα έξω θα ’λεγα ότι «σήμερα γνώρισα έναν ενδιαφέροντα άνθρωπο». Τώρα είναι όλοι εκεί, μαζεμένοι. Μ’ αρέσει όταν η ζωή μού δείχνει ένα καινούριο πρόσωπο. Και η Ακαδημία δεν είναι μια φωλιά γέρων απομακρυσμένων απ’ τη ζωή -αδικείται απ’ αυτό. Θυμίζω ότι ο τελευταίος που μπήκε είναι ένας αριστερός διανοούμενος, μεγάλου βεληνεκούς, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Νιώθω σαν ένα παιδί που μετράει τ’ άστρα.
«Η Ακαδημία ιδρύει Θεατρικό Κέντρο Έρευνας και ενεργοποιεί θεατρικές υποτροφίες».
Αισθανθήκατε προσωπική υπερηφάνεια;
Κάποια στιγμή μου επισήμανε ένας συνάδελφός μου να δω τον πίνακα όπου με χρυσά γράμματα αναγράφονται τα ονόματά μας και ένιωσα μια ανατριχίλα. Ένα απ’ τα πρώτα είναι του Παλαμά… Νομίζω ότι αυτό είναι μια πρόκληση της ζωής. Και, δεν το κρύβω, ένιωσα μια στιγμιαία υπερηφάνεια, γήινη, ανθρώπινη, που μπορώ να την μοιραστώ.
Η Ακαδημία τι μπορεί να προσφέρει στο θέατρο;
Οι πρώτες πρωτοβουλίες μου, τολμώ να πω, ότι έπιασαν κάποιο τόπο γιατί έτυχαν ευρύτερης αποδοχής. Ομόφωνα ψηφίστηκε απ’ την Ολομέλεια η ίδρυση του Θεατρικού Κέντρου Έρευνας. Όπως και απ’ την Τάξη Γραμμάτων και Τεχνών, όπου και ανήκω, ζήτησα να ενεργοποιήσουμε τις θεατρικές υποτροφίες. Κι έτσι νομίζω ότι σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα θα προκηρυχθούν αρκετές υποτροφίες για παιδιά που θέλουν ν’ αφιερωθούν στο θέατρο, να σπουδάσουν στο εξωτερικό, ν’ ανοίξει το βλέμμα τους.
Μιλήστε μου για το Κέντρο Θεατρικής Έρευνας…
Η Ακαδημία έχει πολλά κέντρα έρευνας, για πολλούς τομείς. Για το θέατρο φιλοδοξώ να στηθεί ένας χώρος δουλειάς, έρευνας, πειραματισμού που θα ανήκει στην Ακαδημία, γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχει τέτοιο Κέντρο, όσο τρομερό κι αν ακούγεται αυτό. Κάποτε η Ασπασία Παπαθανασίου είχε ιδρύσει το Κέντρο Αρχαίου Δράματος.
«Αν μιλάμε για Σχολή με σίγμα κεφαλαίο, για έναν τρόπο δηλαδή κατανόησης του θεάτρου, της τέχνης, τότε έχουμε να διανύσουμε πάρα πολύ δρόμο».
Υπήρχε και το Κέντρο Μελέτης Θεάτρου όταν ακόμα λειτουργούσε το Θεατρικό Μουσείο…
Ναι, ήταν θεωρητικό. Αυτό που φιλοδοξώ να δημιουργήσω με τη στήριξη και την βοήθεια της Ακαδημίας θα είναι ένα κέντρο θεωρητικής αλλά και πρακτικής έρευνας του θεάτρου. Οπότε τώρα έχουμε μπει σε μια πολύπλοκη μεν διαδικασία, η οποία όμως θα βρει στήριξη και απ’ το Υπουργείο Πολιτισμού και απ’ την Ακαδημία και θα γίνει. Ώστε οι ερευνητές, σκηνοθέτες-ηθοποιοί, απ’ την Ελλάδα και το εξωτερικό να μπορούν να ερευνήσουν το σύγχρονο θέατρο και το αρχαίο δράμα. Να τους παρέχεται χώρος και χρήματα.
Άρα ανοίγονται νέοι δρόμοι…
Ναι, βέβαια. Το τοπίο είναι παρθένο, ανοιχτό σε ό,τι έχει να κάνει με τη θεατρική έρευνα και τη θεατρική παιδεία. Μόνο να ωφεληθεί μπορεί από τέτοιου είδους καταστάσεις κι εγώ έχω σκοπό να συνεχίσω να επηρεάζω τη θεατρική παιδεία στον τόπο μου, μετά από αυτά που άφησα στο Εθνικό Θέατρο. Πολλοί συνεργάτες μου, μαθητές μου, ηθοποιοί της ομάδας μου, διδάσκουν πια, όπως δίδασκε και ο Δημήτρης Ημελλος -έκλεισε ήδη ένας χρόνος από τότε που έφυγε. Κι όλο αυτό επηρεάζει το θέατρο μόνο προς μια καλή κατεύθυνση.
Γιατί το να μιλάς για το θέατρο θεωρητικά είναι χρήσιμο για τους θεωρητικούς, αλλά η πράξη του θεάτρου δεν μπορεί να βασίζεται μόνο εκεί. Η θεωρία είναι απολύτως χρήσιμη, το θέατρο είναι και ένα πνευματικό λειτούργημα. Αλλά η πρακτική ύπαρξη του θεάτρου γεννιέται και πεθαίνει στη σκηνή. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλοι σκηνοθέτες υπήρξαν και μεγάλοι δάσκαλοι του θεάτρου.
Πώς κρίνετε τη θεατρική παιδεία στην Ελλάδα; Νομίζω ότι απ’ τις δραματικές σχολές (Εθνικό, ιδιωτικές) βγαίνουν απόφοιτοι διαφορετικών ταχυτήτων…
Δεν θέλω να μιλήσω για τη σχολή του Εθνικού, δεν την παρακολουθώ πλέον. Νομίζω ότι αυτά που άφησα πίσω μου είναι αρκετά για να γίνει ένα καλό ξεκίνημα και μια καλή δουλειά είτε μιλάμε για το κτίριο είτε για το τμήμα σκηνοθεσίας, που έχει ήδη αρχίσει να δίνει κάποιους καρπούς. Τώρα αν μιλάμε για Σχολή με σίγμα κεφαλαίο, για έναν τρόπο δηλαδή κατανόησης του θεάτρου, της τέχνης, τότε έχουμε να διανύσουμε πάρα πολύ δρόμο. Είναι καθοριστικό για κάθε σχολή ποιοι θα διδάξουν, με βάση ποιο πρόγραμμα. Το θέμα δεν είναι ο ηθοποιός να μάθει ν’ αποστηθίζει κείμενα, να δείχνει το ταμπεραμέντο του ή ν’ αντιγράφει τις μανιέρες κάποιου δασκάλου. Νομίζω ότι η σχολή σου δίνει έναν τρόπο να ξανακοιτάξεις την ζωή, πρώτα τη ζωή και μετά την τέχνη.
Σήμερα διδάσκουν πολλοί ηθοποιοί, λιγότερο ή περισσότερο ταλαντούχοι. Αν κρίνω όμως απ’ αυτά που βλέπω στις ακροάσεις και στο θέατρο νομίζω ότι χωράει ακόμα πολλή δουλειά.
Πιστεύετε ότι θα ’πρεπε να λειτουργούν με πιο αυστηρά κριτήρια;
Όχι. Ελεύθερη οικονομία έχουμε, ο καθένας μπορεί ν’ ανοίξει σχολή. Αλλά όχι ανώτατες δεν πρέπει να γίνουν, ούτε δημοτικού δεν είναι κάποιες απ’ αυτές. Δεν είναι όλες οι σχολές το ίδιο ούτε φτιάχνονται για τον ίδιο λόγο -κάποιες είναι για να παρηγορούν ορισμένους νέους ανθρώπους ότι μπορούν κι εκείνοι ν’ ασχοληθούν με το θέατρο. Αλλά όλο αυτό απέχει πάρα πολύ από μια πραγματική, ανωτατοποιημένη, επιστημονική θεατρική παιδεία. Και πιστεύω ότι το Εθνικό πρέπει να κρατήσει τη σχολή του -είναι ο αιμοδότης του. Θα ’πρεπε να εξελιχθεί και να ανωτατοποιηθεί με τον τρόπο που της αξίζει.
«Το θέατρο δεν είναι ένας χώρος προπαγάνδας αλλά ένας τόπος ανθρωπογνωσίας».
Πιστεύετε ότι μετά το #metoo το θέατρο, και αναφέρομαι και στο Εθνικό, στρέφεται κυρίως στο κοινωνικό του στίγμα παρά στο καλλιτεχνικό;
Αναγκαστικά θα πρέπει ν’ απευθυνθώ στην δική μου πρακτική, γιατί έδωσα τεράστια σημασία στην κοινωνική πλευρά του θεάτρου, σ’ εκείνη που μπορεί να παρηγορήσει. Ήμουν διευθυντής του Εθνικού σε μια δύσκολη εποχή, μέχρι capital controls ζήσαμε. Και το να στείλω το Εθνικό στις φυλακές ή να τραγουδάμε παραμύθια σε παιδιά που δεν έχουν ποιον να τους τα πει ή να φτιάχνουμε αλλεπάλληλα εργαστήρια με τη Σοφία Βγενοπούλου για να τα απασχολήσουμε μ’ έναν δημιουργικό τρόπο, νομίζω κάτι δείχνει. Το να προσπαθείς μ’ έναν θεατρικό τρόπο να προσεγγίσεις την κοινωνία, ναι. Αλλά όχι να ζητάς ενοχικά απ’ την κοινωνία συγνώμη επειδή είσαι θέατρο και επειδή δυστυχώς πρέπει ν’ ανεβάσεις παραστάσεις και να πυκνώνεις με διαφόρων ειδών δράσεις που δεν έχουν καλλιτεχνικό πρόσημο. Δεν θέλω να κρίνω κανέναν. Κάθε διευθυντής κάνει αυτό που καταλαβαίνει. Το Εθνικό όμως δεν πρέπει να ξεχνά ποτέ ότι είναι ένα θέατρο. Και πότε καλύτερα, πότε χειρότερα, πότε πιο τολμηρά, πότε πιο άτολμα, όλα κρίνονται πάνω στη σκηνή. Οι ηθοποιοί και οι σκηνοθέτες είναι το πρόσωπο ενός θεάτρου και φυσικά τα έργα που επιλέγουν. Γι’ αυτό και οι δράσεις είναι πάντα η πίσω πλευρά, όχι η προμετωπίδα.
Κάθε τι που γίνεται στο θέατρο είναι μια πολιτική πράξη;
Απολύτως. Η πράξη μας όμως είναι πολιτική με άλλα μέσα. Γιατί για μένα το θέατρο δεν είναι ένας χώρος προπαγάνδας αλλά ένας τόπος ανθρωπογνωσίας. Και με τη μόνη σημαία που μπορώ να συνδεθώ είναι η σημαία της χώρας μου. Θεωρώ τη λέξη πατρίδα μια υπέροχη λέξη γιατί έχω υπάρξει νοσταλγός. Από εκεί και πέρα μπορώ να υπερασπιστώ τα δικαιώματα των συνανθρώπων μου ασχέτως χρώματος, εθνικότητας…
Νιώθετε ότι καμιά φορά τη σημαία, τα σύμβολά, τα «παραχωρούμε» στους ακραίους;
Νομίζω ότι μπαίνουμε σε μια εποχή αρκετά συγχυσμένη. Τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι βρίσκονται σε μεγάλη εσωτερική σύγκρουση. Διότι η έννοια του καλού και του κακού, του ηθικού και μη ηθικού, του αύριο και του χθες βρίσκονται σε σύγχυση. Γι’ αυτό και τα βήματα που γίνονται προς μια κατεύθυνση δεν είναι πια ξεκάθαρα. Λείπει συνήθως ένα όραμα που να καθοδηγεί τα πράγματα.
«Εγώ είμαι υπέρ της ουτοπίας γιατί για μια ουτοπία ζω».
Όσο για τα σύμβολα αναγκαστικά δεν μπορείς να ξεφύγεις, γιατί μ’ αυτά έχεις μεγαλώσει. Και δεν πρέπει κανείς να ντρέπεται γι’ αυτό όσο κι αν η ανθρωπότητα έχει αποδειχθεί ότι δεν μαθαίνει. Ενώ επινοούμε και εφευρίσκουμε αδιανόητα πράγματα, θα ’λεγε κανείς ότι ο τρόπος που μεταχειριζόμαστε ο ένας τον άλλον, τον πλανήτη και τους εαυτούς μας, είναι σαν να μην μαθαίνουμε τίποτα. Και είναι σίγουρο ότι δεν μπορούμε απ’ τον καναπέ μας και με κραυγές ούτε τις γενοκτονίες που συμβαίνουν στην εποχή μας ούτε τίποτα απ’ όλα αυτά να παλέψουμε.
Κι εμείς που ξέρουμε, ως καλλιτέχνες, ότι η τέχνη δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο αλλά επιμένουμε σ’ αυτό, είναι διπλά γενναίο, κατά κάποιο τρόπο ουτοπικό και εν ολίγοις υπέροχο. Εγώ είμαι υπέρ της ουτοπίας γιατί για μια ουτοπία ζω.
Η τέχνη δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Τον άνθρωπο;
Καταρχάς δεν είναι δουλειά του θεάτρου ν’ αλλάξει τον κόσμο. Τον άνθρωπο ναι, αλλά και πάλι μ’ ένα στιγμιαίο βραχυκύκλωμα των αισθήσεων και του μυαλού, ώστε να θυμάται πως ένιωσε τότε, μήπως κι αυτό μπορέσει και του αφήσει μια τρομερή ανάμνηση και μια αίσθηση ότι υπήρξε άνθρωπος έστω και για μια στιγμή.
«Ο καλλιτέχνης πρέπει να μπορεί ν’ απομακρυνθεί για να δει τη μεγάλη εικόνα της ζωής».
Γιατί το θέατρο είναι η μόνη πραγματικά λειτουργία του ανθρωπίνου σώματος και πνεύματος που περιέχει δύο μοναδικές διαστάσεις οι οποίες λείπουν αυτή την στιγμή απ’ την ανθρώπινη ύπαρξη: Το εδώ και το τώρα. Το τώρα γιατί είμαστε δοσμένοι είτε στο χθες από θλίψη είτε στο αύριο από άγχος, και το εδώ γιατί είναι πολύ σημαντικό να είναι κανείς παρών. Αυτή η διάσταση του θεάτρου που σε κάνει να νιώθεις παρών μπροστά σε παρόντες είναι η ιερή του διάσταση. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο νέος ηθοποιός πηγαίνοντας στη σχολή πρέπει να ’ναι έτοιμος για ν’ ανέβει ενάμιση μέτρο πιο ψηλά απ’ τον μέσο θεατή -είναι μια σημαντική πράξη. Οπότε ναι, μ’ αυτή την έννοια μπορεί ν’ αλλάξει έναν άνθρωπο. Αλλά τα μεγάλα γεγονότα συμβαίνουν ερήμην μας.
Ένας σημαντικότατος ακαδημαϊκός, την πρώτη μέρα που μπήκα στην Ακαδημία, μου έδειξε έναν κύριο που περνούσε και μου είπε «Πριν από λίγους μήνες του έβαλα καρδιά και τώρα ζει»… Τι να πω εγώ μετά απ’ αυτό;
Το θέατρο όμως επιμένει…
Κι εμείς επιμένουμε. Και όταν τελειώσει η προπαγάνδα ή αλλάξει τροπάρι, το θέατρο θα είναι εκεί και θα υπηρετεί αισθήματα και αδιέξοδα της ανθρώπινης ψυχής. Η διάρκεια του θεάτρου, ανά τους αιώνες, τα λέει όλα.
Όσο για την πολιτική πράξη του θεάτρου είναι ακόμα πιο «επικίνδυνη». Όπως ένας ποιητής ή ένας λογοτέχνης, φεύγει λίγο μακριά απ’ το γεγονός για να το πλησιάσει ξανά και με άλλα μέσα, ώστε να μην καταντήσει φωτογραφία, εικόνα, που είναι σήμερα η βασίλισσα της τέχνης, έτσι κι εμείς: Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για πράγματα που συμβαίνουν τώρα, με τέτοια φρίκη γύρω μας, που μια στιγμή μπροστά στην τηλεόραση, μπορεί να σημαίνει χιλιάδες έργα. Αυτό προϋποθέτει μια σοφία και μια καλώς εννοούμενη θερμή ψύχρα. Ο καλλιτέχνης πρέπει να μπορεί ν’ απομακρυνθεί για να δει τη μεγάλη εικόνα της ζωής.
Ωστόσο σήμερα βλέπουμε έργα παγιδευμένα στη θεματολογία της εποχής, επικαιρικά. Γιατί δεν έχουμε μεγάλους συγγραφείς, μεγάλα έργα;
Νομίζω ότι η μεγάλη ανάσα που χρειάζεται για να μιλήσει κανείς για κάτι μεγαλύτερο, είναι πιο σπάνια. Επιμένω στη μοντέρνα πλευρά των κλασικών έργων -είναι δίπλα μας προς ανακάλυψη, όπως και των μεγάλων θεωρητικών και πρακτικών του θεάτρου. Η θεματολογία καμιά φορά σοκάρει πολύ περισσότερο απ’ το περιεχόμενο, κι αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Παρακολουθώ τη δουλειά σπουδαίων καλλιτεχνών απ’ την Ευρώπη, δυτική και ανατολική, και δεν παύω να επιστρέφω συνεχώς στα κλασικά κείμενα.
Και στους Ρώσους, όπου και θητεύσατε;
Είναι αλήθεια ότι επιστρέφω στο ρωσικό θέατρο. Οτιδήποτε θεωρώ ανθεκτικό στη ζωή μου το ενέταξα μέσα στη δουλειά μου. Δεν πιστεύω ότι είμαι εκφραστής κανενός πλην του εαυτού μου.
Τώρα ανεβάζετε ελληνικό κείμενο, κάτι που δεν σας συμβαίνει συχνά -«Φόνισσα», «Ιλιάδα». Είναι το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. Πώς προέκυψε;
Ένιωθα την ανάγκη να μιλήσω για τη χώρα μου και τον χώρο μου, τον προσωπικό, με μέσα καθαρά ελληνικά και διόλου γραφικά. Για μένα η μισή ελληνική παραγωγή, για να μη πω και πανευρωπαϊκή, βρίσκεται μέσα στην «Ιλιάδα». Νομίζω ότι ήταν και είναι ένα αυθεντικό θεατρικό και λογοτεχνικό κείμενο και πάνω απ’ όλα είναι το έπος της ανθρώπινης γλώσσας και ιστορίας, της ελληνικής ανθρώπινης ιστορίας. Υπάρχει η ανθρωπολογία και η ελληνική ανθρωπολογία. Είμαστε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία του πλανήτη κι όπως όλα δείχνουν θα παραμείνουμε.
«Φόνισσα», «Ιλιάδα» και «Τρίτο Στεφάνι» νομίζω ότι έχουν αρκετά κοινά -συνορεύουν με το αρχαίο δράμα. Κι αν κανείς τα απελευθερώσει απ’τα γραφικά μπιχλιμπίδια που είναι τα αναγκαστικά, και εν μέρει αναγκαία, φορέματα της εποχής τους, αυτό που μένει πάντα είναι όπως όταν ξεπλένεις τον χρυσό και μένει ατόφιος, το ακριβό μέταλλο.
Το «Τρίτο Στεφάνι» όπως είπε ο Στρατής Πασχάλης και συμφωνώ, είναι απ’ τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας. Και ότι η δομή του αλλά και το πνεύμα που το διαπερνάει είναι το αρχαίο δράμα -η Εκάβη, τα υπόλοιπα ονόματα, δεν νομίζω ότι είναι τυχαία. Είναι δείγματα μιας εποχής που ήθελε να περιγράψει ο Ταχτσής. Η δυνατότητα ενός έργου να δείχνει αυθόρμητα βγαλμένο, σαν να πλάθεται στο στόμα μιας γυναίκας, μιας γυναίκας του λαού, και υπολογισμένο ως την τελευταία λέξη, αυτό είναι ένα σπάνιο φαινόμενο. Όπως επίσης και κάποια συμπεράσματα για την Ελληνίδα μητέρα και για την Ελληνίδα πατρίδα που αγκαλιάζει, σφιχταγκαλιάζει, πνίγει, απελευθερώνει, πεθαίνει, ξαναγεννιέται, ανασταίνεται.
Μέσα απ’ αυτό θεωρώ ότι μίλησα για πολλά ελληνικά έργα. Δεν νιώθω την ανάγκη να υπηρετήσω ένα είδος θεάτρου, μ’ αρέσει να περνάω σε διαφορετικές δραματουργίες. Αλλά τα μεγάλα έργα είναι αυτά που με συγκινούν, αυτά που προσπαθώ να προσεγγίσω.
Ακολουθεί μια ακόμα πρεμιέρα: «Ντάμα Πίκα» του Πούσκιν, στο οδού Κεφαλληνίας, με την Μπέτυ Αρβανίτη…
Ναι. Ο Πούσκιν δεν είναι τόσο γνωστός όσο θα του άξιζε. Λένε ότι αν δεν υπήρχε το φράγμα της γλώσσας θα ήταν ανάμεσα στους πέντε μεγαλύτερους ποιητές των αιώνων. Είναι η κορυφή και η μήτρα της ρωσικής λογοτεχνίας. Η «Ντάμα Πίκα» είναι ένα θρίλερ, ουσιαστικά, με πολλά επίπεδα, τα οποία πραγματικά δεν ξέρω αν θα μπορέσουν να φανούν σε μια παράσταση. Περιέχει έναν μυστικισμό πολύ ενδιαφέροντα, μαγνητικό. Το ανεβάζουμε για πρώτη φορά στη σκηνή -από αυτό προήλθε η όπερα του Τσαϊκόφσκι. Είναι η ιστορία ενός νέου με αρκετά προσόντα που θέλει να επωφεληθεί για να κερδίσει το παιχνίδι της ζωής χωρίς να ματώσει όσο άλλοι… Σπουδαίο θέμα.
Έχουμε καλό θέατρο στην Ελλάδα;
Όχι. Έχουμε καλό θέατρο επειδή είμαστε πολλοί μέσα την ίδια κουζίνα και στριμωχνόμαστε και μερικές φορές συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα. Αλλά ως μια ευρύτερη, μεγάλη εικόνα μιας θεατρικής ζωής όπου συνδιαλέγονται οι καλλιτέχνες και εξάγονται σημαντικά έργα, τα οποία αφήνουν κάποια ιστορία, όχι… Σημαντικά έργα δεν εξάγονται.
Το έμψυχο υλικό;
Θεωρώ ότι έχουμε ταλαντούχους ανθρώπους που καλά θα κάναμε να τους εκπαιδεύουμε καλύτερα. Έχουμε ένα θέατρο με πάρα πολλά ελλείμματα και προβλήματα ακόμα και στον τρόπο που λειτουργεί, εφοδιάζεται και πλησιάζει την κοινωνία. Και βέβαια έχουμε ένα θέατρο πλήρως αθηνοκεντρικό. Αν ήμουν στην Καστοριά ή στον Πύργο, θα ’πρεπε να πάρω το ΚΤΕΛ για να ’ρθω στην Αθήνα να δω θέατρο. Υποσυνείδητα μιλάμε σαν να είναι η Αθήνα όλη η Ελλάδα.
«Το θέατρο είναι μια πολύ φτηνή απόλαυση και θα ’πρεπε να είναι πολύ ακριβότερη».
Ελληνική θεατρική σχολή υπάρχει;
Όχι, αλλά ούτε δεν χρειάζεται. Το να μάθει κανείς να επηρεάζεται ακόμα και ν’ αντιγράφει είναι ευλογία. Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε και ν’ ανακαλύψουμε πετρέλαιο στην Αθήνα σώνει και καλά. Πολλοί λαοί, ο αμερικανικός, ο κινέζικος, προσπαθούν να μάθουν. Μόνο οι λαοί που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα δεν έχουν να μάθουν τίποτα.
Εμείς ανήκουμε σ’ αυτή την κατηγορία;
Ποιος ξέρει…
Γεμάτα θέατρα. Που το αποδίδετε; Στο φτηνό εισιτήριο;
Καταρχήν το θέατρο δεν είναι μια φτηνή απόλαυση, είναι μια πολύ φτηνή απόλαυση και θα ’πρεπε να είναι πολύ ακριβότερη. Θεωρώ ότι για τον κόπο των ηθοποιών, τον πόνο, το ρίσκο των παραγωγών, το εισιτήριο είναι υπερβολικά φτηνό σε σχέση μ’ άλλα πράγματα. Θεωρώ επίσης ότι το θέατρο δεν είναι ένα πράγμα. Το θέατρο που έχει μπει στη ζωή μας, μας διευκολύνει να διασκεδάσουμε λίγο διαφορετικά. Δεν νομίζω ότι έχει μπει στις ανάγκες και την παιδεία μας. Το θέατρο, όπως και η τέχνη, θα ’πρεπε να διδάσκεται στα σχολεία, να χρησιμοποιείται βαθύτερα -όπως και όλες οι ουμανιστικές κατακτήσεις του ανθρώπου. Το θέατρο δεν είναι μια πολυτέλεια ούτε μια διασκέδαση. Σε μια αυθεντική του μορφή ήταν στην αρχαία εποχή, όταν ήταν κομμάτι ζωής.
Το θέατρο έχει μια πολυγλωσσία κι αυτή το σώζει απ’ την φθορά και το κάνει ν’ αντέχει στον χρόνο. Επίσης δεν έχουμε θέατρο ρεπερτορίου. Αντ’ αυτού έχουμε ηθοποιούς που παίζουν το ίδιο έργο επί τρεις μήνες κάθε μέρα -αν αυτό το πεις σε κάποιον από θεατρική χώρα, όπως η Γερμανία, θα βάλει τα γέλια. Ο ηθοποιός έχει ανάγκη ανανέωσης των εκφραστικών του μέσων και χρόνο για να εκπαιδεύεται και να τελειοποιείται. Επίσης τα θέατρα είναι δέσμια των εισιτηρίων κι αυτό σημαίνει και ανάλογη παραγωγή. Ο κόσμος πάει στο θέατρο περισσότερο από πριν: Είναι μια πραγματικότητα και δεν είναι κακό. Ως διασκέδαση, ναι, πάμε καλύτερα. Αλλά απέχει πολύ από κάτι πιο ουσιαστικό.
Η πραγματική βάπτιση του ηθοποιού σ’ ένα καινούριο είδος τέχνης είναι η επαφή του με τον κινηματογράφο, όχι τόσο με την τηλεόραση. Γιατί και στον κινηματογράφο πάνε να γίνουν αισιόδοξα βήματα. Με το θέατρο είμαι αισιόδοξος αλλά αυτή μου η αισιοδοξία δεν μου επιτρέπει να πω ότι το θέατρο πάει τέλεια. Μου λείπουν ολόκληρες γενιές διαφορετικών ηλικιών, δραματουργίας. Ο τρόπος λειτουργίας των θεάτρων είναι αναγκαστικά περιοριστικός για τους ηθοποιούς και το ρεπερτόριο.
Και οι αμοιβές παραμένουν χαμηλές…
Πράγματι αμείβονται λίγο. Οι ηθοποιοί που θέλουν ν’ αφοσιωθούν πραγματικά στο θέατρο πρέπει να μπορούν να κάνουν τρεις μήνες πρόβα. Αλλά για να γίνει αυτό ο παραγωγός παίρνει τεράστιο ρίσκο -δεν ξέρει αν θα του βγει.
Τώρα που η Ακαδημία βάζει μέσα της τη θεατρική τέχνη μπορεί η τέχνη να υπάρχει και στα ανώτατα πνευματικά ιδρύματα. Κι αυτό είναι ευχάριστο. Γιατί αποδίδει στο θέατρο κάτι απ’ αυτά που του αξίζουν.
*Κεντρική φωτό: Μενέλαος Μυρίλλας







