Παρουσιαζόταν ως μια καλοσυνάτη ηλικιωμένη κυρία με γούνινο παλτό, που αγαπούσε την κηπουρική, το καλό φαγητό, την οικογένεια και τα σκυλιά. Όμως πίσω από αυτό το ζεστό προσωπείο απολάμβανε να υφαίνει ιστορίες-μπεστ σέλερ γεμάτες δηλητηριάσεις, προδοσίες και αίμα. Τα αστυνομικά βιβλία της Aγκαθα Κρίστι, χωρίς καμία αμφιβολία, έχουν καθηλώσει το κοινό για περισσότερο από έναν αιώνα, όμως, 50 χρόνια μετά τον θάνατό της, παραμένει ένα αίνιγμα.
Μια σπάνια συνέντευξη στο BBC από το 1955, ωστόσο, αποκαλύπτει ορισμένα από τα μυστικά μιας γυναίκας που ήταν τόσο σύνθετη όσο και οι πλοκές της. Αν και μιλούσε σπάνια, το 1955 πείστηκε να δώσει μια σπάνια συνέντευξη στο διαμέρισμά της στο Λονδίνο για ένα ραδιοφωνικό αφιέρωμα του BBC.
Σε αυτήν αποκάλυψε πώς μια αντισυμβατική παιδική ηλικία πυροδότησε τη φαντασία της, γιατί η συγγραφή θεατρικών έργων ήταν ευκολότερη από τη συγγραφή μυθιστορημάτων και πώς μπορούσε να ολοκληρώσει ένα βιβλίο σε τρεις μήνες.
Τα πρώτα χρόνια
Γεννημένη ως Αγκαθα Μίλερ σε μια εύπορη οικογένεια το 1890, η εκπαίδευσή της περιορίστηκε κυρίως στο σπίτι. Όταν ρωτήθηκε γιατί στράφηκε στη συγγραφή, είπε: «Το αποδίδω εξ ολοκλήρου στο γεγονός ότι δεν είχα καμία εκπαίδευση. Ίσως πρέπει να το διευκρινίσω, παραδεχόμενη ότι τελικά πήγα σχολείο στο Παρίσι όταν ήμουν περίπου 16 ετών. Αλλά μέχρι τότε, εκτός από λίγη αριθμητική, δεν είχα σχεδόν καθόλου μαθήματα».
Η Κρίστι περιέγραψε την παιδική της ηλικία ως «ένδοξα τεμπέλικη», αλλά είχε αχόρταγη όρεξη για διάβασμα. «Έπιασα τον εαυτό μου να επινοεί ιστορίες και να υποδύεται τους διάφορους ρόλους, και δεν υπάρχει τίποτα σαν την πλήξη για να σε κάνει να γράφεις. Έτσι, όταν ήμουν 16 ή 17, είχα γράψει αρκετά διηγήματα και ένα μακροσκελές, βαρετό μυθιστόρημα».
Είπε ότι ολοκλήρωσε το πρώτο της δημοσιευμένο μυθιστόρημα σε ηλικία 21 ετών. Ύστερα από αρκετές απορρίψεις, Η Μυστηριώδης Υπόθεση στο Στάιλς εκδόθηκε το 1920, συστήνοντας τη διασημότερη δημιουργία της, τον Ηρακλή Πουαρό.
Η μέθοδος δολοφονίας με δηλητήριο που επέλεξε για την ιστορία προερχόταν άμεσα από την προσωπική της εμπειρία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενώ ο πρώτος της σύζυγος, Άρτσι Κρίστι, υπηρετούσε στη Γαλλία, εκείνη εργαζόταν στο εσωτερικό μέτωπο ως εθελόντρια νοσοκόμα. Έγινε βοηθός στο φαρμακείο του νοσοκομείου, γεγονός που της έδωσε πολλές γνώσεις. Στις ιστορίες της, το δηλητήριο χρησιμοποιείται σε 41 δολοφονίες, απόπειρες δολοφονίας και αυτοκτονίες.
Η τυπική φόρμουλα της Κρίστι ξεκινά με έναν κλειστό κύκλο υπόπτων από τον ίδιο κοινωνικό χώρο και έναν φόνο που γεννά στοιχεία, οδηγώντας σε μια κλιμακωτή τελική αντιπαράθεση. Στο κέντρο βρίσκεται ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, όπως ο Πουαρό ή η Μις Μαρπλ, που ξετυλίγει το μυστήριο και αποκαλύπτει την αλήθεια στην ομάδα σε μια δραματική τελική σκηνή. Αυτή η δομή, οικεία αλλά ατελείωτα προσαρμόσιμη, είναι μέρος αυτού που καθιστά το έργο της Κρίστι διαχρονικό.
Η εξαφάνιση

Το 1926 εξέδωσε Τη Δολοφονία του Ρότζερ Άκροϊντ, ένα βιβλίο που εδραίωσε την επαγγελματική της φήμη, την ίδια στιγμή που η προσωπική της ζωή κατέρρεε. Η μητέρα της πέθανε και ο Άρτσι ομολόγησε ότι είχε ερωτευτεί άλλη γυναίκα. Ζήτησε διαζύγιο. Παλεύοντας με τη θλίψη και το writer’s block, η ίδια η Κρίστι έγινε αντικείμενο μυστηρίου.
Ένα παγωμένο βράδυ του Δεκεμβρίου, το τρακαρισμένο αυτοκίνητό της βρέθηκε σε ένα έρημο σημείο στο Σάρεϊ. Η αστυνομία βρήκε το γούνινο παλτό της και την άδεια οδήγησης μέσα στο αυτοκίνητο, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.
Ξεκίνησε μία από τις μεγαλύτερες έρευνες στην ιστορία της Βρετανίας και η ιστορία είχε όλα τα στοιχεία που κάνουν μια υπόθεση ακαταμάχητη στα μάτια των αναγνωστών: τη διάσημη συγγραφέα εγκλημάτων που εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω της στοιχεία, την επτάχρονη κόρη που έμεινε πίσω και τον σύζυγο σε μια περιπέτεια με μια νεότερη γυναίκα.
Ταξίδια στη Μέση Ανατολή

Δέκα ημέρες αργότερα, εντοπίστηκε σε ένα ξενοδοχείο στο Χάρογκεϊτ του Βόρειου Γιορκσάιρ. Οι θεωρίες ήταν πολλές: ήταν η εξαφάνισή της αποτέλεσμα απώλειας μνήμης, μια υπολογισμένη προσπάθεια να εκθέσει τον σύζυγό της ή ακόμη και ένα διαφημιστικό τέχνασμα; Η Κρίστι επέλεξε να μη διαλευκάνει το μυστήριο στην αυτοβιογραφία της, γράφοντας μόνο: «Έτσι, μετά την ασθένεια, ήρθαν η λύπη, η απόγνωση και η συντριβή. Δεν υπάρχει λόγος να σταθούμε σε αυτό».
Ήταν εξίσου λακωνική όσον αφορά τα μυστικά του τρόπου εργασίας της, λέγοντας στο BBC το 1955: «Η απογοητευτική αλήθεια είναι ότι δεν έχω ιδιαίτερη μέθοδο. Πληκτρολογώ μόνη μου τα προσχέδιά μου σε μια παλιά, πιστή γραφομηχανή που έχω εδώ και χρόνια, και βρίσκω το μαγνητόφωνο χρήσιμο για διηγήματα ή για την αναδιαμόρφωση μιας πράξης θεατρικού έργου, αλλά όχι για την πιο περίπλοκη δουλειά της συγγραφής ενός μυθιστορήματος».
Το 1930 παντρεύτηκε τον Μαξ Μάλοουαν, αρχαιολόγο 14 χρόνια νεότερό της, έξι μήνες αφότου τον γνώρισε σε ένα ταξίδι στο Ιράκ. Με το κοινό τους πάθος για τους αρχαίους πολιτισμούς, τα ταξίδια τους στη Μέση Ανατολή ενέπνευσαν ιστορίες όπως Ο θάνατος στο Νείλο, που εκδόθηκε το 1937. Μέσα στα επόμενα εννέα χρόνια έγραψε 17 μυθιστορήματα.
Για την Κρίστι, η κύρια απόλαυση της συγγραφής προερχόταν από τη σύλληψη των ευφυών πλοκών της. Έλεγε: «Νομίζω ότι η πραγματική δουλειά γίνεται στη σκέψη της εξέλιξης της ιστορίας σου και στο να ανησυχείς γι’ αυτήν μέχρι να πάρει τη σωστή μορφή. Αυτό μπορεί να πάρει αρκετό χρόνο. Ύστερα, όταν έχεις συγκεντρώσει όλο το υλικό σου, το μόνο που απομένει είναι να βρεις χρόνο να γράψεις. Τρεις μήνες μου φαίνονται απολύτως λογικός χρόνος για να ολοκληρώσει κανείς ένα βιβλίο, αν μπορεί να αφοσιωθεί πλήρως».
Ενώ η Κρίστι πίστευε ότι ένα βιβλίο μπορούσε να ολοκληρωθεί σε τρεις μήνες, έλεγε ότι τα θεατρικά έργα «γράφονται καλύτερα γρήγορα». Την εποχή του αφιερώματος του BBC το 1955, τρία από τα έργα της παίζονταν στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου. Η συγγραφή θεατρικών έργων ήταν «πολύ πιο διασκεδαστική από τη συγγραφή βιβλίων. Δεν χρειάζεται να ασχολείσαι με μακροσκελείς περιγραφές τόπων και ανθρώπων ή με το πώς θα μοιράσεις το υλικό σου. Και πρέπει να γράφεις αρκετά γρήγορα για να διατηρείς τη διάθεση και για να ρέει φυσικά ο διάλογος».






