• Αναζήτηση
  • «Καίγονται» όσο παίζουν με τη φωτιά

    Το παιχνίδι με τη φωτιά (μεταφορικά και κυριολεκτικά) καίει πλέον τον Πρωθυπουργό και την ομάδα των συνεργατών του. Ωστόσο, έπειτα από δύο εβδομάδες διαρκούς ανάδειξης της πρωτοφανούς ανεπάρκειας, της άρνησης και αδυναμίας ανάληψης των ευθυνών και της επίδειξης πολιτικής αμετροέπειας, ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να ελπίζει.

    Το παιχνίδι με τη φωτιά (μεταφορικά και κυριολεκτικά) καίει πλέον τον Πρωθυπουργό και την ομάδα των συνεργατών του. Ωστόσο, έπειτα από δύο εβδομάδες διαρκούς ανάδειξης της πρωτοφανούς ανεπάρκειας, της άρνησης και αδυναμίας ανάληψης των ευθυνών και της επίδειξης πολιτικής αμετροέπειας, ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να ελπίζει. 
    Μοναδική του επιδίωξη πλέον είναι η αναζήτηση των όρων και των τρόπων ώστε η παραπαίουσα κυβέρνησή του να υποδυθεί την κυβέρνηση σωτηρίας – του εαυτού της και του ιδίου. 

    Ρίχνουν τις ευθύνες  στους προηγούμενους

    Αρνούμενος να αναλάβει επί της ουσίας την ευθύνη για τα όσα συνέβησαν σε όλα τα πεδία δράσης (πολιτικό, επιχειρησιακό, επικοινωνιακό), ο κ. Τσίπρας διοργάνωσε τις τελευταίες ημέρες μια σειρά συσκέψεων, συναντήσεων, έως και ημερίδων, όπου εμφανίστηκε να κατηγορεί προηγούμενες κυβερνήσεις και να δηλώνει ότι έχει αναλάβει ευθύνες που δεν του αναλογούν. 
    Πλην όμως βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με έναν συνδυασμό αντιδράσεων και εντυπώσεων οι οποίες θα τον κατατρύχουν για όσο διάστημα ακόμη βρίσκεται στο Μέγαρο Μαξίμου. Κατά πάσα πιθανότητα, δε, ακόμη και αφότου αποχωρήσει από την Ηρώδου Αττικού. 
    Οι συνεχείς αποκαλύψεις για το τι γνώριζε από τις πρώτες ώρες της τραγωδίας και το πώς επέλεξε να το αποκρύψει, καθώς και οι καθυστερημένες και άστοχες εν πολλοίς κινήσεις του στη συνέχεια τον φέρνουν πλέον στο επίκεντρο της κριτικής. 
    Κατά τα περισσότερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και παρά τις αμετροεπείς και προκλητικές δηλώσεις διαφόρων παραγόντων της συγκυβέρνησης (Πολάκης, Αυλωνίτου, Καμμένος, Κουβέλης, Σιμορέλης κ.ά.), η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί έπειτα από την τραγωδία της 23ης Ιουλίου είναι μη αναστρέψιμη. 
    Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απολέσει κάθε έρεισμα και επιχείρημα, η απόπειρά του να αποδώσει ευθύνες σε άλλους πέφτει καθημερινώς στο κενό και το μοναδικό ζητούμενο είναι η ανάσχεση της ορμής της πολιτικής του κατάρρευσης – παράλληλα με αυτό, η ανάδειξη του Πρωθυπουργού ως ηγετικής μορφής, με ικανότητες πολιτικών παρεμβάσεων και ανατροπών, ασύμβατων με την πραγματικότητα. 
    Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρείται να διαμορφωθεί η αντίληψη ότι ένας κατά τα φαινόμενα και δηλούμενα επικείμενος ανασχηματισμός θα αποτελέσει μια ευκαιρία «φυγής προς τα εμπρός», μέσω της οποίας θα λησμονηθούν οι τραγωδίες, οι θάνατοι και οι καταστροφές.
    Παρά ταύτα, πολλοί είναι εκείνοι, ακόμη και εντός της κυβερνητικής πλειοψηφίας, οι οποίοι γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Ο υπό μελέτη ανασχηματισμός θεωρείται πλέον ανεπαρκής πρωτοβουλία και κίνηση για την αναστροφή του αρνητικού κλίματος και τον μετριασμό της κατακραυγής. Τα δεδομένα άλλωστε εγκλωβίζουν τον κ. Τσίπρα σε ένα πολύ περιορισμένο πλαίσιο επιλογών. 

    Δύσκολη εξίσωση ο ανασχηματισμός

    Αλλαγές ριζικές και δραματικές στο κυβερνητικό σχήμα δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσει ο Πρωθυπουργός. Οποια απόπειρα και αν κάνει για την καλλιέργεια της αντίθετης εντύπωσης, κινδυνεύει να πέσει πάραυτα στο κενό και να ακυρωθεί. Οπως για παράδειγμα ομολογούν ακόμη και κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, οι βασικές επιλογές του κ. Τσίπρα κατά το διάστημα της διακυβέρνησής του θα τον ακλουθούν κατά πάσα πιθανότητα έως το τέλος. 
    Απομάκρυνση του υπουργού Αμυνας, κατά τις ίδιες πηγές, δεν νοείται σε αυτή τη συγκυρία. Αν ο κ. Τσίπρας αποφάσιζε τώρα την αντικατάσταση του Πάνου Καμμένου, αφενός θα απειλούνταν άμεσα με κατάρρευση ο κυβερνητικός συνασπισμός, αφετέρου θα έχανε ένα από τα χαρτιά στα οποία εξακολουθεί να ποντάρει: την πρόκληση μιας βολικής για τους κυβερνητικούς εταίρους κυβερνητικής κρίσης με αφορμή το Σκοπιανό, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκλογές με όρους που θα εξυπηρετούν και τους δύο. Εξ ου και ο κ. Καμμένος επανήλθε στο θέμα κατά τη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας και εν μέσω κατακραυγής υπενθύμισε ότι κάποια στιγμή σκοπεύει να ρίξει την κυβέρνηση, όταν έλθει το Σκοπιανό στη Βουλή. 

    Οι «αμετακίνητοι» δυσκολεύουν την εξίσωση

    Δεν νοείται επίσης απομάκρυνση του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου. Η σιωπή του τις τελευταίες ημέρες έχει μεν επισημανθεί, ωστόσο εν όψει της 21ης Αυγούστου και της περιόδου που θα ακολουθήσει ο κ. Τσακαλώτος παραμένει το μοναδικό πρόσωπο το οποίο διαφυλάσσει μια στοιχειώδη συνθήκη αξιοπιστίας της κυβέρνησης στις επαφές με τους εταίρους.
    Επισημαίνεται ωστόσο από κάποιους ότι υπάρχει μόνο ένα ενδεχόμενο ανατροπής των συνθηκών αυτών: σε περίπτωση που ο κ. Τσίπρας έχει κατά νου ένα σενάριο ρήξης (πραγματικής ή προσχηματικής) με τους δανειστές κατά την πρώτη μεταμνημονιακή περίοδο και εν όψει των παροχών τις οποίες ευελπιστεί να εξαγγείλει, να είναι ο κ. Τσκαλώτος αυτός που θα θυσιαστεί. Κάτι τέτοιο ωστόσο έχει τεράστιο εσωκομματικό κόστος και δεν θεωρείται πιθανή επιλογή υπό τις παρούσες συνθήκες. 
    Κάτι αντίστοιχο ισχύει με τον υπουργό Εξωτερικών. Ο Νίκος Κοτζιάς είναι ο βασικός χειριστής μιας σειράς θεμάτων (Σκοπιανό, ελληνοαλβανικές σχέσεις, ελληνοτουρκικά) και μια απομάκρυνσή του θα δημιουργούσε ανισορροπίες στο ούτως ή άλλως ιδιόμορφο κυβερνητικό σύστημα. Πέραν τούτου, η ενδεχόμενη απόπειρα απομόνωσης του κ. Κοτζιά εκτιμάται ότι θα δημιουργούσε μια εστία αμφισβήτησης και σφοδρής κριτικής κατά του κ. Τσίπρα, στην οποία ο Πρωθυπουργός δύσκολα θα μπορούσε να αντιδράσει και που πάντως δεν θα επιθυμούσε αυτή τη στιγμή. 
    Σε ό,τι αφορά το υπουργείο Εσωτερικών και τον Πάνο Σκουρλέτη, ισχύουν λίγο-πολύ τα αντίστοιχα. Το γεγονός ότι δεν είδε την πόρτα της εξόδου μαζί με τον κ. Τόσκα έδειξε ότι ο κ. Τσίπρας είτε τον φοβάται είτε είναι με δεμένα τα χέρια, καθώς ο κ. Σκουρλέτης έχει αναλάβει τον εκλογικό σχεδιασμό με μια σειρά μεθοδεύσεων και πρωτοβουλιών αλλά και τον έλεγχο του εκλογικού μηχανισμού. Δεδομένης δε και της εσωκομματικής του ισχύος, μια ρήξη Τσίπρα – Σκουρλέτη θα έφερνε τον Πρωθυπουργό σε εξαιρετικά δυσμενή θέση σήμερα. Υπό αυτή την έννοια και με αυτά τα δεδομένα, ουσιαστικός ανασχηματισμός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν νοείται, όποιος και αν είναι ο σχεδιασμός ή η φιλοδοξία του κ. Τσίπρα. 

    Οι «σωματοφύλακες» υπό πίεση

    Επιπλέον, ο κλοιός της κριτικής δείχνει να στενεύει περί τον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και στενός του συνεργάτης Δημήτρης Τζανακόπουλος βάλλεται από πολλές πλευρές για την επικοινωνιακή διαχείριση της καταστροφής, αρχής γενομένης από τη σύσκεψη-φιάσκο της 23ης-24ης Ιουλίου και εν συνεχεία λόγω των συνεντεύξεων και δηλώσεων κατά τις επόμενες ημέρες. Κατά κάποιες πηγές, μια απομάκρυνσή του περιλαμβάνεται σε κάποια από τα σενάρια, αν και δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες. 
    Αντίστοιχο κλίμα επικρατεί και για την υπόλοιπη ομάδα του Μεγάρου Μαξίμου, η οποία εξακολουθεί καθημερινώς να εκδίδει επιθετικά και υβριστικά non paper. 
    Με ικανοποίηση θα έβλεπε πάντως μια υποβάθμιση των στενών συνεργατών του κ. Τσίπρα ο υπουργός ΨΗΠΤΕ Νίκος Παππάς. Εξακολουθεί να προσδοκά μια νέα αναβάθμισή του, και πάντως κατόρθωσε να προωθήσει ένα πρόσωπο δικής του επιρροής (Γιάννης Ταφύλλης) στην θέση του γενικού γραμματέα Πολιτικής Προστασίας. 

    Η «ηχηρή» σιωπή κορυφαίων στελεχών

    Με φόντο τη δυστοκία και την, κατά πολλούς, περιορισμένη πολιτική επίδραση ενός ανασχηματισμού, από κάποιες πλευρές επισημαίνεται μια άλλη παράμετρος: η σιωπή συγκεκριμένων στελεχών τα οποία κατά την προηγούμενη περίοδο ήταν λαλίστατα, ακόμη και ασκώντας κριτική στις κυβερνητικές επιλογές. 
    Μεταξύ αυτών ο Νίκος Φίλης, ο οποίος τις τελευταίες ημέρες, όσο διαρκούσε η κρίση μετά την καταστροφή και στο διάστημα που ακολούθησε, απουσίασε από την επικαιρότητα. 
    Κατά τα όσα επισημαίνουν πρόσωπα τα οποία γνωρίζουν καλά τους ενδοκυβερνητικούς και εσωκομματικούς συσχετισμούς, η σιωπή του κ. Φίλη δεν θα πρέπει να υποβαθμιστεί. 
    Κατά τις ίδιες πηγές, θα πρέπει να αποδοθεί αφενός στην απροθυμία του να υπερασπιστεί επιλογές και πρακτικές κατά τις κρίσιμες ώρες και αφετέρου στην επιφύλαξή του εν όψει των εξελίξεων. Κατά την αντίληψή αυτή, ο κ. Φίλης καθώς και μια ομάδα στελεχών, τα οποία δεν έχουν εμπλακεί στο φιάσκο των πυρκαγιών, αναμένουν τις επόμενες κινήσεις του Πρωθυπουργού και τις εκλογικές επιδόσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Ανάλογα με τα αποτελέσματα, θα κριθεί και η ένταση της κριτικής που θα ασκήσουν ακόμη και προσωπικά κατά του κ. Τσίπρα για το σύνολο των επιλογών του κατά το τελευταίο διάστημα διακυβέρνησης. 
    Ενδεικτικό και αντιπροσωπευτικό στοιχείο του κλίματος που έχει διαμορφωθεί είναι, πέραν όλων αυτών, η ακύρωση κάθε, ούτως ή άλλως, όψιμης κυβερνητικής πρωτοβουλίας έπειτα από τη συμφορά στο Μάτι. Οι «μουτζαχεντίν» των κοινωνικών δικτύων καταβάλλουν μεν φιλότιμες έως και απεγνωσμένες προσπάθειες, πλην όμως συναντούν την αδιαφορία. Κάθε επικοινωνιακό τέχνασμα και εφεύρημα ακυρώνεται σχεδόν εν τη γενέσει του και οι μέχρι πρότινος πρόθυμοι να υπερασπιστούν την κυβέρνηση σε τοπικό επίπεδο ή στα ΜΜΕ έχουν σιωπήσει ή έχουν γίνει ιδιαιτέρως και αξιοσημείωτα προσεκτικοί.

    Το βασανιστήριο της ΔΕΘ και ο χρόνος των εκλογών

    Υπό τις πολιτικές συνθήκες που έχουν πλέον διαμορφωθεί, ένα μεγάλο ερώτημα για τον κ. Τσίπρα είναι το πώς θα εμφανιστεί στη ΔΕΘ. Το θέμα των εξαγγελιών που θα θελήσει να κάνει παραμένει στον αέρα και κυρίως θεωρείται μη επαρκές ως αντιστάθμισμα της καταστροφής στο Μάτι και του θανάτου πολλών δεκάδων ανθρώπων. 
    Με αυτούς τους όρους η εφετινή ΔΕΘ θεωρείται ένας μεγάλος πονοκέφαλος και ένα πολιτικό βασανιστήριο για τον Πρωθυπουργό και τη στενή ομάδα των συνεργατών του. Ο,τι και να πει, έχει λίγο-πολύ προεξοφληθεί – και η κριτική που θα δεχθεί είναι η πραγματική ασύμμετρη απειλή για την κυβέρνηση. 

    Πέραν τούτου, το μεγάλο ζητούμενο είναι η ικανότητα του ιδίου του κ. Τσίπρα να αντιπαρέλθει το αναμενόμενο κύμα κοινωνικής κατακραυγής, η οποία αναμένεται να έχει γενικό χαρακτήρα: Σκοπιανό, φωτιές, πλημμύρες, περικοπές μισθών και συντάξεων, φορολογική πολιτική, προκλητικές δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών, ψεύδη κ.ο.κ. 
    Το αν ο κ. Τσίπρας θα επιλέξει αυτό το βήμα προκειμένου να πει άλλη μία φορά ότι αναλαμβάνει ευθύνη γενικώς και αορίστως ή θα ρίξει την τελική ζαριά του στο τραπέζι της πόλωσης, είναι ένα από τα ζητούμενα των επόμενων εβδομάδων. 
    Ο,τι και να συμβεί, με τις εξελίξεις και τις αντιδράσεις των τελευταίων εβδομάδων ο Πρωθυπουργός έχει εγκλωβιστεί σε ένα αδιέξοδο. Εχοντας αποπέμψει με καθυστέρηση πολιτικά πρόσωπα και επιχειρησιακούς παράγοντες και επιλέγοντας να αναλάβει ρόλο πολιτικού «Ελ Σιντ», καθιστά άθελά του τον εαυτό του αποκλειστικά υπεύθυνο για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τις εκλογές και προφανώς για το αποτέλεσμα της κάλπης. Αναλόγως των εξελίξεων και της τελικής έκβασης, θα κριθούν ο ίδιος και το μέλλον του. 
    Η αβεβαιότητα εν όψει όλων αυτών είναι μεγαλύτερη από ποτέ, ενώ την ίδια στιγμή οι δυνατότητες του κ. Τσίπρα να κουνήσει το δάκτυλο στο εσωκομματικό σκηνικό περιορίζονται δραματικά. 
    Περισσότερο επιτακτικά από ποτέ, τις τελευταίες εβδομάδες τίθεται πλέον και το ερώτημα για τον χρόνο των εκλογών. Στον βαθμό κατά τον οποίο κάτι τέτοιο εξαρτάται ακόμη από τον ίδιο τον κ. Τσίπρα και όχι από τα γεγονότα, το δίλημμα για πολλούς στον ΣΥΡΙΖΑ είναι βασανιστικό. Θα πρέπει να αναζητηθεί μια αφορμή και μια συνθήκη για προσφυγή στις κάλπες όσο το δυνατόν συντομότερα ή θα επιλεγεί η μεγαλύτερη δυνατή καθυστέρηση, με την ελπίδα ότι «το κακό» θα ξεχαστεί και θα διαμορφωθούν άλλες συνθήκες; 
    Ο φόβος πάντως ολοένα και περισσότερων στελεχών της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι ότι όσο θα παρατείνεται η κυβερνητική θητεία, τόσο η φθορά θα γίνεται μη αναστρέψιμη και ανεξέλεγκτη.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτική