• Αναζήτηση
  • Ξενοδοχείον «Ηράκλειον»

    Οταν ανέβασα στο Facebook, ανάμεσα σε άλλες φωτογραφίες από τα Λουτρά Αιδηψού, και εκείνη του ξενοδοχείου «Ηράκλειον», δεν φανταζόμουν πως θα ξυπνούσε τόση νοσταλγία.

    Ξενοδοχείον «Ηράκλειον» | tovima.gr
    Οταν ανέβασα στο Facebook, ανάμεσα σε άλλες φωτογραφίες από τα Λουτρά Αιδηψού, και εκείνη του ξενοδοχείου «Ηράκλειον», δεν φανταζόμουν πως θα ξυπνούσε τόση νοσταλγία. Δεν είχα πάει ποτέ πριν στη λουτρόπολη της Βόρειας Εύβοιας (όμορφο μέρος!), δεν είχα καμία ανάμνηση, κανένα συναισθηματικό δέσιμο, ό,τι έβλεπα το έβλεπα για πρώτη φορά. Αν λοιπόν αυτός ο βαριά πληγωμένος από την άναρχη και κακόγουστη δόμηση οικισμός (μπορεί να ακούγονται ακόμη και προσβλητικές οι λέξεις για τους κατοίκους, δυστυχώς όμως αποδίδουν απόλυτα αυτό που συνάντησα) προκάλεσε σε εμένα συγκίνηση, μπορώ να καταλάβω τις αντιδράσεις των φίλων που είχαν αναμνήσεις από την Αιδηψό. Οι οποίοι μου έστειλαν μηνύματα με ιστορίες από τα καλοκαίρια που είχαν περάσει εκεί, μικρά παιδιά, με τους γονείς τους ή με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους. Με το καημένο το «Ηράκλειον» να αναδεικνύεται πρωταγωνιστής αυτών των ιστοριών.
    Βαμμένο σε έντονο ροδί, το ξενοδοχείο στέκεται σε μια πράσινη πλαγιά από την οποία κυλάνε ρυάκια με καυτό ιαματικό νερό, έχοντας ανοιχτή θέα προς τη θάλασσα. Αρχικά μου έκαναν εντύπωση το υπέροχο χρώμα του και η υπέρκομψη (παρά το πληθωρικό μέγεθός της) φιγούρα του. Γι’ αυτό και το πλησίασα. Μετά, η εγκατάλειψή του. Δείγμα και αυτό (όπως τόσα άλλα υπέροχα κτίρια της πόλης που ρημάζουν ή που έχουν ήδη καταρρεύσει) της ακμής που έζησε η Αιδηψός, έρχεται να υπογραμμίσει ακόμη περισσότερο τη σημερινή παρακμή. «Μέσα είχε μια τεράστια τραπεζαρία με ροτόντες, λινά τραπεζομάντιλα και πολλά φυτά και πολυελαίους» μου έγραψε φίλη που είχε περάσει εκεί ημέρες διακοπών με τη μητέρα της πριν από αρκετές δεκαετίες. «Στα υπνοδωμάτια ανέβαινες από μια μαρμάρινη σκάλα με ξύλινη κουπαστή και σιδερένια κάγκελα με σχέδια. Αχ, τι μου θύμισες τώρα!».
    Και εγώ που δεν είχα τίποτε να θυµηθώ, φτιάχνοντας την εικόνα (τόσες ταινίες εποχής έχουμε δει!) ένιωσα θλίψη για την decadence. Μια decadence που στα μάτια μου δεν τη δικαιολογούσαν ούτε η θέση της πόλης (που είναι χτισμένη σε ένα θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον, με δεκάδες θελκτικές παραλίες), ούτε ο θησαυρός της, τα πλούσια ιαματικά νερά της που χύνονται στη θάλασσα, ούτε τα υπέροχα παλιά σπίτια και ξενοδοχεία που βρίσκεις στις γειτονιές της, ούτε το πλήθος τουριστών (όχι μόνο Ελλήνων, αλλά και Ρώσων, Βούλγαρων, Ρουμάνων, Ιταλών, Γάλλων…) που συνωστίζονται στην προκυμαία της.
    Από κάτι τέτοια «μαγικά» νερά ζει και αποκτά ενέργεια όλη η Ισλανδία και δεν μπορεί να ζήσει (όχι μόνο με την έννοια της επιβίωσης αλλά και της ευζωίας) μια τόσο μικρή πόλη σαν την Αιδηψό; Γιατί, κακά τα ψέματα, όσο και αν οι λουτροπόλεις έχουν μια μελαγχολία (εύλογο, δεδομένου πως συχνάζουν εκεί άνθρωποι ταλαιπωρημένοι και πονεμένοι που αναζητούν ανακούφιση και γιατρειά), εδώ η μελαγχολία πηγάζει κυρίως από την κραυγαλέα εγκατάλειψη. Είμαι σίγουρος πως αν η Αιδηψός βρισκόταν π.χ. στην Ιταλία ή στη Γαλλία, θα ήταν από τα κορυφαία αξιοθέατα. Μία από εκείνες τις αριστοτεχνικά συντηρημένες πόλεις που όταν τις επισκεπτόμαστε εμείς οι Ελληνες μένουμε με το στόμα ανοιχτό.
    Είναι όµως στη Βόρεια Εύβοια, στην Ελλάδα. Και έχει την τύχη που έχουν οι περισσότερες ελληνικές πόλεις. Πόλεις που, παραδομένες στην αδιαφορία, στην κακογουστιά μας, αλλά και θύματα της έπαρσής μας (αυτό το «είμαστε οι καλύτεροι» μας κατέστρεψε), απεκδυμένες από την παλιά ομορφιά τους, μοιάζουν κακογερασμένες γυναίκες που όσο κι αν προσπαθούν να κρύψουν τη φθορά τους κάτω από φθηνές κρέμες και πούδρες δεν μπορούν να ξεγελάσουν κανέναν.
    Τελικά, αν στους φίλους μου η επίσκεψή μου στο ξενοδοχείον (με το νι που έβαζαν τότε στο τέλος της λέξης) «Ηράκλειον» ξύπνησε αναμνήσεις, σε εμένα δημιούργησε βαθιά αίσθηση απογοήτευσης (με πιάνει κάθε φορά που ταξιδεύω στην Ελλάδα, αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής που έχει γίνει) και θλίψης. Βλέποντάς το, αργά το απόγευμα, να στέκεται παρατημένο εκεί, πάνω από τη θάλασσα, ήθελα να χαϊδέψω παρηγορητικά τη διπλοκλειδωμένη πόρτα του, να του δώσω το κουράγιο που χρειάζεται για να αντέξει ένα ακόμη βράδυ απόλυτης μοναξιάς. Οπως έδυε ο ήλιος και το ροδί χρώμα του έγινε κατακόκκινο, είχα την αίσθηση πως αιμορραγούσε.
    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 8 Ιουλίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk